Η Μελάνη της Ρώμης και ο πλούτος που έγινε ουρανός
Στα δεκατέσσερά της χρόνια η Βαλερία Μελάνη παντρεύτηκε χωρίς τη θέλησή της τον νεαρό Απινιανό, μέσα σε ένα από τα πιο πλούσια αρχοντικά της Ρώμης. Λίγο μετά τη γαμήλια τελετή, του ζήτησε να ζήσουν με σωφροσύνη, όμως εκείνος ζήτησε πρώτα να αποκτήσουν κληρονόμους. Από τότε άρχισε μέσα στα μεταξωτά της να φοράει κρυφά τρίχινο σακκίο και να περνάει τις νύχτες στην προσευχή.
Έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Ονωρίου, σε μια εποχή που οι Ρωμαίες αριστοκράτισσες γοητεύονταν από τις διηγήσεις για τους ασκητές της Αιγύπτου. Πολλές κυρίες, ανάμεσά τους η Ασέλλα, η Φαβιόλα, η Μαρκέλλα και η Παύλα, εγκατέλειπαν τα πλούτη τους για τη στενή οδό του Ευαγγελίου. Στον ίδιο δρόμο βρέθηκε και η Μελάνη η Νέα, εγγονή της Μελάνης της Πρεσβυτέρας, που είχε ήδη ασκητεύσει στην Ανατολή.
Η οικογένειά της κατείχε αχανείς εκτάσεις από τη Βρετανία ως την Αφρική και ζούσε με πλούτο που μόνο ο αυτοκράτορας μπορούσε να συγκρίνει. Όμως η νεαρή Βαλερία αναζητούσε άλλο θησαυρό, αυτόν που δεν φθείρει ο χρόνος. Σε ηλικία είκοσι ετών, η Μελάνη γέννησε ένα κορίτσι το οποίο αφιέρωσε αμέσως στον Θεό μαζί με τον σύζυγό της.
Λίγο αργότερα έφερε στον κόσμο πρόωρα ένα αγόρι που έφυγε γρήγορα για τον ουρανό, ενώ η ίδια κινδύνεψε σοβαρά. Τότε ο Απινιανός, βλέποντας τον πόνο της γυναίκας του, έδωσε υπόσχεση στον Θεό να ζήσουν για πάντα με σωφροσύνη. Αναρρώνοντας, η Μελάνη απέθεσε τα στολίδια και τα πολυτελή ρούχα και στράφηκε ολόψυχα στην άσκηση.
Όταν πέθανε και η μικρή τους κόρη, οι δυο σύζυγοι ένιωσαν ότι ο ίδιος ο Θεός τους καλούσε σε ανώτερη ζωή. Ο πατέρας της, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του θανάτου, ζήτησε συγχώρεση και τους έδωσε επιτέλους την ευλογία του να ακολουθήσουν τον δρόμο που επιθυμούσαν. Έφυγαν τότε από τη Ρώμη και άρχισαν να επισκέπτονται αρρώστους, φυλακισμένους και εξορίστους.
Άνοιξαν την καρδιά τους και τα ταμεία τους σε χήρες, ορφανά και κατάδικους των μεταλλείων, μοιράζοντας απλόχερα την περιουσία τους σε όσους είχαν ανάγκη. Η διανομή ενός τέτοιου πλούτου δεν ήταν εύκολη υπόθεση μέσα σε μια αυτοκρατορία που στηριζόταν στις μεγάλες περιουσίες των ευγενών. Συγγενείς της Συγκλήτου προσπάθησαν να εμποδίσουν το έργο τους, όμως η ευσεβής αυτοκράτειρα Βερίνα τους υπερασπίστηκε με στοργή και τους έδωσε άδεια να πουλήσουν ελεύθερα όλα τα κτήματά τους.
Η Μελάνη ελευθέρωσε οκτώ χιλιάδες δούλους, δίνοντας στον καθένα τρία χρυσά νομίσματα για να ξεκινήσει νέα ζωή. Έστελνε με έμπιστους ανθρώπους μεγάλες ποσότητες χρυσού από τη Δύση προς την Ανατολή, και παντού ιδρύονταν εκκλησίες, μοναστήρια, νοσοκομεία και ξενώνες για τους ξένους. Όταν οι Γότθοι του Αλαρίχου κυρίευσαν τη Ρώμη το τετρακόσια δέκα μετά Χριστόν, οι δύο σύζυγοι έφυγαν στη Σικελία μαζί με εξήντα παρθένες και τριάντα μοναχούς.
Από εκεί πέρασαν στη Βόρεια Αφρική, όπου ολοκλήρωσαν τη διάθεση της περιουσίας τους και βοήθησαν τα θύματα των βαρβαρικών επιδρομών. Στον δρόμο τους έσωσαν με μεγάλα λύτρα μια ολόκληρη πόλη που είχαν αιχμαλωτίσει βάρβαροι σε ένα ξεχασμένο νησί. Επτά ολόκληρα χρόνια έμειναν κοντά στην Καρθαγένη, στην πόλη Ταγάστη, όπου τους φιλοξένησε ο σοφός επίσκοπος Αλύπιος, φίλος του ιερού Αυγουστίνου.
Εκεί ίδρυσαν δύο μοναστήρια, ένα ανδρικό με ογδόντα μοναχούς και ένα γυναικείο με εκατόν τριάντα μοναχές, και τα εξασφάλισαν με κτήματα και όλα τα αναγκαία. Η Μελάνη συνήθιζε σιγά σιγά τον εαυτό της σε αυστηρότατη νηστεία, ώσπου έφτασε να γεύεται τροφή μόνο το Σάββατο και την Κυριακή. Φορούσε πάντοτε ένα τραχύ ρούχο και κοιμόταν ελάχιστα πάνω σε μια φθαρμένη ψάθα στο χώμα.
Αντέγραφε με όμορφο γράμμα ιερά βιβλία, τα οποία πουλούσε για να μοιράζει χρήματα στους φτωχούς, και διάβαζε τρεις φορές τον χρόνο όλη την Αγία Γραφή. Όταν τα μάτια της κουράζονταν, ζητούσε από άλλη αδελφή να της διαβάζει, ώστε ο νους της να μη μένει ποτέ αργός. Συναντούσε ασκητές που αρνούνταν τη βοήθειά της, όπως ο γέροντας Ηφαιστίων, και θαύμαζε την ολοκληρωτική τους ακτημοσύνη.
Έπειτα από επτά χρόνια στην Αφρική, ξεκίνησε προσκύνημα στους Αγίους Τόπους μαζί με τη μητέρα της Αλβίνα και τον Απινιανό, που είχε πια γίνει πνευματικός της αδελφός. Στην Αλεξάνδρεια συνάντησε τον άγιο Κύριλλο και ασπάστηκε τις ευλογίες του. Στα Ιεροσόλυμα περνούσε τις ημέρες της στη βασιλική της Αναστάσεως και, όταν έκλειναν οι πύλες με τη δύση του ηλίου, ανέβαινε στον Γολγοθά για να προσευχηθεί όλη τη νύχτα.
Μετά από ένα νέο ταξίδι στην Αίγυπτο, κοντά στους ασκητές της Νιτρίας, εγκαταστάθηκε σε ένα ξύλινο κελί στο Όρος των Ελαιών. Έμεινε εκεί δεκατέσσερα χρόνια, από το τετρακόσια δεκαεπτά ως το τετρακόσια τριάντα ένα. Κάθε Μεγάλη Σαρακοστή, από τα Θεοφάνεια μέχρι το Πάσχα, κλεινόταν σε αυτό το κελί ντυμένη με τραχύ ένδυμα και ξαπλωμένη πάνω στη στάχτη.
Δεχόταν μόνο τη μητέρα της, τον Απινιανό και τη νεαρή της ξαδέλφη Παύλα, την κόρη της αγίας Παύλας. Ο αυστηρός εγκλεισμός δεν την εμπόδιζε να ενδιαφέρεται για τη ζωή της Εκκλησίας. Είχε φλογερό ζήλο για την ορθόδοξη πίστη και αντιστάθηκε με δύναμη στους οπαδούς του Πελαγίου, αναγνωρίζοντας τη βαρύτητα της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου.
Είχε γνωρίσει στη Βηθλεέμ τον άγιο Ιερώνυμο και έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για τον ιερό Αυγουστίνο, ο οποίος της αφιέρωσε το βιβλίο του για τη Χάρη του Χριστού και το προπατορικό αμάρτημα. Μετά τον θάνατο της μητέρας της, το τετρακόσια τριάντα ένα, βγήκε από τον εγκλεισμό και ίδρυσε στο Όρος των Ελαιών ένα γυναικείο μοναστήρι, που γρήγορα συγκέντρωσε ογδόντα παρθένες. Από βαθιά ταπείνωση δεν δέχτηκε να γίνει η ίδια ηγουμένη, αλλά όρισε άλλη αδελφή και αρκέστηκε να διδάσκει με τα λόγια και με το παράδειγμά της.
Υπηρετούσε τις άρρωστες αδελφές και αναλάμβανε τις πιο κοπιαστικές δουλειές, μιμούμενη τον Κύριο που έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του. Δίδασκε στις μοναχές την υπομονή, την υπακοή και την αγάπη ως θεμέλιο κάθε αρετής, λέγοντας ότι ο διάβολος μιμείται όλες τις αρετές μας και νικιέται μόνο από την ταπείνωση. Όταν ο Απινιανός εκοιμήθη το τετρακόσια τριάντα δύο, η αγία τον έθαψε κοντά στη σπηλιά όπου ο Χριστός είχε προείπει την καταστροφή της Ιερουσαλήμ.
Έμεινε τέσσερα χρόνια σε ένα σκοτεινό κελί χωρίς παράθυρα και ύστερα ανέθεσε στον μαθητή και βιογράφο της Γερόντιο να ιδρύσει ανδρικό μοναστήρι. Στα τέλη του τετρακόσια τριάντα έξι ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, ύστερα από πρόσκληση του ισχυρού θείου της Βολουσιανού, που στήριζε ακόμη τη λατρεία των ειδώλων. Τον βρήκε βαριά άρρωστο και, με τη βοήθεια του πατριάρχη Πρόκλου, τον οδήγησε στο άγιο Βάπτισμα λίγο πριν αναχωρήσει από αυτή τη ζωή.
Εκεί αντιμετώπισε επίσης με σθένος τις πλάνες του Νεστορίου, στηρίζοντας πολλούς πιστούς στην ορθόδοξη πίστη. Όταν επέστρεψε στο μοναστήρι της, η αυτοκράτειρα Ευδοκία την επισκέφτηκε προσκυνώντας τους Αγίους Τόπους και ζήτησε τις σοφές συμβουλές της ως πνευματικής της μητέρας. Στον δρόμο της προς την πόλη, η βασίλισσα είχε τραυματίσει το πόδι της και μόνο με το άγγιγμα της Μελάνης βρήκε αμέσως θεραπεία.
Η αγία θεράπευσε επίσης μια νέα γυναίκα που βασανιζόταν από δαιμόνιο και βοήθησε με την προσευχή της μια ετοιμοθάνατη μητέρα να γεννήσει. Από ταπείνωση όμως έδινε πάντοτε στους πάσχοντες λάδι από τα κανδήλια των μαρτύρων ή αντικείμενα αγίων, ώστε κανένας να μη νομίζει ότι η ίδια κρατούσε τη χάρη. Λίγο πριν εκοιμηθεί, εορτάζοντας τα Χριστούγεννα στη Βηθλεέμ το τετρακόσια τριάντα εννέα, αρρώστησε και επέστρεψε στις μοναχές της.
Τις συγκέντρωσε γύρω της και τους έδωσε την πνευματική της διαθήκη, διαβεβαιώνοντάς τες ότι θα τους είναι παρούσα αόρατα, αρκεί να κρατούν αναμμένες τις λαμπάδες τους όπως οι φρόνιμες παρθένες. Ύστερα από έξι ημέρες έδωσε τις τελευταίες της εντολές και στους μοναχούς και όρισε τον Γερόντιο πνευματικό πατέρα και ηγούμενο των δύο μοναστηριών. Έπειτα κοιμήθηκε ειρηνικά λέγοντας τα τελευταία της λόγια, ότι όπως άρεσε στον Κύριο, έτσι και έγινε.
Μοναχοί και μοναχές από τα μοναστήρια της Παλαιστίνης μαζεύτηκαν γύρω της και έψαλλαν αγρυπνία ολόκληρη τη νύχτα. Όταν την έθαψαν χαράματα, σκέπασαν το σώμα της με ζώνες, σχήματα και άλλα ευλογημένα αντικείμενα από αγίους ανθρώπους, σαν να ασπάζονταν μια ολόκληρη παράδοση που ζούσε μέσα της. Το μοναστήρι της καταστράφηκε στις αρχές του εβδόμου αιώνα κατά την περσική εισβολή, τιμάται όμως μέχρι σήμερα η σπηλιά της στο Όρος των Ελαιών.
Η ζωή της παραμένει μια αδιάκοπη μαρτυρία ότι ο πλούτος, όταν προσφέρεται με αγάπη, μεταμορφώνεται σε θησαυρό ουράνιο. Από βασιλικά παλάτια έφτασε στη σιωπή της ερήμου, ντυμένη πια μόνο με το ταπεινό φως του Χριστού. Η μνήμη της τιμάται στις τριάντα μία Δεκεμβρίου, σφραγίζοντας το τέλος του χρόνου με την ευωδία της αγιότητάς της.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 31 Dhjetor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιος Ζωτικός ο Ορφανοτρόφος και Προστάτης των Λεπρών
Αγόρασε αληθινούς πολύτιμους λίθους με τον χρυσό του αυτοκράτορα, μα δεν ήταν πετράδια εκείνα που έκρυβε στην καρδιά του. Ήταν οι λεπροί της Νέας Ρώμης, τους οποίους έσωσε από τον πνιγμό και τον αφανισμό…
Lexo jetënΌσιος Κυριάκος της Μπισερικάνι
Εξήντα ολόκληρα χρόνια έζησε μέσα σε μια σπηλιά πάνω στο Όρος του Σίμωνα, χωρίς ρούχα, χειμώνα και καλοκαίρι. Το σώμα του σκεπάστηκε με τρίχες, σαν να ήταν ένας νέος Ονούφριος της ρουμανικής ερήμου, μακριά…
Lexo jetënΌσιος Κυριάκος του Ταζλάου
Πενήντα ολόκληρα χρόνια έζησε μέσα στην ερημιά ενός βουνού της Μολδαβίας, τρεφόμενος μόνο με ξερό ψωμί και άγριους καρπούς. Το άγιο λείψανό του μοιράστηκε αργότερα κομμάτι κομμάτι στους πιστούς, για να μη βεβηλωθεί από…
Lexo jetënΗ Οσία Σαβιανή της Μονής Σαμτσχέ
Στη μονή της παρέλαβε ένα κοριτσάκι από αρχοντική οικογένεια και το ανέθρεψε σαν δικό της παιδί μέσα στην προσευχή. Λίγο αργότερα δέχτηκε και τον μικρό αδελφό του, τον επτάχρονο Γεώργιο, που έμελλε να γίνει…
Lexo jetënΗ εικόνα του Ρόδου του Αμαράντου στο Αρντάτοβ
Στη μικρή πόλη Αρντάτοβ, πενήντα βέρστια μακριά από το Αρζαμάς της Ρωσίας, φυλάσσεται μια θαυμαστή εικόνα της Παναγίας με το όνομα Ρόδον το Αμάραντον. Το θείο Βρέφος κρατά στο αριστερό του χέρι ένα λουλούδι,…
Lexo jetën