EmailFacebookΕπικοινωνία

Όσιος Ιωσήφ ο Θαυματουργός της Βολοκολάμσκ

Από μικρό παιδί ο Ιωάννης απομνημόνευε ολόκληρο το Ψαλτήρι μέσα σε έναν μόνο χρόνο, και τον επόμενο χρόνο γνώριζε απέξω όλη την Αγία Γραφή. Στο κελί του δεν είχε ούτε ένα βιβλίο, όμως απάγγελνε από στήθους Ευαγγέλιο, Αποστόλους και Ψαλτήρι κατά τον μοναχικό κανόνα. Γεννήθηκε στις δεκατέσσερις Νοεμβρίου του έτους χίλια τετρακόσια σαράντα, στο χωριό Γιάσβιστς, κοντά στην πόλη Βολοκολάμσκ της Ρωσίας.

Οι γονείς του Ιωάννης και Μαρίνα ήταν ευσεβείς και αργότερα έγιναν και οι ίδιοι μοναχοί. Σε ηλικία επτά ετών στάλθηκε στον φωτισμένο γέροντα Αρσένιο της μονής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού για να μορφωθεί. Σύντομα έγινε αναγνώστης και ψάλτης στην εκκλησία της μονής, καθώς οι σύγχρονοί του θαύμαζαν τη μνήμη του.

Από την παιδική του ηλικία απέφευγε τα αισχρά λόγια και τα ανώφελα γέλια, και ζούσε μυστική μοναχική ζωή ακόμη και πριν γίνει μοναχός. Μελετούσε αδιάκοπα τη Γραφή και τους Πατέρες, και η ψυχή του βρισκόταν σε διαρκή θεωρία του Θεού. Σε ηλικία είκοσι ετών ο Ιωάννης άφησε το πατρικό σπίτι και αναζήτησε την έρημο κοντά στη μονή Σαββίνου του Τβερ.

Εκεί συνάντησε τον αυστηρό ασκητή γέροντα Βαρσανούφιο, όμως ο κανόνας της μονής δεν του φάνηκε αρκετά αυστηρός. Με την ευλογία του γέροντα κατευθύνθηκε στον άγιο Παφνούτιο του Μπόροφ, μαθητή του γέροντα Νικήτα, ο οποίος υπήρξε μαθητής του αγίου Σεργίου του Ραντονέζ. Η απλή ζωή του γέροντα και η αυστηρή τήρηση του κανόνα ταίριαζαν στην ψυχή του νέου ασκητή.

Στις δεκατρείς Φεβρουαρίου του έτους χίλια τετρακόσια εξήντα, ο Παφνούτιος τον έκειρε μοναχό με το όνομα Ιωσήφ. Με αγάπη και ζήλο σήκωσε ο νέος μοναχός βαριά διακονήματα στο μαγειρείο, στον φούρνο και στο νοσοκομείο. Διακονούσε τους αρρώστους με τόση φροντίδα, σαν να υπηρετούσε τον ίδιο τον Χριστό.

Είχε φωνή αρμονική σαν χελιδονιού, και ο Παφνούτιος τον όρισε εκκλησιάρχη της μονής. Έμεινε δεκαεπτά χρόνια στο πλευρό του γέροντα και πήρε άριστη πνευματική παιδεία. Λίγο πριν την κοίμηση του Παφνουτίου χειροτονήθηκε ιερομόναχος και ορίστηκε ηγούμενος της μονής του Μπόροφ.

Ο Ιωσήφ θέλησε να μεταρρυθμίσει τη ζωή της αδελφότητας με αυστηρά κοινοβιακά πρότυπα, σύμφωνα με τη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, την Αγία Τριάδα του Σεργίου και τη μονή του Κυρίλλου της Λευκής Λίμνης. Όμως οι περισσότεροι αδελφοί αντέδρασαν σθεναρά και μόνο επτά ευσεβείς μοναχοί τον στήριξαν. Μαζί με τον γέροντα Γεράσιμο επισκέφθηκε τη μονή του Κυρίλλου, για να μελετήσει από κοντά τον τρόπο της κοινοβιακής ζωής.

Όταν επέστρεψε στο Μπόροφ, η αντίδραση των αδελφών παρέμενε αλύγιστη και αποφάσισε να ιδρύσει νέα μονή. Πήρε μαζί του τους επτά ομόψυχους μοναχούς και κατευθύνθηκε στη Βολοκολάμσκ, στο γενέθλιο δάσος του. Ο ηγεμόνας Βόρις Βασίλιεβιτς, αδελφός του μεγάλου ηγεμόνα Ιωάννη του Τρίτου, τον υποδέχθηκε με χαρά και του παραχώρησε τόπο στη συμβολή των ποταμών Στρούγκα και Σέστρα.

Την ώρα που διάλεγαν το σημείο, μια ξαφνική θύελλα έριξε τα δέντρα μπροστά τους, σαν να καθάριζε ο ίδιος ο Θεός τον τόπο της μελλοντικής μονής. Εκεί έστησαν σταυρό και ανήγειραν ξύλινο ναό προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που εγκαινιάστηκε στις δεκαπέντε Αυγούστου του έτους χίλια τετρακόσια εβδομήντα εννέα. Η μονή χτίστηκε γρήγορα, και ο ίδιος ο ιδρυτής της πρόσφερε μεγάλο μέρος του προσωπικού του κόπου.

Έκοβε δέντρα, κουβαλούσε κορμούς, πριόνιζε ξύλα, και ήταν επιδέξιος σε κάθε ανθρώπινη τέχνη. Την ημέρα μοχθούσε με τους αδελφούς στις οικοδομές και τη νύχτα προσευχόταν μόνος στο κελί του. Η φήμη της αρετής του τράβηξε σύντομα πολλούς μαθητές και ο αριθμός των μοναχών έφτασε γρήγορα τους εκατό άνδρες.

Ντυνόταν με απλά ρούχα για τον χειμώνα και φορούσε υποδήματα από φλοιό δέντρου. Πρώτος έφτανε στην εκκλησία, διάβαζε και έψαλλε με τους άλλους, δίδασκε και τελευταίος έφευγε από τον ναό. Τη νύχτα περιόδευε τα κελιά, φυλάγοντας την ησυχία και την πνευματική νήψη των αδελφών.

Συνέταξε αυστηρό κοινοβιακό κανόνα, στον οποίο υποτάσσονταν όλες οι ακολουθίες και τα διακονήματα. Στον πυρήνα του κανόνα βρισκόταν η πλήρης ακτημοσύνη, η αποταγή του ιδίου θελήματος και η αδιάκοπη εργασία. Όλα ήταν κοινά για τους αδελφούς, και κανείς δεν έπαιρνε τίποτε στο κελί του χωρίς ευλογία, ούτε καν εικόνα ή βιβλίο.

Με τα χρόνια η μονή άκμασε και χτίστηκε πέτρινος ναός της Κοιμήσεως, τον οποίο αγιογράφησε ο περίφημος Διονύσιος μαζί με τους γιους του Βλαδίμηρο και Θεοδόσιο. Στη συνέχεια ανεγέρθηκαν ναός των Θεοφανείων, καμπαναριό και ναός της Οδηγήτριας. Η μονή έγινε μεγάλο πνευματικό κέντρο και κατέγραφε ιερά βιβλία και πατερικά κείμενα, δημιουργώντας μια από τις πλουσιότερες βιβλιοθήκες της Ρωσίας.

Πολλοί μαθητές του Ιωσήφ έγιναν αργότερα μεγάλοι ιεράρχες, όπως οι Μητροπολίτες Μόσχας Δανιήλ και Μακάριος, ο Αρχιεπίσκοπος Ροστόβ Βασσιανός και οι άγιοι ιεράρχες του Καζάν Γουρίας και Γερμανός. Η επιρροή του δεν περιορίστηκε στη μονή, καθώς πολλοί λαϊκοί κατέφευγαν σε αυτόν για συμβουλή και εξομολόγηση. Με καθαρή πνευματική όραση διέκρινε τα βάθη της ψυχής και αποκάλυπτε το θέλημα του Θεού στους ερωτώντες.

Ευγενείς και ηγεμόνες ζητούσαν να γίνει νονός των παιδιών τους, και ο απλός λαός εύρισκε στη μονή τροφή στις δύσκολες στιγμές. Κάποτε τράφηκαν με τα μέσα της μονής σχεδόν επτακόσιοι άνθρωποι σε καιρό μεγάλης ανάγκης. Ο μοναχός Βησσαρίων είδε κάποτε, κατά τον Όρθρο του Μεγάλου Σαββάτου, το Άγιο Πνεύμα σαν λευκό περιστέρι να κάθεται στον Επιτάφιο που βάσταζε ο Ιωσήφ.

Στους χαλεπούς εκείνους καιρούς ο Κύριος ανέδειξε τον όσιο ζηλωτή υπερασπιστή της Ορθοδοξίας απέναντι στην αίρεση των Ιουδαϊζόντων. Η αίρεση είχε φτάσει στο Νόβγκοροντ το έτος χίλια τετρακόσια εβδομήντα μαζί με την ακολουθία του Λιθουανού ηγεμόνα Μιχαήλ Ολέλκοβιτς, μέσω του Εβραίου διδασκάλου Σχαρία. Οι αιρετικοί παρέσυραν αδαείς κληρικούς και έσπερναν δυσπιστία προς την ιεραρχία, ενώ απέρριπταν τις εικόνες και την τιμή των αγίων.

Ο μεγάλος ηγεμόνας Ιωάννης ο Τρίτος παρασύρθηκε και έφερε τους αιρετικούς στη Μόσχα, ενώ ο αιρετικός Μητροπολίτης Ζωσιμάς ανέβηκε στον θρόνο των μεγάλων ιεραρχών Πέτρου, Αλεξίου και Ιωνά. Μαζί με τον άγιο Γεννάδιο Νοβγκορόντ, ο όσιος Ιωσήφ ξεσηκώθηκε εναντίον της πλάνης και συνέταξε το θεμελιώδες έργο του, τον Φωτιστή. Στο έτος χίλια τετρακόσια ενενήντα τέσσερα καθαιρέθηκε ο Ζωσιμάς και αργότερα η Σύνοδος καταδίκασε οριστικά τους αμετανόητους αιρετικούς.

Ο όσιος συμβίωσε πνευματικά με τον άγιο Νείλο του Σόρα, και οι δύο τους ένωναν την εξωτερική εργασία με την εσωτερική θεωρία στην ίδια ρωσική μοναστική παράδοση. Ο Ιωσήφ έστελνε δικούς του μαθητές στον Νείλο για να διδαχθούν την νοερά προσευχή και εκτιμούσε βαθιά την πείρα του. Δίδασκε ότι ο μοναχός δεν πρέπει να αργοπορεί ποτέ, και ότι η εργασία αποτελεί κοινό έργο που εκφράζει την πίστη σε καλά έργα.

Υπήρξε επίσης από τους πρώτους που μίλησαν για τη Ρωσική Εκκλησία ως φορέα της ευσέβειας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Από τους μαθητές του προήλθε ο γέροντας Φιλόθεος του Ψκοβ, ο οποίος διατύπωσε τη διδασκαλία περί Μόσχας ως Τρίτης Ρώμης. Στα τελευταία του χρόνια η μονή ευημερούσε και ο όσιος προετοιμαζόταν για την αιώνια ζωή.

Στις εννέα Σεπτεμβρίου του έτους χίλια πεντακόσια δεκαπέντε, αφού κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων και έλαβε το μεγάλο σχήμα, κάλεσε όλους τους αδελφούς. Τους έδωσε την ειρήνη και την ευλογία του, και κοιμήθηκε ειρηνικά εν Κυρίω. Η πανορθόδοξη μνήμη του καθιερώθηκε από τον Πατριάρχη Ιώβ στο έτος χίλια πεντακόσια ενενήντα ένα.

**File: `10_18_Όσιος_Ιωσήφ_Βολοκολάμσκ_Ελληνικά_Καθαρά. %$ Όσιος Ιωσήφ ο Θαυματουργός της Βολοκολάμσκ $% Οι γονείς του Ιωάννης και Μαρίνα ήταν ευσεβείς και αργότερα έγιναν και οι ίδιοι μοναχοί στον Κύριο.

Σύντομα έγινε αναγνώστης και ψάλτης στην εκκλησία της μονής, και οι σύγχρονοί του θαύμαζαν τη μνήμη του. Από την παιδική του ηλικία απέφευγε τα αισχρά λόγια και τα ανώφελα γέλια, και ζούσε ζωή μοναχική πριν ακόμη γίνει μοναχός. Εκεί συνάντησε τον αυστηρό ασκητή γέροντα Βαρσανούφιο, όμως ο κανόνας της μονής δεν του φάνηκε αρκετά αυστηρός για την ψυχή του.

Με την ευλογία του γέροντα κατευθύνθηκε στον άγιο Παφνούτιο του Μπόροφ, μαθητή του γέροντα Νικήτα, που υπήρξε μαθητής του αγίου Σεργίου του Ραντονέζ. Διακονούσε τους αρρώστους με τόση φροντίδα, σαν να υπηρετούσε τον ίδιο τον Χριστό μέσα σε αυτούς. Έμεινε δεκαεπτά χρόνια στο πλευρό του γέροντα και πήρε άριστη πνευματική παιδεία και πείρα.

Ο Ιωσήφ θέλησε να μεταρρυθμίσει τη ζωή της αδελφότητας με αυστηρά κοινοβιακά πρότυπα, σύμφωνα με τη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου και την Αγία Τριάδα του Σεργίου. Όμως οι περισσότεροι αδελφοί αντέδρασαν σθεναρά και μόνο επτά ευσεβείς μοναχοί τον στήριξαν στο εγχείρημα αυτό. Μαζί με τον γέροντα Γεράσιμο επισκέφθηκε τη μονή του Κυρίλλου της Λευκής Λίμνης, για να μελετήσει από κοντά τον τρόπο της κοινοβιακής ζωής.

Όταν επέστρεψε στο Μπόροφ, η αντίδραση των αδελφών παρέμενε αλύγιστη, και έτσι αποφάσισε να ιδρύσει νέα μονή. Ο ηγεμόνας Βόρις Βασίλιεβιτς, αδελφός του μεγάλου ηγεμόνα Ιωάννη του Τρίτου, τον υποδέχθηκε με χαρά. Του παραχώρησε τόπο στη συμβολή των ποταμών Στρούγκα και Σέστρα, στα όρια του πριγκιπάτου του.

Την ώρα που διάλεγαν το σημείο, μια ξαφνική θύελλα έριξε τα δέντρα μπροστά τους, σαν να καθάριζε ο Θεός τον τόπο. Εκεί έστησαν σταυρό και ανήγειραν ξύλινο ναό προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ο ναός εγκαινιάστηκε στις δεκαπέντε Αυγούστου του έτους χίλια τετρακόσια εβδομήντα εννέα, και έτσι θεμελιώθηκε επίσημα η μονή.

Ντυνόταν με απλά ρούχα για τον χειμώνα και φορούσε υποδήματα φτιαγμένα από φλοιό δέντρου. Τη νύχτα περιόδευε τα κελιά, φυλάγοντας την ησυχία και την πνευματική νήψη των αδελφών της μονής. Όλα ήταν κοινά για τους αδελφούς, και κανείς δεν έπαιρνε τίποτε στο κελί του χωρίς ευλογία, ούτε εικόνα ούτε βιβλίο.

Με τα χρόνια η μονή άκμασε και χτίστηκε πέτρινος ναός της Κοιμήσεως στη θέση του ξύλινου παλαιού ναού. Τον αγιογράφησε ο περίφημος Διονύσιος μαζί με τους γιους του Βλαδίμηρο και Θεοδόσιο, και βοήθησαν οι ανιψιοί του οσίου. Στη συνέχεια ανεγέρθηκαν ναός των Θεοφανείων, καμπαναριό και ναός της Παναγίας Οδηγήτριας μέσα στη μονή.

Η αδελφότητα κατέγραφε ιερά βιβλία και πατερικά κείμενα, δημιουργώντας μια από τις πλουσιότερες βιβλιοθήκες της Ρωσίας. Πολλοί μαθητές του Ιωσήφ έγιναν αργότερα μεγάλοι ιεράρχες, όπως οι Μητροπολίτες Μόσχας Δανιήλ και Μακάριος. Στους μαθητές του συγκαταλέγονται επίσης ο Αρχιεπίσκοπος Ροστόβ Βασσιανός και οι άγιοι ιεράρχες του Καζάν Γουρίας και Γερμανός.

Ευγενείς και ηγεμόνες ζητούσαν να γίνει νονός των παιδιών τους, και ο απλός λαός εύρισκε στη μονή στήριγμα. Κάποτε τράφηκαν με τα μέσα της μονής σχεδόν επτακόσιοι άνθρωποι σε καιρό μεγάλης πείνας και ανάγκης. Ο μοναχός Βησσαρίων είδε κάποτε, κατά τον Όρθρο του Μεγάλου Σαββάτου, το Άγιο Πνεύμα ως λευκό περιστέρι.

Καθόταν επάνω στον Επιτάφιο που βάσταζε ο όσιος Ιωσήφ, σαν σημάδι ότι ο Θεός δεν θα εγκατέλειπε τη μονή. Στους χαλεπούς εκείνους καιρούς ο Κύριος ανέδειξε τον όσιο ως ζηλωτή υπερασπιστή της Ορθοδοξίας απέναντι στους Ιουδαΐζοντες. Η αίρεση είχε φτάσει στο Νόβγκοροντ το έτος χίλια τετρακόσια εβδομήντα μαζί με την ακολουθία του Λιθουανού ηγεμόνα Μιχαήλ Ολέλκοβιτς.

Ο Εβραίος διδάσκαλος Σχαρίας και οι σύντροφοί του παρέσυραν αδαείς κληρικούς και έσπερναν δυσπιστία προς την ιεραρχία της Εκκλησίας. Απέρριπταν τις άγιες εικόνες, την τιμή των αγίων και αργότερα τα ίδια τα Μυστήρια και τα δόγματα της πίστεως. Ο μεγάλος ηγεμόνας Ιωάννης ο Τρίτος παρασύρθηκε και έφερε τους αιρετικούς στη Μόσχα, ενώ ο αιρετικός Μητροπολίτης Ζωσιμάς ανέβηκε στον αρχιερατικό θρόνο.

Μαζί με τον άγιο Γεννάδιο Νοβγκορόντ, ο όσιος ξεσηκώθηκε εναντίον της πλάνης και συνέταξε το θεμελιώδες έργο του Φωτιστή. Στο έτος χίλια τετρακόσια ενενήντα τέσσερα καθαιρέθηκε ο Ζωσιμάς, και αργότερα η Σύνοδος καταδίκασε οριστικά τους αμετανόητους αιρετικούς της Ρωσίας. Ο όσιος συμβίωσε πνευματικά με τον άγιο Νείλο του Σόρα, και οι δύο τους ένωναν την εξωτερική εργασία με την εσωτερική θεωρία.

Ο Ιωσήφ έστελνε δικούς του μαθητές στον Νείλο για να διδαχθούν τη νοερά προσευχή, και εκτιμούσε βαθιά την πείρα του. Δίδασκε ότι ο μοναχός δεν πρέπει να αργοπορεί ποτέ, και ότι η εργασία αποτελεί κοινό έργο πίστεως. Υπήρξε επίσης από τους πρώτους που μίλησαν για τη Ρωσική Εκκλησία ως φορέα της ευσέβειας του Βυζαντίου.

Είπε χαρακτηριστικά ότι δύο Ρώμες έπεσαν, η Μόσχα είναι η τρίτη, και τέταρτη δεν θα υπάρξει ποτέ. Στα τελευταία του χρόνια ο όσιος υπέφερε άδικες δοκιμασίες από τον Αρχιεπίσκοπο Νοβγκορόντ Σεραπίωνα, με τον οποίο όμως γρήγορα συμφιλιώθηκε. Τους έδωσε την ειρήνη και την ευλογία του, και κοιμήθηκε ειρηνικά εν Κυρίω, παραδίδοντας την ψυχή του.

Η πανορθόδοξη μνήμη του καθιερώθηκε από τον Πατριάρχη Ιώβ στο έτος χίλια πεντακόσια ενενήντα ένα, ενώ τιμάται και τη δέκατη όγδοη Οκτωβρίου.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 18 Tetor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Άγιος Ιάκωβος ο Διάκονος

Όταν ολόκληρο το βόρειο βασίλειο της Αγγλίας βυθίστηκε σε αυτό που οι ίδιοοι κάτοικοί του ονόμασαν «Το Μισητό Έτος», ένας ταπεινός διάκονος αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ποίμνιό του. Ο Άγιος Ιάκωβος έμεινε ολομόναχος στον…

Lexo jetën

Άγιος Πέτρος του Τσέτινιε

Στα δεκαεπτά του χρόνια έγινε μοναχός και διάκονος, και αμέσως ξεκίνησε για τη μακρινή Ρωσία μαζί με τον θείο του επίσκοπο. Αργότερα, ως ηγέτης του Μαυροβουνίου, αντιστάθηκε νικηφόρα στον στρατό του Ναπολέοντα στη Δαλματία…

Lexo jetën

Όσιος Ιουλιανός ο ασκητής του Ευφράτη

%$ Όσιος Ιουλιανός ο ασκητής του Ευφράτη $% Με τα δάκρυά του ανέβλυσε πηγή νερού μέσα στην άνυδρη έρημο, για να σώσει έναν εξαντλημένο μαθητή του. Σε άλλη περίσταση, ένα εφτάχρονο παιδί που είχε…

Lexo jetën

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς και η οδός προς Εμμαούς

Στον δρόμο για την Εμμαούς, ένας θλιμμένος μαθητής αναγνώρισε τον Αναστάντα Κύριο στην ευλογία και την κλάση του άρτου. Ο ίδιος μαθητής, γιατρός και ζωγράφος από την Αντιόχεια της Συρίας, έμελλε αργότερα να ζωγραφίσει…

Lexo jetën

Σύναξη της Παναγίας της Μαχαιριώτισσας

Ένα μαχαίρι, δοσμένο θαυματουργικά από την ίδια την Παναγία, οδήγησε δύο ασκητές να ανακαλύψουν μια χαμένη εικόνα μέσα στα βάτα ενός βουνού της Κύπρου. Η εικόνα αυτή, που η παράδοση θέλει να την έχει…

Lexo jetën
1