EmailFacebookΕπικοινωνία

Η μοναχή που έζησε τριάντα έξι χρόνια μόνη στην Πάρο

Δεκαοκτώ χρονών, αιχμάλωτη αραβικών πειρατών, η νεαρή μοναχή Θεοκτίστη πήδηξε στη στεριά της Πάρου και χάθηκε στα δάση πριν προλάβουν να την πιάσουν. Τριάντα έξι ολόκληρα χρόνια έζησε εκεί ολομόναχη, ντυμένη μόνο με τη χάρη του Θεού, τρεφόμενη με σπόρους ηλιοτρόπιου μέσα στην απέραντη ερημιά. Καταγόταν από τη Μήθυμνα της Λέσβου και είχε χάσει νωρίς τους γονείς της.

Οι συγγενείς την παρέδωσαν σε γυναικείο μοναστήρι, όπου ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και αγάπησε με όλη της την ψυχή τη λατρεία. Έμαθε απέξω ψαλμούς, ύμνους και αναγνώσματα που αργότερα έγιναν η μόνη της παρηγοριά. Την ημέρα του Πάσχα ζήτησε ευλογία από την ηγουμένη και πήγε στο κοντινό χωριό να δει την αδελφή της.

Εκεί διανυκτέρευσε, χωρίς να φαντάζεται τη συμφορά που πλησίαζε. Μέσα στη νύχτα έπεσαν στον τόπο Άραβες πειρατές με αρχηγό τον άγριο Νιζάρ. Άρπαξαν όλους τους κατοίκους και τους φόρτωσαν στα πλοία τους μαζί με την κοπέλα.

Μέχρι το πρωί βρίσκονταν ήδη στο ανοιχτό πέλαγος, μακριά από κάθε ανθρώπινη βοήθεια. Όταν τα πειρατικά πλοία άραξαν στην έρημη τότε Πάρο, οι αιχμάλωτοι βγήκαν στη στεριά για να εξεταστούν και να οριστεί η τιμή της εξαγοράς τους. Η νεαρή μοναχή είδε λίγο πιο πέρα ένα καταπράσινο λιβάδι και έτρεξε προς εκείνο το μέρος με όλη της τη δύναμη.

Οι πειρατές την κυνήγησαν σαν θηρευτές το θήραμά τους, μα η έρημος την έκρυψε από τα μάτια τους. Έτρεχε ασταμάτητα στο εσωτερικό του νησιού, μέχρι που αγκάθια και κοφτερές πέτρες πλήγωσαν βαθιά τα πόδια της. Έπεσε στο χώμα σαν νεκρή και το έβαψε με το αίμα της, υπομένοντας τους πόνους με σιωπηλή ευγνωμοσύνη.

Δόξαζε τον Θεό που τη γλίτωσε από τα χέρια των απίστων και διαφύλαξε την παρθενία της άθικτη. Προτίμησε να πεθάνει καθαρή στην ερημιά παρά να ζήσει με ντροπή ανάμεσα σε ανθρώπους χωρίς Θεό. Το πρωί είδε με αγαλλίαση τα πλοία να φεύγουν μακριά από το νησί.

Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε η μακρά ασκητική της ζωή στην απόλυτη μοναξιά. Βρήκε καταφύγιο σε έναν εγκαταλειμμένο ναό της Παναγίας και τον μεταμόρφωσε σε αδιάκοπο τόπο προσευχής της. Πέρασαν τα χρόνια και κάποτε έφτασαν στο νησί κυνηγοί από το ευβοϊκό όρος για να πιάσουν ελάφια και αγριοκάτσικα.

Ένας από αυτούς, άνθρωπος ευλαβής και απλοϊκός, ξεμάκρυνε από τους συντρόφους του και βρήκε τυχαία τον ερημικό ναό. Μπήκε μέσα να προσευχηθεί όπως ήξερε και πρόσεξε σε μια μικρή λακκούβα νερό με μουσκεμένους σπόρους ηλιοτρόπιου. Σκέφτηκε αμέσως ότι κάποιος δούλος του Θεού πρέπει να ζει εκεί κρυμμένος και τράφεται μ’ αυτούς τους σπόρους.

Επέστρεψε στους συντρόφους του χωρίς να πει τίποτα, αλλά η περιέργεια και η ευλάβεια τον τραβούσαν πίσω στον ναό. Όταν ξαναμπήκε για δεύτερη φορά, διέκρινε δεξιά από την αγία τράπεζα πυκνούς ιστούς αράχνης. Πίσω τους κάτι σαλεύονταν αμυδρά, σαν να το κουνούσε αέρας.

Πλησίασε να τραβήξει τα δίχτυα, μα ακούστηκε αμέσως μια φωνή να τον σταματά. Του είπε να μην προχωρήσει άλλο, γιατί πίσω από τους ιστούς στεκόταν μια γυμνή γυναίκα. Ο κυνηγός τρόμαξε τόσο που τα πόδια του έτρεμαν και τα μαλλιά του σηκώθηκαν όρθια.

Πήρε κουράγιο και ρώτησε ποια είναι και πώς ζει σ’ αυτόν τον έρημο τόπο. Έβγαλε το πάνω του ένδυμα, το άφησε στο χώμα και βγήκε έξω για λίγο, ώσπου εκείνη ντύθηκε με σεμνότητα. Όταν την αντίκρισε ξανά, είδε μπροστά του μια ύπαρξη που έμοιαζε περισσότερο με νεκρό παρά με ζωντανό άνθρωπο.

Τα κόκαλά της σκεπάζονταν μόνο από δέρμα, τα μαλλιά της ήταν κάτασπρα, το πρόσωπο μαυρισμένο, τα μάτια βαθιά μέσα στις κόγχες. Έπεσε στη γη και ζήτησε ταπεινά την ευχή και την ευλογία της. Η οσία ύψωσε τα χέρια προς την ανατολή και προσευχήθηκε σιγανά για χάρη του κυνηγού.

Έπειτα του φανέρωσε την ιστορία της με λίγα μετρημένα λόγια. Του είπε το όνομά της και την καταγωγή της, την αρπαγή από τους πειρατές και τη φυγή στη μέση του νησιού. Του εξήγησε ότι ζούσε εκεί τριάντα έξι χρόνια τρεφόμενη με σπόρους και κυρίως με τον λόγο του Θεού.

Θυμόταν απέξω όλους τους ψαλμούς και τους ύμνους της μονής της και μ’ αυτούς γλύκαινε την ψυχή της. Στο τέλος του ζήτησε μια χάρη πολύ σημαντική. Όταν θα ξαναπερνούσε από το νησί, να της φέρει σε καθαρό σκεύος ένα τεμάχιο της Θείας Κοινωνίας.

Ο κυνηγός γύρισε στους συντρόφους του και δεν αποκάλυψε σε κανέναν το μυστικό που είχε ζήσει στον ερημικό ναό. Όλον τον χρόνο περίμενε την επόμενη άνοιξη σαν τη μεγαλύτερη χαρά της ζωής του. Όταν ήρθε η ώρα, ζήτησε από έναν ιερέα ένα κομμάτι των Αχράντων Μυστηρίων σε μικρή καθαρή θήκη.

Το φύλαξε με ευλάβεια στον κόρφο του και ξεκίνησε ξανά για το νησί μαζί με την παρέα του. Έτρεξε πρώτος στον γνωστό ναό της Παναγίας, αλλά δεν βρήκε εκεί την οσία γυναίκα. Σκέφτηκε ότι ίσως αποτραβήχτηκε βαθύτερα στην έρημο εξαιτίας των άλλων κυνηγών που τον συνόδευαν.

Λυπημένος βγήκε έξω, μα σύντομα ξέφυγε κρυφά και επέστρεψε μόνος του στον τόπο της συνάντησης. Τότε εμφανίστηκε ξανά η οσία, ντυμένη με το ίδιο ρούχο που της είχε δώσει την προηγούμενη φορά. Ο άνθρωπος έπεσε μπροστά της να την προσκυνήσει, μα εκείνη τον σήκωσε με δάκρυα.

Του θύμισε ότι κρατούσε τα Θεία Δώρα και δεν έπρεπε να ντροπιάζει τα Μυστήρια του Χριστού με μια τέτοια κίνηση. Έπειτα προσκύνησε τα Δώρα και βρέχοντας το χώμα με δάκρυα κοινώνησε με κατάνυξη απερίγραπτη. Σήκωσε τα χέρια της και αναφώνησε με ευγνωμοσύνη το «Νυν απολύεις τον δούλον σου», γιατί τα μάτια της είχαν δει τη σωτηρία της.

Δοξολόγησε για ώρα τον Θεό και κατόπιν έδωσε στον κυνηγό την ευλογία της για το ταξίδι του γυρισμού. Όταν εκείνος επέστρεψε λίγες μέρες αργότερα για να την αποχαιρετήσει, τη βρήκε νεκρή πάνω στη γη με σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος. Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο, σαν να είχε αποκοιμηθεί ήρεμα στην αγκαλιά του Δημιουργού της.

Έπεσε επάνω της και ασπαζόταν με δάκρυα τα ευλογημένα πόδια της οσίας. Από απλότητα δεν σκέφτηκε να καλέσει τους συντρόφους του για μια τίμια ταφή. Έσκαψε μόνος ένα ρηχό λάκκο και τοποθέτησε με σεβασμό μέσα το ιερό σκήνωμα.

Τόλμησε όμως να αποκόψει το χέρι της για να το πάρει ως ευλογία στο σπίτι του. Το τύλιξε σε καθαρό μαντήλι και το έκρυψε στον κόρφο του χωρίς να μιλήσει σε κανέναν. Σήκωσαν πανιά αργά το απόγευμα και ξεκίνησαν με ούριο άνεμο για την Εύβοια.

Νόμιζαν ότι το πλοίο πετούσε σαν πουλί πάνω στο πέλαγος μέσα στη νύχτα. Όταν όμως ξημέρωσε, βρέθηκαν ξανά μπροστά στις ίδιες ακτές της Πάρου, σαν να μην είχαν κουνηθεί καθόλου. Το καράβι στεκόταν ακίνητο στο νερό, κρατημένο από μυστική δύναμη που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει.

Όλοι φοβήθηκαν και άρχισαν να ρωτούν μήπως κάποιος είχε αμαρτήσει και κρατούσε πίσω το ταξίδι τους. Ο κυνηγός κατάλαβε αμέσως την ενοχή του και βγήκε κρυφά στη στεριά για να επανορθώσει. Έτρεξε στον τάφο της οσίας, ακούμπησε το άγιο χέρι στη θέση του και προσευχήθηκε με συντριβή.

Όταν επέστρεψε στο πλοίο, αυτό κινήθηκε αμέσως ελεύθερα και άρχισε να αρμενίζει χωρίς εμπόδιο. Καθώς πλησίαζαν στην Εύβοια, ομολόγησε στους συντρόφους του όλα τα θαυμαστά γεγονότα του νησιού. Εκείνοι συγκινήθηκαν βαθιά, μα ταυτόχρονα οργίστηκαν που δεν τους είχε φανερώσει νωρίτερα το μυστικό.

Γύρισαν αμέσως πίσω στην Πάρο για να προσκυνήσουν την οσία και να πάρουν την ευλογία της. Έφτασαν στον ναό και έτρεξαν στο σημείο της ταφής με μεγάλη ευλάβεια και αγωνία. Το λείψανο όμως δεν βρισκόταν πια εκεί, αλλά μόνο το αποτύπωμα του σώματος επάνω στο χώμα.

Δόξασαν τον Θεό για το θαύμα και διηγήθηκαν σε όλους τα μεγαλεία της οσίας Θεοκτίστης.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 09 Nëntor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Όσιοι Ευθύμιος και Νεόφυτος, κτήτορες της Μονής Δοχειαρίου

Ένας θείος και ο ανεψιός του, βλαστοί της ανώτερης βυζαντινής αριστοκρατίας, άφησαν παλάτια και αξιώματα για να χτίσουν μοναστήρι στις πλαγιές του Άθωνα. Ο Ευθύμιος υπήρξε στενός φίλος του Αγίου Αθανασίου της Μεγίστης Λαύρας…

Lexo jetën

Όσιος Ιωάννης ο Κολοβός, ο Διδάσκαλος της Υπακοής

Ένα ολόξερο ξύλο, καρφωμένο στην άμμο της ερήμου, βλάστησε ύστερα από τρία χρόνια καθημερινού ποτίσματος και γέμισε καρπούς, μαρτυρώντας τη δύναμη μιας απαράμιλλης υπακοής. Ο νεαρός μοναχός που το πότιζε, ο Ιωάννης ο Κολοβός,…

Lexo jetën

Η Οσία Ματρώνα της Κωνσταντινουπόλεως

Ντύθηκε άντρας και πέρασε χρόνια ολόκληρα σε αντρικό μοναστήρι με το όνομα Βαβύλας, χωρίς κανείς να μαντέψει την αλήθεια. Όταν φανερώθηκε το μυστικό της στον όσιο Βασιανό μέσα από θεϊκό όραμα, η ζωή της…

Lexo jetën

Η Παναγία η Γοργοϋπήκοος της Μονής Δοχειαρίου

Ένας μοναχός στο Άγιον Όρος τυφλώθηκε ξαφνικά, επειδή μαύριζε με τον καπνό του δαυλού του την αγία εικόνα της Παναγίας. Στη μετάνοιά του η Θεοτόκος αποκρίθηκε ζωντανά, του χάρισε ξανά το φως και υποσχέθηκε…

Lexo jetën

Ο Άγιος Μάρτυς Αντώνιος της Απαμείας

Ένας απλός λιθοξόος από τη Συρία τόλμησε να μπει μέσα στον ειδωλολατρικό ναό της πατρίδας του και να συντρίψει τα είδωλα με τα ίδια του τα χέρια. Λίγο αργότερα, την ώρα που έχτιζε εκκλησία…

Lexo jetën

Ο Άγιος Νεκτάριος ο Θαυματουργός της Αιγίνης

Ένα δεκατετράχρονο αγόρι έγραψε γράμμα κατευθείαν στον Χριστό, ζητώντας του παπούτσια και ρούχα μέσα στη φτώχεια της Πόλης. Χρόνια αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος έγινε επίσκοπος που πέθανε χωρίς πανάγια, χωρίς σταυρό και χωρίς λεφτά.…

Lexo jetën

Ονησιφόρος και Πορφύριος, οι μάρτυρες που μάζευαν σώματα μαρτύρων μέσα στη νύχτα

Μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, δύο πιστοί χριστιανοί κατέβαιναν στις χαράδρες της Εφέσου για να μαζέψουν σώματα μαρτύρων. Αυτοί οι δύο, ο Ονησιφόρος και ο Πορφύριος, βρήκαν τελικά τον ίδιο θάνατο, δεμένοι πίσω από…

Lexo jetën
1