EmailFacebookΕπικοινωνία

Όσιος Ιλαρίων ο Θαυματουργός των Θεσσαλονικέων

Στον δρόμο για τα Ιεροσόλυμα, ληστές όρμησαν να σκοτώσουν τον Όσιο Ιλαρίωνα, μα τα χέρια τους ξεράθηκαν την ίδια στιγμή που τα ύψωσαν εναντίον του. Σε ένα νυχτερινό όραμα η ίδια η Παναγία τον κάλεσε από τη Γη της Επαγγελίας να γυρίσει στην πατρίδα του και να ετοιμάσει τράπεζα για τον Υιό της. Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Καχέτι στη Γεωργία και ήταν το μόνο παιδί που οι γονείς του είχαν αφιερώσει στον Θεό από τη γέννησή του.

Ο πατέρας του έχτισε μοναστήρι μέσα στα κτήματά του και εκεί μεγάλωσε ο μικρός Ιλαρίων με πνευματικούς αγώνες. Στα δεκατέσσερα χρόνια του άφησε τη μονή και την προστασία του πατέρα του και αποσύρθηκε σε μια μικρή σπηλιά της ερήμου Δαβίτ-Γκαρέτζι. Έμεινε εκεί δέκα ολόκληρα χρόνια ζώντας με αυστηρή νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή.

Σύντομα η φήμη του απλώθηκε σε όλη την ανατολική Γεωργία και πλήθος κόσμου έτρεχε στο σπήλαιό του. Όταν ο επίσκοπος του Ρουσταβίου τον επισκέφθηκε, τον χειροτόνησε ιερέα και αργότερα τον ανέδειξε ηγούμενο στη Λαύρα του Αγίου Δαβίδ του Γκαρέτζι. Έτσι ο νεαρός ερημίτης πέρασε στη φανερή διακονία της Εκκλησίας.

Όταν η αγάπη του λαού του έγινε ασήκωτη για την ταπείνωσή του, ο Όσιος όρισε διάδοχο στη μονή και ξεκίνησε προσκύνημα για τα Ιεροσόλυμα. Στον δρόμο τον περικύκλωσε συμμορία άγριων ληστών με σκοπό να τον σκοτώσουν, μα ξαφνικά τα χέρια τους ξεράθηκαν. Έντρομοι έπεσαν στα γόνατα και ζήτησαν συγχώρηση, και ο Άγιος τους σφράγισε με τον σταυρό, τους θεράπευσε και τους άφησε να φύγουν ειρηνικά.

Αφού προσκύνησε τους Αγίους Τόπους, εγκαταστάθηκε σε ένα σπήλαιο της ερήμου του Ιορδάνη, όπου κατά την παράδοση είχε ζήσει ο Προφήτης Ηλίας. Εκεί μια νύχτα είδε τον εαυτό του πάνω στο Όρος των Ελαιών, ανάμεσα σε δώδεκα άνδρες, μπροστά στην Υπεραγία Θεοτόκο. Η Παναγία τον προέτρεψε να γυρίσει στον τόπο του και να ετοιμάσει τράπεζα για τον Κύριο, τον Υιό της.

Μόλις ξύπνησε, κατάλαβε με την καρδιά και τον νου το νόημα του οράματος και ξεκίνησε αμέσως για τη Γεωργία. Όταν έφτασε, έμαθε ότι ο πατέρας και τα αδέλφια του είχαν κοιμηθεί και η μητέρα του τού παρέδωσε ολόκληρη την οικογενειακή κληρονομιά για το έργο του Θεού. Με όσα κληρονόμησε ο Όσιος ίδρυσε μοναστήρι γυναικών, χάρισε χωράφια στην αδελφότητα και έγραψε τους κανόνες της ζωής τους.

Έπειτα συγκέντρωσε εβδομήντα έξι άξιους μοναχούς και θεμελίωσε και αντρικό κοινόβιο, ενώ μοίρασε όσα του απέμεναν σε φτωχούς και αναπήρους. Η φήμη των αρετών του ξαναγέμισε όλη τη Γεωργία και πολλοί έτρεχαν για τη συμβουλή και την ευλογία του. Όταν όμως ο κλήρος αποφάσισε να τον χειροτονήσει επίσκοπο, εκείνος αρνήθηκε την τιμή και έφυγε για δεύτερη φορά από την πατρίδα του.

Πήρε μαζί του δύο συνοδούς και τράβηξε προς την Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια προς τον Όλυμπο της Μικράς Ασίας. Εκεί εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό, εγκαταλειμμένο εκκλησάκι κοντά στη μονή του Αγίου Ιωαννικίου του Μεγάλου. Το βράδυ του Σαββάτου της Τυρινής, ο μοναχός που άναβε τα καντήλια είδε ότι κάποιοι ξένοι κατέλυαν εκεί και τους πήγε λίγη τροφή για να φάνε.

Έτσι άρχισε διακριτικά η γνωριμία της αδελφότητας με τους ταπεινούς Γεωργιανούς ασκητές του παρεκκλησιού. Την επόμενη εβδομάδα, στη γιορτή του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, ο ίδιος μοναχός γύρισε και βρήκε τους αδελφούς να μην έχουν αγγίξει την τροφή και να τρέφονται μόνο με λίγη φακή. Ο Όσιος του ζήτησε πρόσφορο και κρασί για την αναίμακτη θυσία, τέλεσε τη Λειτουργία και κοινώνησε τους συνοδούς του στο μικρό αυτό ναΰδριο.

Όταν ο ηγούμενος της Μεγάλης Λαύρας έμαθε ότι λειτούργησε εκεί άγνωστος ιερέας σε άλλη γλώσσα, οργίστηκε και πρόσταξε να διωχθούν οι ξένοι από το κτήμα της μονής. Ο Όσιος όμως απάντησε στον οικονόμο σε άπταιστα ελληνικά και ζήτησε μόνο μια νύχτα φιλοξενίας στον ναό, με την υπόσχεση ότι το πρωί θα έφευγαν. Εκείνη τη νύχτα η Παναγία εμφανίστηκε στον ηγούμενο και τον ήλεγξε αυστηρά.

Του είπε ότι αυτοί οι ξένοι άφησαν τον τόπο τους από αγάπη στον Υιό της και ότι ο Ίδιος της τους εμπιστεύτηκε για να μη σαλευτεί η ορθόδοξη πίστη τους. Το πρωί ο γέροντας έπεσε στα πόδια του Οσίου, ζήτησε συγχώρηση και τον παρακάλεσε να μείνει κοντά τους. Ο Όσιος τον παρηγόρησε με πραότητα και δέχτηκε να φιλοξενηθεί στη μονή της Λαύρας.

Πέντε ολόκληρα χρόνια έμεινε ο Όσιος στον Όλυμπο και κατόπιν κατέβηκε ξανά στην Κωνσταντινούπολη για να προσκυνήσει τον Ζωοποιό Σταυρό του Κυρίου. Από εκεί τράβηξε για τη Ρώμη, ώστε να προσκυνήσει τους τάφους των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, και στον δρόμο θεράπευσε με την προσευχή του έναν παράλυτο. Έμεινε δύο χρόνια στην παλιά πρωτεύουσα και έπειτα ξεκίνησε πάλι για την Κωνσταντινούπολη.

Στον δρόμο της επιστροφής στάθηκε στη Θεσσαλονίκη και κατέλυσε στο σπίτι του έπαρχου της πόλης. Μόλις έφτασε, μια υπηρέτρια έβγαζε στον ήλιο έναν δεκατετράχρονο παράλυτο, τον γιο του οικοδεσπότη. Ο Άγιος της ζήτησε λίγο νερό και όσο εκείνη απουσίαζε, σφράγισε με τον σταυρό το παιδί και το θεράπευσε.

Το αγόρι έτρεξε στη μητέρα του και ο Όσιος βιάστηκε να φύγει από το σπίτι. Όμως ο έπαρχος είχε δει με τα ίδια του τα μάτια το θαύμα και πρόσταξε να αναζητήσουν παντού τον θαυματουργό. Όταν τον έφεραν μπροστά του, τον παρακάλεσε θερμά να μείνει στη Θεσσαλονίκη και να διαλέξει ο ίδιος τόπο για να συνεχίσει το έργο του.

Ο Όσιος αναγνώρισε στο πρόσωπό του έναν αληθινό φίλο του Θεού και δέχτηκε να μείνει στην πόλη. Ο έπαρχος έχτισε ναό στον τόπο που εκείνος υπέδειξε και σύντομα ολόκληρη η Θεσσαλονίκη μιλούσε για τα θαύματα του ξένου ασκητή. Ο Όσιος πέρασε εκεί τα τελευταία του χρόνια και όταν ο Κύριος του φανέρωσε την ημέρα της κοιμήσεώς του, κάλεσε τον έπαρχο, τον ευχαρίστησε και τον προέτρεψε να αγαπά τους μοναχούς και τους πάσχοντες και να μένει δίκαιος και ελεήμων.

Κοιμήθηκε με ειρήνη στις δεκαεννέα Νοεμβρίου του οχτακόσια εβδομήντα πέντε και ο έπαρχος ετοίμασε για χάρη του μαρμάρινη λάρνακα. Όσοι άρρωστοι έπεφταν με πίστη στον τάφο του έβρισκαν τη θεραπεία τους. Ο έπαρχος και ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ενημέρωσαν τον αυτοκράτορα Βασίλειο τον Μακεδόνα για τα θαύματα.

Ο αυτοκράτορας θέλησε να γνωρίσει τους τρεις μαθητές του Οσίου που είχαν φτάσει από τον Όλυμπο και έμεινε κατάπληκτος από την αγιότητά τους. Τους έστειλε στον πατριάρχη της Βασιλεύουσας, ο οποίος τους ευλόγησε και συνέστησε να τους αποδοθούν μεγάλες τιμές. Ο αυτοκράτορας Βασίλειος τους πρότεινε να διαλέξουν δικό τους μοναστήρι μέσα στην Πόλη, αλλά οι Γεωργιανοί πατέρες αρνήθηκαν με ευγένεια τη ζωή του πολυάνθρωπου άστεως.

Παρακάλεσαν αντί γι’ αυτό να τους κτιστούν κελιά έξω από την πρωτεύουσα και ο βασιλιάς ανήγειρε μεγάλο ναό στο όνομα των Αγίων Αποστόλων. Διάλεξαν για τόπο μια χαράδρα όπου ανέβλυζε δροσερή πηγή κάτω από έναν μικρό λόφο και εκεί διαμορφώθηκε κελί και για τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Το μοναστήρι ονομάστηκε «Ρωμανά», από το γειτονικό ρυάκι.

Αργότερα ο Βασίλειος έστειλε εκεί και τους δύο γιους του, τον Λέοντα και τον Αλέξανδρο, για να ανατραφούν κοντά στους αγίους πατέρες. Όταν ζήτησε να μεταφερθούν τα ιερά λείψανα του Οσίου στην Πόλη, οι Θεσσαλονικείς αρνήθηκαν με πάθος να τα παραδώσουν. Έτσι οι απεσταλμένοι του αναγκάστηκαν να αποκρύψουν τη λάρνακα και να τη μεταφέρουν μυστικά στην πρωτεύουσα.

Ο αυτοκράτορας, ο πατριάρχης και όλος ο λαός υποδέχτηκαν τα λείψανα με ύμνους και προσευχές, και μέχρι να ετοιμαστεί η ειδική κρύπτη, τα φύλαξε ο βασιλιάς στον δικό του κοιτώνα. Τρεις νύχτες μετά την άφιξη των λειψάνων, ο Βασίλειος ξύπνησε από μια ασυνήθιστη ευωδία που γέμιζε το παλάτι. Κανείς από την αυλή δεν μπόρεσε να βρει την πηγή της και ο αυτοκράτορας ξάπλωσε πάλι με απορία στην καρδιά του.

Τότε ο Όσιος Ιλαρίων του εμφανίστηκε με τα ιερά του άμφια και του μίλησε με γλυκύτητα και αυστηρότητα. Τον επαίνεσε για τη φροντίδα του να ετοιμάσει στέγη για τα λείψανά του, αλλά του εξήγησε ότι η ευωδία της αγιότητας ήταν καρπός της ερήμου και όχι της πόλης. Του ζήτησε λοιπόν, αν θέλει να λάβει ακέραιες τις θείες ευλογίες, να μεταφέρει τα λείψανά του πάλι έξω από την Κωνσταντινούπολη.

Ο αυτοκράτορας ανακοίνωσε αμέσως το θαυμαστό αυτό γεγονός στον πατριάρχη και στον έπαρχο και πήρε τη σύμφωνη γνώμη τους. Με ευλάβεια μετέφεραν τότε τα ιερά λείψανα του Οσίου στο μοναστήρι της Ρωμανάς, που είχε χτιστεί ειδικά για τους Γεωργιανούς πατέρες. Έτσι ο ξένος ασκητής της Καχέτι βρήκε τελική ανάπαυση κοντά στους μαθητές του, μέσα στην ερημία που τόσο αγάπησε.

Η μνήμη του τιμάται από την Εκκλησία στις δεκαεννέα Νοεμβρίου με βαθιά ευλάβεια.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 19 Nëntor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Βαρλαάμ και Ιωάσαφ, οι φωτιστές της Ινδίας

Ένας βασιλόπουλο της Ινδίας μεγάλωσε κλεισμένο σε χρυσά παλάτια, ώστε να μη δει ποτέ αρρώστια, γηρατειά ή θάνατο. Όμως ένας γέροντας ασκητής, μεταμφιεσμένος σε έμπορο πολύτιμων λίθων, διέσχισε θάλασσες και ερήμους για να του…

Lexo jetën

Ο Άγιος Άζης και οι εκατόν πενήντα στρατιώτες

Μέσα στην έρημο της Ισαυρίας, ένας πρώην στρατιώτης του Διοκλητιανού έκανε θαύματα και θεράπευε αρρώστους με τη δύναμη του Χριστού. Όταν στάλθηκαν εκατόν πενήντα οπλισμένοι άντρες για να τον συλλάβουν, εκείνοι βγήκαν από εκεί…

Lexo jetën

Ο Άγιος Φιλάρετος, Μητροπολίτης Μόσχας

Ένας νεαρός καθηγητής ρητορικής, που ο ίδιος ο μέγας Μητροπολίτης Πλάτων τον θαύμαζε λέγοντας πως «εγώ γράφω σαν άνθρωπος, μα εκείνος σαν άγγελος», έγινε αργότερα η μεγαλύτερη εκκλησιαστική μορφή της Ρωσίας του δεκάτου ενάτου…

Lexo jetën

Ο Βαρλαάμ των Σπηλαίων του Κιέβου

Ένας νεαρός βογιάρος, γιος του πρώτου άρχοντα του πρίγκιπα Ιζιάσλαβ, πέταξε τα χρυσοκέντητα ρούχα του μέσα σε έναν λάκκο με ακαθαρσίες για χάρη του Χριστού. Λίγο αργότερα έγινε ο πρώτος ηγούμενος της περίφημης Λαύρας…

Lexo jetën

Ο Προφήτης Αβδιού και το θάρρος της πίστης

Εκατό προφήτες του Κυρίου κρύφτηκαν μέσα σε σπηλιές, πενήντα σε καθεμιά, σωσμένοι από τα χέρια ενός πιστού οικονόμου. Ο άνθρωπος που τους έθρεψε με ψωμί και νερό υπηρετούσε καθημερινά στην αυλή του βασιλιά Αχαάβ,…

Lexo jetën

Ο γέροντας Βαρλαάμ και το χέρι στη φωτιά

Ο γέροντας Βαρλαάμ προτίμησε να καεί ζωντανός παρά να ρίξει μόνος του ένα κάρβουνο μπροστά στα είδωλα. Κράτησε στην παλάμη του αναμμένα κάρβουνα και λιβάνι, μέχρι που τα δάχτυλά του έπεσαν καμένα στη γη…

Lexo jetën
1