Ο Άγιος Νεκτάριος ο Θαυματουργός της Αιγίνης
Ένα δεκατετράχρονο αγόρι έγραψε γράμμα κατευθείαν στον Χριστό, ζητώντας του παπούτσια και ρούχα μέσα στη φτώχεια της Πόλης. Χρόνια αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος έγινε επίσκοπος που πέθανε χωρίς πανάγια, χωρίς σταυρό και χωρίς λεφτά. Ο Αναστάσιος Κεφαλάς γεννήθηκε στη Συληβρία της Θράκης την πρώτη Οκτωβρίου του χίλια οκτακόσια σαράντα έξι.
Καταγόταν από ευσεβή και φτωχή οικογένεια με πολλά παιδιά, του Δημοσθένη και της Μαρίας. Η γιαγιά του τού έμαθε από μικρόν τον Πεντηκοστό Ψαλμό, που τον επαναλάμβανε με δάκρυα. Στα δεκατέσσερά του χρόνια ξενιτεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη, γιατί το χωριό του δεν είχε σχολείο και η οικογένεια δεν τον έβγαζε πέρα.
Στο λιμάνι ικέτευσε έναν καπετάνιο να τον πάρει δωρεάν στο καράβι. Η μηχανή δεν έπαιρνε μπροστά, ώσπου ο καπετάνιος λυπήθηκε το αγόρι και του είπε να ανέβει. Αμέσως το πλοίο ξεκίνησε σαν να είχε φύγει ένα αόρατο φρένο από πάνω του.
Στην Πόλη έπιασε δουλειά σε καπνέμπορα που τον πλήρωνε ελάχιστα και τον άφηνε ξυπόλητο και ρακένδυτο. Επειδή ήθελε να ωφελήσει τους πελάτες, έγραφε ρητά πατερικά πάνω στα χαρτιά της καπνοπωλείου, για να τα διαβάζουν όσοι αγόραζαν. Έβλεπε τον αφέντη του να παίρνει επιστολές και θέλησε κι αυτός να γράψει γράμμα.
Δεν είχε όμως ούτε γονείς να ειδοποιήσει, αφού δεν έφτανε ταχυδρομείο στο χωριό, ούτε φίλους. Αποφάσισε λοιπόν να γράψει στον ίδιο τον Χριστό. «Χριστούλη μου, δεν έχω παπούτσια και ρούχα, στείλε μου εσύ, γιατί ξέρεις πόσο σε αγαπώ».
Έκλεισε τον φάκελο και έγραψε απ’ έξω «Προς τον Κύριο Ιησού Χριστό, στους ουρανούς». Καθώς πήγαινε στο ταχυδρομείο, τον συνάντησε ένας γείτονας έμπορος που τον λυπόταν για την κατάστασή του. Προσφέρθηκε να ταχυδρομήσει αυτός το γράμμα και ο μικρός Αναστάσιος του το παρέδωσε με χαρά.
Όταν ο έμπορος είδε τη διεύθυνση, η περιέργειά του τον έσπρωξε να το ανοίξει. Συγκινήθηκε τόσο από την παιδική πίστη, ώστε έβαλε χρήματα σε φάκελο και τα έστειλε ανώνυμα στο παιδί. Ο Αναστάσιος γέμισε χαρά και ευχαρίστησε ολόψυχα τον Θεό για τη φροντίδα του.
Λίγες μέρες αργότερα, βλέποντάς τον λίγο καλύτερα ντυμένο, ο εργοδότης νόμισε ότι έκλεψε και τον χτύπησε άγρια. Τότε ο γείτονας έτρεξε και ξεκαθάρισε την υπόθεση, και έτσι το παιδί γλίτωσε από την αδικία και πήρε δουλειά κοντά του. Νεαρός ακόμη, ο Αναστάσιος έκανε προσκύνημα στους Αγίους Τόπους.
Στο ταξίδι ξέσπασε φοβερή θαλασσοταραχή και το καράβι κινδύνευε. Στάθηκε δίπλα στον καπετάνιο, έπιασε το τιμόνι και προσευχόταν θερμά στον Θεό για όλους. Έλυσε τότε από τον λαιμό του τον σταυρό της γιαγιάς του, που είχε μέσα κομμάτι από το Τίμιο Ξύλο.
Σκύβοντας από το πλάι, βούτηξε τον σταυρό τρεις φορές στη θάλασσα και πρόσταξε τα κύματα να ησυχάσουν. Ο αέρας έπεσε αμέσως και η θάλασσα γαλήνεψε σαν λάδι. Λυπήθηκε όμως πικρά, γιατί νόμισε ότι έχασε για πάντα τον σταυρό μέσα στο πέλαγος.
Στο λιμάνι ακούστηκαν χτυπήματα στο κύτος του πλοίου και οι ναύτες ανακάλυψαν τον σταυρό κολλημένο στα ξύλα. Από εκείνη τη μέρα τον φορούσε πάντοτε επάνω του. Στη Νέα Μονή της Χίου, στις επτά Νοεμβρίου του χίλια οκτακόσια εβδομήντα έξι, έγινε μοναχός με το όνομα Λάζαρος.
Δύο χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και μετονομάστηκε σε Νεκτάριο. Στη συνέχεια πήγε στην Αλεξάνδρεια και γνώρισε τον Πατριάρχη Σωφρόνιο, ο οποίος τον έστειλε με υποτροφία στη Θεολογική Σχολή των Αθηνών. Μετά τις σπουδές του επέστρεψε στην Αίγυπτο και έγινε ιερέας, ιεροκήρυκας και γραμματέας του Πατριαρχείου.
Στις δεκαπέντε Ιανουαρίου του χίλια οκτακόσια ογδόντα εννέα χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πενταπόλεως Λιβύης. Η αρετή, ο λόγος και η αγάπη του λαού τον ανέδειξαν γρήγορα σε υποψήφιο διάδοχο του γέροντος Πατριάρχη. Τότε όμως κάποιοι ζηλόφθονοι κληρικοί ξεκίνησαν συκοφαντίες ότι δήθεν επιβουλευόταν τον θρόνο.
Ο Σωφρόνιος πείστηκε από τις διαβολές και τον απομάκρυνε χωρίς κανονική δίκη, με μια διφορούμενη επιστολή που γέννησε ψιθύρους. Ο Άγιος δεν αντιδίκησε ποτέ, αλλά υπέμεινε τη συκοφαντία με βαθιά ταπείνωση. Όταν είδε ότι η παραμονή του ταρακουνούσε την Εκκλησία της Αλεξανδρείας, αποφάσισε να φύγει για την Ελλάδα.
Στην Αθήνα έφτασε φτωχός και αβοήθητος, ενώ οι φήμες είχαν τρέξει πιο γρήγορα από αυτόν. Πήγαινε κάθε μέρα στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών ζητώντας έναν διορισμό, αλλά τον αντιμετώπιζαν με σκληρότητα και περιφρόνηση. Κάποια στιγμή τον αναγνώρισε ένας παλιός φίλος από την Αλεξάνδρεια και μεσολάβησε στον αρμόδιο υπουργό.
Έτσι διορίστηκε ταπεινός ιεροκήρυκας στην Εύβοια, μια θέση που θα μπορούσε να καλύψει και απλός μοναχός. Ο Άγιος δεν το θεώρησε εξευτελισμό και κήρυττε με ζήλο στα χωριά και στις πόλεις. Όμως οι ψίθυροι τον ακολούθησαν και εκεί, και κάποιοι γελούσαν την ώρα του κηρύγματος.
Πικραμένος παραιτήθηκε και επέστρεψε στην Αθήνα, όπου σιγά σιγά οι άνθρωποι έβλεπαν την καθαρή ζωή του. Στις οκτώ Μαρτίου του χίλια οκτακόσια ενενήντα τέσσερα διορίστηκε διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής. Εκεί παρέμεινε δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια, ως τον Δεκέμβριο του χίλια εννιακόσια οκτώ.
Ο Άγιος λειτουργούσε, δίδασκε, εξομολογούσε και έγραψε δεκάδες σπουδαία θεολογικά και ηθικά συγγράμματα. Ζούσε με απόλυτη ολιγάρκεια και έδινε στους μαθητές το παράδειγμα της αγάπης και της ταπείνωσης. Στη Σχολή έγινε γνωστός για την παιδαγωγική του φινέτσα και τη γενναιοδωρία του.
Όταν δύο μαθητές πιάστηκαν στα χέρια, εκείνος τιμώρησε τον εαυτό του με τριήμερη ασιτία, θεωρώντας πως φταίει ο ίδιος. Άλλη φορά έδωσε τα παπούτσια του σε έναν φτωχό και κήρυττε ξυπόλητος μπροστά στους έκπληκτους μαθητές. Σε διαμάχη επιστατών για το ποιος θα καθάριζε τα αποχωρητήρια, έλυσε τη διαφορά καθαρίζοντάς τα μόνος του.
Το χίλια οκτακόσια ενενήντα οκτώ επισκέφθηκε για δύο μήνες το Άγιον Όρος και η αγάπη του για τη μοναχική ζωή φούντωσε. Στην Αίγινα βρήκε ένα ερειπωμένο μοναστήρι αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα και άρχισε να το αναστηλώνει με τα ίδια του τα χέρια. Συγκέντρωσε αδελφότητα μοναζουσών και όρισε ηγουμένη την τυφλή και αγία Ξένη.
Στους κατοίκους της Αιγίνης έγινε αμέσως αγαπητός, γιατί θεράπευσε έναν δαιμονισμένο νέο και έφερε βροχή ύστερα από τριετή ανομβρία με τη λειτουργία του. Έλεγε στις μοναχές πως χτίζει έναν φάρο για τον κόσμο. Δεν καταλάβαιναν ότι ο ίδιος θα γινόταν εκείνος ο φάρος, και πως πλήθη θα έρχονταν να προσκυνήσουν τα λείψανά του.
Παρότι αναγνωρισμένος άγιος ακόμη εν ζωή, ο Νεκτάριος δοκιμάστηκε ξανά. Το χίλια εννιακόσια δεκαοκτώ μια μητέρα μοναχής τον κατηγόρησε άδικα για ανηθικότητα, και η αστυνομία εισέβαλε στο μοναστήρι. Η έρευνα του εισαγγελέα απέδειξε πλήρως το ψεύδος, όμως ο πόνος μέσα στην καρδιά του παρέμεινε βαθύς.
Στις είκοσι Σεπτεμβρίου του χίλια εννιακόσια είκοσι η μοναχή Ευφημία τον μετέφερε σε άθλια κατάσταση στο Αρεταίειο Νοσοκομείο των Αθηνών. Ο γιατρός γέλασε όταν άκουσε ότι ο πονεμένος γέροντας ήταν Μητροπολίτης, γιατί δεν είχε πάνω του ούτε εγκόλπιο ούτε χρήματα. Για δύο μήνες υπέφερε από βαριά αρρώστια του προστάτη, με φρικτούς πόνους και πλήρη εγκαρτέρηση.
Στις οκτώ Νοεμβρίου του χίλια εννιακόσια είκοσι, στις δέκα και μισή το βράδυ, παρέδωσε την αγία ψυχή του στον Θεό. Δίπλα του κοιμόταν ένας παράλυτος που δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι του. Μόλις πέθανε ο Άγιος, η νοσοκόμα του έβγαλε τη φανέλα και την ακούμπησε πάνω στον παράλυτο.
Αμέσως εκείνος σηκώθηκε και δόξαζε τον Θεό για το θαύμα. Το άγιο λείψανο μεταφέρθηκε αυθημερόν στην Αίγινα και τάφηκε στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδος. Όταν άνοιξαν τον τάφο για να πάρουν τα οστά του, βρήκαν το σώμα του ακέραιο, σώο και ευωδιαστό, σαν να είχε θαφτεί την ίδια μέρα.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος ζήτησε να μείνει στον ήλιο και να ξαναθαφτεί, για να διαλυθεί σύμφωνα με τη φυσική πορεία. Έπειτα από μήνες όμως άνοιξαν πάλι τον τάφο και βρήκαν τον Άγιο και πάλι αδιάλυτο και άφθαρτο. Τότε εναπέθεσαν τα λείψανα μέσα σε μαρμάρινη λάρνακα ως πολύτιμο θησαυρό.
Με τον καιρό, κατά κρίμα Θεού, το σώμα διαλύθηκε και έμειναν μόνον τα ιερά οστά, που μύριζαν θεϊκή ευωδία. Η επίσημη αναγνώρισή του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο έγινε το χίλια εννιακόσια εξήντα ένα. Ο μεγαλοπρεπής ναός του στην Αίγινα εγκαινιάστηκε το χίλια εννιακόσια ενενήντα τέσσερα.
Από τότε ως σήμερα ο Άγιος επιτελεί χιλιάδες θαύματα σε πάσχοντες, ιδιαίτερα σε όσους ταλαιπωρούνται από καρκίνο. Σε κανέναν σύγχρονο Άγιο δεν έχουν αφιερωθεί τόσοι ναοί όσοι στον γλυκύ και ταπεινό Νεκτάριο.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 09 Nëntor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Όσιοι Ευθύμιος και Νεόφυτος, κτήτορες της Μονής Δοχειαρίου
Ένας θείος και ο ανεψιός του, βλαστοί της ανώτερης βυζαντινής αριστοκρατίας, άφησαν παλάτια και αξιώματα για να χτίσουν μοναστήρι στις πλαγιές του Άθωνα. Ο Ευθύμιος υπήρξε στενός φίλος του Αγίου Αθανασίου της Μεγίστης Λαύρας…
Lexo jetënΌσιος Ιωάννης ο Κολοβός, ο Διδάσκαλος της Υπακοής
Ένα ολόξερο ξύλο, καρφωμένο στην άμμο της ερήμου, βλάστησε ύστερα από τρία χρόνια καθημερινού ποτίσματος και γέμισε καρπούς, μαρτυρώντας τη δύναμη μιας απαράμιλλης υπακοής. Ο νεαρός μοναχός που το πότιζε, ο Ιωάννης ο Κολοβός,…
Lexo jetënΌσιος Συμεών ο Μεταφραστής, ο σοφός λογοθέτης
Με τη σοφία των λόγων του υπέταξε τους Άραβες της Κρήτης χωρίς καν να τραβήξει σπαθί από το θηκάρι. Όταν επέστρεψε νικητής, αρνήθηκε χρυσάφι και αξιώματα από τον αυτοκράτορα και ζήτησε μόνο να γίνει…
Lexo jetënΕυστολία και Σωπάτρα, οι μοναχές των ανακτόρων
Η κόρη του αυτοκράτορα Μαυρικίου άφησε τα παλάτια της Κωνσταντινούπολης για να ζήσει δίπλα σε μια ταπεινή μοναχή από τη Ρώμη. Εκείνη η μοναχή, η Ευστολία, είχε ήδη μοιράσει όλη την πατρική της περιουσία…
Lexo jetënΗ Οσία Ματρώνα της Κωνσταντινουπόλεως
Ντύθηκε άντρας και πέρασε χρόνια ολόκληρα σε αντρικό μοναστήρι με το όνομα Βαβύλας, χωρίς κανείς να μαντέψει την αλήθεια. Όταν φανερώθηκε το μυστικό της στον όσιο Βασιανό μέσα από θεϊκό όραμα, η ζωή της…
Lexo jetënΗ Παναγία η Γοργοϋπήκοος της Μονής Δοχειαρίου
Ένας μοναχός στο Άγιον Όρος τυφλώθηκε ξαφνικά, επειδή μαύριζε με τον καπνό του δαυλού του την αγία εικόνα της Παναγίας. Στη μετάνοιά του η Θεοτόκος αποκρίθηκε ζωντανά, του χάρισε ξανά το φως και υποσχέθηκε…
Lexo jetënΗ μοναχή που έζησε τριάντα έξι χρόνια μόνη στην Πάρο
Δεκαοκτώ χρονών, αιχμάλωτη αραβικών πειρατών, η νεαρή μοναχή Θεοκτίστη πήδηξε στη στεριά της Πάρου και χάθηκε στα δάση πριν προλάβουν να την πιάσουν. Τριάντα έξι ολόκληρα χρόνια έζησε εκεί ολομόναχη, ντυμένη μόνο με τη…
Lexo jetënΟ Άγιος Μάρτυς Αντώνιος της Απαμείας
Ένας απλός λιθοξόος από τη Συρία τόλμησε να μπει μέσα στον ειδωλολατρικό ναό της πατρίδας του και να συντρίψει τα είδωλα με τα ίδια του τα χέρια. Λίγο αργότερα, την ώρα που έχτιζε εκκλησία…
Lexo jetënΟνησιφόρος και Πορφύριος, οι μάρτυρες που μάζευαν σώματα μαρτύρων μέσα στη νύχτα
Μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, δύο πιστοί χριστιανοί κατέβαιναν στις χαράδρες της Εφέσου για να μαζέψουν σώματα μαρτύρων. Αυτοί οι δύο, ο Ονησιφόρος και ο Πορφύριος, βρήκαν τελικά τον ίδιο θάνατο, δεμένοι πίσω από…
Lexo jetën