Η Οπτασία του Οσίου Κοσμά
Ένας πιστός υπηρέτης του αυτοκρατορικού κοιτώνα άφησε τα παλάτια της Κωνσταντινουπόλεως και έγινε ηγούμενος σε μοναστήρι κοντά στον ποταμό Σάγαρι. Εκεί, μετά από βαριά αρρώστια πέντε μηνών, αξιώθηκε να δει με τα ίδια του τα μάτια τα μυστήρια του άλλου κόσμου. Ο Όσιος Κοσμάς έζησε στα χρόνια της βασιλείας του Ρωμανού του Λεκαπηνού, γύρω στο έτος εννιακόσια τριάντα δύο μετά Χριστόν.
Καταγόταν από το άμεσο περιβάλλον του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου, του γιου του Βασιλείου του Μακεδόνος και αδελφού του Λέοντος του Σοφού. Όμως ο πόθος του Θεού νίκησε τη λάμψη των ανακτόρων, και ο νεαρός υπηρέτης εγκατέλειψε τον κόσμο. Με το αγγελικό σχήμα πήρε το όνομα Κοσμάς και ακολούθησε τη μοναχική πολιτεία με ζήλο και ταπείνωση.
Σύντομα η αρετή του τον ανέδειξε ηγούμενο του σεβάσμιου μοναστηριού στις όχθες του Σαγγαρίου ποταμού. Πέρασαν αρκετά χρόνια ειρηνικής διακονίας, ώσπου τον βρήκε μια βαριά και επώδυνη αρρώστια. Η ασθένεια κράτησε πολύ καιρό και εξάντλησε εντελώς τις σωματικές του δυνάμεις.
Όταν συμπληρώθηκαν πέντε ολόκληροι μήνες, ο Όσιος συνήλθε λίγο και ζήτησε να σηκωθεί από το κρεβάτι του. Οι αδελφοί τον στήριξαν από τα δύο μέρη και τον βοήθησαν να καθίσει για να ξεκουραστεί λίγο. Εκείνη τη στιγμή ο Όσιος βγήκε εκτός εαυτού και έμεινε σε έκσταση από την τρίτη ώρα της ημέρας μέχρι την ενάτη.
Τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα και κοιτούσαν προς τη στέγη, ενώ το στόμα του ψιθύριζε λόγια ακατάληπτα. Όταν ήρθε για λίγο στον εαυτό του, ζήτησε από τους παρόντες να του δώσουν δύο κομμάτια ψωμιού. Έλεγε πως μόλις τα είχε λάβει από έναν τίμιο γέροντα και έψαχνε με τα χέρια στον κόρφο του.
Οι αδελφοί κατάλαβαν ότι θεία έκσταση είχε αρπάξει τον γέροντα και τον παρακαλούσαν να μιλήσει. Τον ρωτούσαν πού βρισκόταν τόσες ώρες και με ποιον συνομιλούσε κουνώντας τα χείλη του. Ο Όσιος όμως, βλέποντάς τους να θρηνούν και να επιμένουν, τους ζήτησε με πραότητα να ησυχάσουν.
Τους υποσχέθηκε πως όταν θελήσει ο Κύριος και επανέλθει εντελώς, τότε θα ικανοποιήσει το αίτημά τους. Έτσι κράτησε σιωπή έως ότου τον εγκατέλειψε ολότελα η ταραχή της οράσεως. Το επόμενο πρωί συγκεντρώθηκε όλη η αδελφότητα στο κελί του και ο γέροντας άρχισε να διηγείται.
Τους είπε πως ήταν αδύνατο να περιγράψει με λεπτομέρεια όσα είδε, γιατί υπερβαίνουν κάθε ανθρώπινο νου και γλώσσα. Καθώς καθόταν στο κρεβάτι, στηριγμένος από τους δύο αδελφούς, είδε στα αριστερά του ένα πλήθος μαύρων ανθρωπαρίων με τρομακτικές μορφές. Άλλα είχαν μάτια αναποδογυρισμένα, άλλα μαύρα σαν μολύβι, και άλλα αιματωμένα σαν θηρία και φονιάδες.
Τα χείλη τους ήταν φουσκωμένα και παραμορφωμένα, καθένα με τον δικό του τρόπο σκοτεινό και αποκρουστικό. Τα ανθρωπάρια πλησίασαν την κλίνη του και πάσχιζαν να τον αρπάξουν από τους αδελφούς. Στην αρχή, βλέποντας τους μοναχούς γύρω του, δεν φοβόταν τις ορμές τους και αισθανόταν ασφάλεια.
Ξαφνικά όμως βρέθηκε μόνος, χωρίς τους πατέρες, και τα δαιμόνια τον κυρίευσαν με μεγάλη θρασύτητα. Άλλα τον τραβούσαν δεμένο μπροστά και άλλα τον έσπρωχναν δυνατά από πίσω. Άλλα τον στενοχωρούσαν φοβερά και τον οδηγούσαν με βία προς άγνωστη κατεύθυνση.
Έτσι τον έφεραν σε έναν τεράστιο και βαθύτατο γκρεμό που έφτανε ως τον τάρταρο. Το πλάτος εκείνου του χάσματος ήταν μεγαλύτερο και από μια πετροβολιά, και το βάθος του φαινόταν απύθμενο. Στο ένα μέρος του φοβερού γκρεμού υπήρχε ένα μονοπάτι τόσο στενό, που μόλις χωρούσε ένα ίχνος ποδιού.
Σε αυτόν τον στενότατο δρόμο τον τραβούσαν με μεγάλη βία οι μαύρες εκείνες μορφές. Ο ίδιος προσπαθούσε να γέρνει διαρκώς προς τα δεξιά, μήπως γλιστρήσει και πέσει στο αχανές βάθος. Μέσα στο χάος φαινόταν να τρέχει ένας ποταμός, που έβγαζε φοβερή βοή από το ορμητικό του ρεύμα.
Όταν με πολλή τρομάρα πέρασαν τη στενή εκείνη ατραπό, βρήκαν μπροστά τους μια μεγάλη και μισάνοιχτη πύλη. Στην πύλη καθόταν ένας πελώριος άνδρας, γιγάντιος στο σώμα και μαύρος στη μορφή, φοβερός σε όλη του την όψη. Τα μάτια του ήταν αναποδογυρισμένα, αιματωμένα και έβγαζαν φλόγες πυρός που σκορπούσαν τρόμο.
Από τη μύτη του έβγαινε καπνός και η γλώσσα του κρεμόταν έξω από το στόμα σχεδόν μια πήχη. Το δεξί του χέρι ήταν τελείως παγωμένο, ενώ το αριστερό χοντρό σαν κολόνα και πολύ μακρύ. Με εκείνο το αριστερό χέρι άρπαζε τους αμαρτωλούς και τους έριχνε στο άπειρο χάος, μέσα σε σπαρακτικές κραυγές.
Μόλις πλησίασαν τον φοβερό γίγαντα, εκείνος φώναξε δυνατά πως ο Κοσμάς ήταν φίλος του και άπλωσε το χέρι να τον πιάσει. Ο Όσιος τρόμαξε, μάζεψε τον εαυτό του και αμέσως φάνηκαν δύο άνδρες με λευκά μαλλιά και ιεροπρεπή όψη. Τους αναγνώρισε από τις άγιες εικόνες ως τον Απόστολο Ανδρέα και τον Ευαγγελιστή Ιωάννη.
Μόλις τους αντίκρισε ο ασχημότατος γίγαντας, φοβήθηκε αμέσως και κρύφτηκε με ταραχή. Οι δύο φωτεινοί άνδρες πήραν τον Κοσμά με ευμένεια και πέρασαν μαζί του μια εσωτερική πύλη. Από εκεί βγήκαν σε μια πεδιάδα με κάλλιστα χωριά και πανέμορφα τοπία που χάιδευαν την ψυχή.
Στην άκρη της πεδιάδας βρήκαν μια χλοερή και πανευφρόσυνη κοιλάδα, της οποίας την ωραιότητα δεν μπορεί να περιγράψει ανθρώπινη γλώσσα. Στο μέσον της κοιλάδας καθόταν ένας χαρίεις γέροντας, με αμέτρητα παιδιά γύρω του σαν την άμμο της θαλάσσης. Όταν ρώτησε ο Κοσμάς ποιος ήταν, οι συνοδοί του αποκρίθηκαν πως επρόκειτο για τον Αβραάμ και τον κόλπο του.
Πλησίασε τότε με ευλάβεια και ασπάστηκε τον πατριάρχη με βαθιά συγκίνηση. Έπειτα συνέχισαν τον δρόμο τους προς τα ενδότερα μέρη του παραδείσου. Πέρα από την κοιλάδα έφτασαν σε έναν τεράστιο ελαιώνα, του οποίου τα δέντρα ήταν αμέτρητα σαν τα άστρα του ουρανού.
Κάτω από κάθε δέντρο υπήρχε μια σκηνή και μέσα σε κάθε σκηνή ένα κρεβάτι με έναν άνθρωπο. Σε εκείνες τις ιερές σκηνές ο Κοσμάς αναγνώρισε πολλούς που ζώντας στη γη βρίσκονταν στα βασιλικά παλάτια. Άλλους πάλι γνώρισε από τους κατοίκους της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και από τους αδελφούς του δικού του μοναστηριού.
Όλοι όσοι αντίκρισε εκεί είχαν ήδη κοιμηθεί από τη ζωή τούτη. Ενώ συλλογιζόταν να ρωτήσει τους δύο γέροντες για τον θαυμαστό ελαιώνα, εκείνοι πρόλαβαν την απορία του. Του είπαν πως αυτές ακριβώς είναι οι πολλές μονές που αναφέρει η Γραφή στον οίκο του Σωτήρα.
Μοιράζονται κατ’ αξία σε καθέναν, σύμφωνα με το μέτρο της αρετής που απέκτησε στην παρούσα ζωή. Πέρα από τον ελαιώνα φάνηκε μια πόλη, με κάλλος και τείχη που ξεπερνούσαν κάθε φαντασία και περιγραφή. Γύρω από την πόλη υπήρχαν δώδεκα ζώνες κατασκευασμένες από τους δώδεκα τιμίους λίθους της Αποκαλύψεως.
Κάθε ζώνη είχε διαφορετικό χρώμα και σχημάτιζε έναν ολόκληρο κύκλο γύρω από τα πανύψηλα τείχη. Οι πόρτες της πόλεως ήταν στολισμένες με χρυσάφι και ασήμι και άστραφταν στο φως. Μέσα από τις πύλες απλωνόταν χρυσό δάπεδο, με χρυσά σπίτια, χρυσά καθίσματα και χρυσές τράπεζες.
Όλη η πόλη ήταν γεμάτη από ανέκφραστο φως, ευωδίες και ποικίλες χάρες του Πνεύματος. Πουθενά δεν φαινόταν άνθρωπος ή ζώο ή κάτι από όσα κινούνται στη γη τούτη. Στην άκρη της πόλεως βρίσκονταν θαυμαστά βασιλικά ανάκτορα και στην είσοδό τους ένας μεγαλοπρεπής νυμφικός θάλαμος.
Μέσα στον θάλαμο ήταν στρωμένη μια τράπεζα από ρωμαϊκό μάρμαρο, γεμάτη με συνδαιτυμόνες ευφραινόμενους. Όλος ο οίκος έλαμπε από καθαρότατο φως και πλημμύριζε από ευωδία και κάθε ουράνια χάρη. Κοντά στον θάλαμο φάνηκαν δύο φωτόμορφοι νέοι, με πρόσωπα σαν αστραπή και γεμάτοι λαμπρότητα.
Ίσως ήταν οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, που υπηρετούν στα ουράνια βασίλεια του Θεού. Εκείνοι μίλησαν στους δύο γέροντες και είπαν να καθίσει και ο Κοσμάς στην ιερή εκείνη τράπεζα. Αμέσως οι συνοδοί του τον οδήγησαν στη θέση του και κάθισαν και οι ίδιοι παράπλευρα.
Καθώς παρατηρούσε γύρω, αναγνώρισε πολλούς γνωστούς του από τους κοσμικούς και από τους μοναχούς της μονής του. Πέρασαν πολλές ώρες και οι φωτεινοί νέοι έσκυψαν ξανά και μίλησαν στους δύο γέροντες. Τους είπαν να επιστρέψουν τον Κοσμά πίσω, διότι τα πνευματικά του τέκνα πενθούσαν πικρά και έκλαιγαν για εκείνον.
Ο Βασιλεύς των ουρανών δέχτηκε τους στεναγμούς τους και θέλησε να μείνει ακόμη ο γέροντας στη μοναδική ζωή. Παρήγγειλαν επίσης να πάρουν στη θέση του τον μοναχό Αθανάσιο από το μοναστήρι του Τραϊανού. Οι δύο γέροντες τον οδήγησαν τότε από συντομότερο δρόμο έξω από την πόλη και τον θάλαμο.
Καθ’ οδόν συνάντησαν επτά λίμνες γεμάτες με διάφορες κολάσεις και τιμωρίες των αμαρτωλών. Άλλη λίμνη ήταν γεμάτη σκοτάδι, άλλη φωτιά, άλλη βρωμερή ομίχλη και άλλη φοβερά σκουλήκια χωρίς τέλος. Μέσα σε όλες έκλαιγαν και οδύρονταν αμέτρητα πλήθη ψυχών με σπαρακτικό και γοερό θρήνο.
Πέρα από τις λίμνες αντίκρισαν πάλι τον γέροντα Αβραάμ, και ο Κοσμάς τον προσκύνησε ξανά με ευλάβεια. Εκείνος του έδωσε ένα χρυσό ποτήρι κρασί γλυκύτερο και από το μέλι, καθώς και τρία κομμάτια ξηρού άρτου. Το ένα κομμάτι το βούτηξε στο κρασί και το έφαγε, ενώ τα άλλα δύο τα έβαλε στον κόρφο του.
Λίγο πιο πέρα συνάντησαν ξανά τον γιγάντιο εκείνον της μαύρης μορφής, που τρίζοντας τα δόντια του κοίταζε τον γέροντα. Με θυμό και πικρία του είπε πως για την ώρα γλίτωσε, μα στο εξής δεν θα πάψει να του στήνει σκάνδαλα και πειρασμούς. Απείλησε επίσης να στραφεί εξίσου και ενάντια σε ολόκληρο το μοναστήρι του Κοσμά.
Με τα λόγια αυτά τέλειωσε η οπτασία και ο Όσιος επανήλθε ολότελα στον εαυτό του χωρίς να ξέρει πώς. Όταν ολοκλήρωσε τη διήγηση, στάλθηκε αδελφός στο μοναστήρι του Τραϊανού για να εξακριβώσει τα γεγονότα. Βρήκε τον μοναχό Αθανάσιο νεκρό, καθώς τον μετέφεραν πάνω στο κρεβάτι έξω από το κελί του.
Όταν ρώτησε πότε εκοιμήθη, του είπαν πως η ώρα συνέπεσε ακριβώς με την ώρα της εκστάσεως του Όσιου Κοσμά. Λίγο καιρό αργότερα τα δύο γειτονικά μοναστήρια ενώθηκαν σε ένα και διοικούνταν από έναν ηγούμενο. Ο Όσιος έζησε ακόμη τριάντα χρόνια μετά την οπτασία, ηγουμενεύοντας και αυξάνοντας πνευματικά τη συνενωμένη αδελφότητα.
Φρόντισε με ζήλο για την ενάρετη πολιτεία των μοναχών και για όλα τα αναγκαία προς συντήρηση των αδελφών. Όλα αυτά τα έπραξε για τη δόξα του φιλανθρώπου Θεού και για την ωφέλεια των πιστών. Η μνήμη του τιμάται την πέμπτη Οκτωβρίου κάθε έτους με βαθιά κατάνυξη.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 05 Tetor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιος Διονύσιος Επίσκοπος Αλεξανδρείας
Όταν οι στρατιώτες οδηγούσαν τον επίσκοπο της Αλεξάνδρειας προς τα μαρτύρια, ένα πλήθος αγνώστων χωρικών όρμησε ξαφνικά και τον άρπαξε από τα χέρια τους. Τον ανέβασαν σε ένα γαϊδουράκι δίχως σαμάρι και τον μετέφεραν…
Lexo jetënΗ Αγία Μαμέλχθα και το όνειρο που άλλαξε τη ζωή της
Μέσα στον ναό της Άρτεμης, μια ιέρεια είδε νύχτα έναν άγγελο να της φανερώνει τα μυστήρια της πίστης του Χριστού. Λίγες ώρες μετά το βάπτισμά της, ντυμένη ακόμη με το λευκό χιτώνα, την λιθοβόλησαν…
Lexo jetënΗ Σύναξη των Αγίων Ιεραρχών της Μόσχας
Στα δύσκολα χρόνια των εσωτερικών ταραχών και των πολέμων, τέσσερις Μητροπολίτες της Μόσχας κράτησαν όρθια την Ορθοδοξία σε ολόκληρη τη ρωσική γη. Ο Πατριάρχης Ιώβ καθιέρωσε την κοινή τους εορτή την πέμπτη Οκτωβρίου του…
Lexo jetënΗ Χαριτίνη της Αμισού και το τάμα της αγάπης
Όταν την έριξαν στη θάλασσα με βαριά πέτρα δεμένη στον λαιμό, εκείνη περπάτησε πάνω στα κύματα σαν να πατούσε σε στέρεο βράχο. Όταν της έξυσαν την κεφαλή, ξεφύτρωσαν μέσα σε λίγο μαλλιά πιο πυκνά…
Lexo jetënΟ Άγιος Γρηγόριος της Χάντζτα και η έρημος του Κλαρτζέτι
Σε ηλικία εκατόν δύο ετών, ο Άγιος Γρηγόριος έδωσε εντολή να μοιραστούν κεριά σε όλα τα μοναστήρια της ερήμου του Κλαρτζέτι. Όταν προσευχόταν στο κελί του, το σώμα του φωτιζόταν σαν ήλιος και ακτίνες…
Lexo jetënΟ Όσιος Δαμιανός ο Ιαματικός των Σπηλαίων του Κιέβου
Ένας ταπεινός μοναχός των Σπηλαίων του Κιέβου έτρεφε όλη του τη ζωή το σώμα του μόνο με ψωμί και νερό, χωρίς ποτέ να γευτεί τίποτε άλλο. Ο ίδιος αυτός άνθρωπος, με το άγιο έλαιο…
Lexo jetënΟ Όσιος Ευδόκιμος ο Βατοπεδινός και το ευωδιαστό λείψανο
Μέσα στα ερείπια ενός κατεστραμμένου κοιμητηρίου, οι μοναχοί της Μονής Βατοπεδίου ανακάλυψαν έναν σκελετό γονατιστό, που κρατούσε στα χέρια του εικόνα της Παναγίας. Από εκείνο το άγνωστο λείψανο αναδυόταν μια ουράνια ευωδιά, η οποία…
Lexo jetënΟ διορατικός γέροντας Ματθαίος των Σπηλαίων
Ένας μοναχός που έβλεπε καθαρά τους δαίμονες να περιφέρονται μέσα στην εκκλησία την ώρα της ακολουθίας. Ένας γέροντας που αντίκρισε δαίμονα να κάθεται πάνω σε γουρούνι και να οδηγεί ολόκληρη συνοδεία προς τη μονή…
Lexo jetënΟι Όσιοι Πατέρες και Μητέρες της Ερήμου του Κλαρτζέτι
Στην έρημο του Τάο-Κλαρτζέτι, στη νοτιοδυτική Γεωργία, χτίστηκαν δεκάδες μοναστήρια και σχολές, εκεί όπου λίγο πριν είχε σαρώσει η αραβική κατοχή και μια θανατηφόρα επιδημία χολέρας. Εκεί ο όσιος Γρηγόριος του Χαντζτά, ιερέας μεγάλης…
Lexo jetënΟσία Μεθοδία της Κιμώλου
Έχασε τον άντρα της στη θάλασσα της Μικράς Ασίας, όταν εκείνος ναυάγησε σε ένα από τα μακρινά του ταξίδια. Λίγο αργότερα, μέσα στον ναό της Παναγίας της Οδηγήτριας στην Κίμωλο, η Ειρήνη Σάρδη γινόταν…
Lexo jetën