EmailFacebookΕπικοινωνία

Αβραάμ και Λωτ, οι Δίκαιοι Πατριάρχες

Ένας ηλικιωμένος άντρας ετοιμάστηκε να θυσιάσει τον μοναχογιό του πάνω σε ένα βουνό, επειδή πίστεψε ακλόνητα στη φωνή του Θεού. Ο ανιψιός του γλίτωσε από τη φωτιά και το θειάφι που έπεσαν στα Σόδομα, ενώ η γυναίκα του έγινε στήλη άλατος. Ο Αβραάμ έζησε γύρω στον δωδέκατο αιώνα προ Χριστού στην Ουρ των Χαλδαίων και καταγόταν από τη φυλή του Σημ.

Ήταν γιος του Θάρρα και αδερφός του Ναχώρ και του Αρράν, που πέθανε νέος αφήνοντας πίσω του τον γιο του, τον Λωτ. Όλη η οικογένεια ζούσε αρχικά μέσα στην ειδωλολατρία, όμως ο Θεός διάλεξε τον Αβραάμ από εκείνη τη διεφθαρμένη κοινωνία. Του ζήτησε να αφήσει τη χώρα του, τους συγγενείς του και το πατρικό του σπίτι, για να πορευθεί σε μια γη που ο ίδιος θα του υποδείκνυε.

Του υποσχέθηκε επίσης πως θα τον αναδείκνυε γενάρχη μεγάλου έθνους και πως μέσα από αυτόν θα ευλογούνταν όλοι οι λαοί της γης. Ο Αβραάμ δέχτηκε με βαθιά πίστη την εντολή και ξεκίνησε με τη Σάρρα, τον πατέρα του και τον ανιψιό του Λωτ. Στη Χαρράν ο Θάρρας πέθανε και ο Αβραάμ συνέχισε μόνος με τη γυναίκα του και τον Λωτ προς τη γη Χαναάν.

Όταν έφτασαν στη Συχέμ, ο Κύριος του φανερώθηκε και του υποσχέθηκε πως η γη εκείνη θα δινόταν στους απογόνους του. Ο πατριάρχης έστησε εκεί θυσιαστήριο και προχώρησε νοτιότερα, υψώνοντας και δεύτερο θυσιαστήριο ανάμεσα στη Βαιθήλ και τη Γαι. Μια μεγάλη πείνα τον ανάγκασε να κατεβεί στην Αίγυπτο, όπου παρουσίασε τη Σάρρα ως αδερφή του από φόβο μήπως τον σκότωναν για χάρη της.

Ο Φαραώ την πήρε στα ανάκτορα, όμως ο Θεός τον χτύπησε με συμφορές και ο βασιλιάς αναγκάστηκε να την επιστρέψει. Όταν γύρισαν στη Χαναάν, ο Αβραάμ και ο Λωτ είχαν πλούσια κοπάδια και πολλούς υπηρέτες. Η γη δεν χωρούσε και τους δύο και οι βοσκοί τους μάλωναν συχνά.

Ο πατριάρχης άφησε τον ανιψιό του να διαλέξει πρώτος και ο Λωτ προτίμησε την εύφορη πεδιάδα του Ιορδάνη, εγκαθιστάμενος κοντά στα Σόδομα. Ο Αβραάμ έμεινε στη Χαναάν και εγκαταστάθηκε στη δρυ της Μαμβρή. Όταν ο Χοδολλογομόρ και άλλοι βασιλιάδες λεηλάτησαν τα Σόδομα και αιχμαλώτισαν τον Λωτ, ο Αβραάμ όπλισε αμέσως τριακόσιους δεκαοκτώ υπηρέτες και τους καταδίωξε.

Τους νίκησε με νυχτερινή επίθεση, ελευθέρωσε τον ανιψιό του και επέστρεψε όλα τα λάφυρα στους νόμιμους κυρίους τους. Κατά την επιστροφή τον υποδέχθηκε ο Μελχισεδέκ, βασιλιάς και ιερέας του Υψίστου, που του πρόσφερε άρτο και οίνο και τον ευλόγησε. Ο Αβραάμ του παρέδωσε το ένα δέκατο των λαφύρων και αρνήθηκε να κρατήσει για τον εαυτό του οτιδήποτε από τον βασιλιά των Σοδόμων.

Ο Κύριος του φανερώθηκε ξανά και του υποσχέθηκε απογόνους τόσους όσα τα αστέρια του ουρανού. Ο Αβραάμ πίστεψε και η πίστη του λογαριάστηκε δικαιοσύνη ενώπιον του Θεού. Η Σάρρα ωστόσο παρέμενε στείρα και του έδωσε τη δούλη Άγαρ, από την οποία γεννήθηκε ο Ισμαήλ.

Όταν ο πατριάρχης έγινε ενενήντα εννέα ετών, ο Θεός του άλλαξε το όνομα σε Αβραάμ και θέσπισε τη διαθήκη της περιτομής. Από εκείνη τη στιγμή κάθε αρσενικός απόγονός του θα έφερε επάνω του τη σφραγίδα της συμφωνίας. Κάποιο μεσημέρι ο Αβραάμ καθόταν στην είσοδο της σκηνής του, όταν είδε τρεις άνδρες να στέκονται μπροστά του.

Έτρεξε να τους προϋπαντήσει, τους προσκύνησε και τους πρόσφερε νερό για τα πόδια και πλούσιο τραπέζι με μοσχάρι, βούτυρο και γάλα. Ένας από τους τρεις, που ήταν ο ίδιος ο Κύριος, υποσχέθηκε ότι του χρόνου την ίδια εποχή η Σάρρα θα κρατούσε γιο στην αγκαλιά της. Εκείνη άκουσε από μέσα και γέλασε κρυφά, σκεπτόμενη την ηλικία της και του συζύγου της.

Ο Κύριος την έλεγξε με πραότητα, ρωτώντας αν υπάρχει κάτι αδύνατο για τον Θεό. Έπειτα οι ξένοι πήραν τον δρόμο προς τα Σόδομα και ο πατριάρχης τους συνόδευσε αρκετά μίλια. Όταν έμαθε την επικείμενη καταστροφή των πόλεων, παρακάλεσε τον Θεό να τις λυπηθεί χάριν λίγων δικαίων.

Με συγκινητική επιμονή κατέβασε τον αριθμό από πενήντα σε δέκα, όμως ούτε τόσοι δίκαιοι δεν βρέθηκαν εκεί. Η μεσιτεία του ωστόσο δεν πήγε χαμένη, αφού ο Λωτ σώθηκε από τη γενική απώλεια χάρη στην προσευχή του θείου του. Δύο άγγελοι έφτασαν το βράδυ στα Σόδομα και ο Λωτ τους υποδέχθηκε στο σπίτι του με μεγάλη φιλοξενία.

Οι κάτοικοι της πόλης, βυθισμένοι στη διαφθορά, περικύκλωσαν το σπίτι και ζητούσαν να κακοποιήσουν τους ξένους. Οι άγγελοι χτύπησαν με τύφλωση τους ασεβείς και διέταξαν τον Λωτ να φύγει αμέσως με τους δικούς του προς τα βουνά. Του παρήγγειλαν να μη γυρίσει το βλέμμα του πίσω και να μη σταματήσει πουθενά μέσα στην πεδιάδα.

Μόλις εκείνος έφτασε στη Σηγώρ, ο Κύριος έβρεξε από τον ουρανό φωτιά και θειάφι, καταστρέφοντας ολοκληρωτικά τις αμαρτωλές πόλεις και την περιοχή τους. Η γυναίκα του όμως παράκουσε την εντολή, στράφηκε πίσω για να δει την καταστροφή και την ίδια στιγμή έγινε στήλη άλατος. Ο Λωτ φοβήθηκε να παραμείνει στη Σηγώρ και ανέβηκε στα βουνά, όπου έζησε μέσα σε μια σπηλιά μαζί με τις δύο κόρες του.

Από εκείνες προήλθαν αργότερα οι λαοί των Μωαβιτών και των Αμμωνιτών. Η ιστορία της συζύγου του διδάσκει κάθε γενιά να ακολουθεί την κλήση του Θεού χωρίς να στρέφεται πίσω στις παλιές συνήθειες. Όταν ο Αβραάμ έγινε εκατό ετών, η Σάρρα γέννησε τον Ισαάκ, σύμφωνα με την υπόσχεση που είχε δώσει ο Θεός.

Ο πατριάρχης τον περιέτεμε την όγδοη ημέρα και χάρηκε βαθύτατα για το παιδί της επαγγελίας. Η μητέρα του παιδιού φώναξε με συγκίνηση πως ο Θεός χάρισε γέλιο χαράς στα γηρατειά της. Αργότερα η Σάρρα ζήτησε να απομακρυνθούν η Άγαρ και ο Ισμαήλ, ώστε να μη μοιραστούν την κληρονομιά με τον Ισαάκ.

Ο Αβραάμ λυπήθηκε πολύ, όμως υπάκουσε στον λόγο του Κυρίου, ο οποίος υποσχέθηκε να αναδείξει και τον Ισμαήλ σε μεγάλο έθνος. Ύστερα από χρόνια ο Θεός δοκίμασε τον πατριάρχη με τη μεγαλύτερη όλων των δοκιμασιών. Του ζήτησε να πάρει τον μοναχογιό του και να τον προσφέρει ολοκαύτωμα σε ένα βουνό της γης Μοριά.

Ο Αβραάμ ξεκίνησε νωρίς το πρωί χωρίς αμφιβολία ή παράπονο, σχίζοντας μόνος του τα ξύλα της θυσίας. Στον δρόμο ο Ισαάκ τον ρώτησε πού ήταν το αρνί και εκείνος αποκρίθηκε πως ο ίδιος ο Θεός θα φρόντιζε για τη θυσία. Ανέβηκαν μαζί στο βουνό με ψυχή γεμάτη υπακοή και απόλυτη εμπιστοσύνη.

Ο Αβραάμ έχτισε το θυσιαστήριο, τοποθέτησε τα ξύλα, έδεσε τον γιο του και άπλωσε το χέρι του για να τον σφάξει. Εκείνη τη στιγμή ο άγγελος του Κυρίου φώναξε από τον ουρανό και τον σταμάτησε, βεβαιώνοντάς τον πως ο Θεός είδε την πίστη του. Κοντά στον θάμνο φάνηκε ένα κριάρι πιασμένο από τα κέρατα, το οποίο ο πατριάρχης θυσίασε στη θέση του παιδιού του.

Ο Κύριος τον ευλόγησε ξανά και του υποσχέθηκε απογόνους όσοι η άμμος στην ακρογιαλιά της θάλασσας. Δώδεκα χρόνια αργότερα η Σάρρα κοιμήθηκε σε ηλικία εκατόν είκοσι επτά ετών στη Χεβρών της Χαναάν. Ο Αβραάμ αγόρασε από τον Εφρών τον Χετταίο το σπήλαιο της Μαχπελά για να τη θάψει με τιμή.

Έπειτα πάντρεψε τον Ισαάκ με τη Ρεβέκκα, ανιψιά του αδερφού του Ναχώρ, και ο ίδιος ξαναπαντρεύτηκε τη Χεττούρα, από την οποία απέκτησε άλλους έξι γιους. Έζησε εκατόν εβδομήντα πέντε χρόνια και παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Θεό. Οι γιοι του Ισαάκ και Ισμαήλ τον έθαψαν δίπλα στη Σάρρα μέσα στο σπήλαιο της Μαχπελά.

Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του μαζί με τον Λωτ στις εννέα Οκτωβρίου κάθε χρόνο.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 09 Tetor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Άγιος Τύχων ο Πατριάρχης Μόσχας και Φωτιστής της Αμερικής

Σχεδόν ένα εκατομμύριο πιστοί συνέρρευσαν στη Μόσχα για να αποχαιρετήσουν τον Πατριάρχη, και ο μεγάλος ναός της Μονής Ντονσκόι δεν χωρούσε το πλήθος που ξεχύθηκε στους γύρω δρόμους. Λίγο πριν την κοιμησή του, ξύπνησε,…

Lexo jetën

Όσιος Πέτρος ο από στρατιωτών

Από λαμπρός κόμης στην αυλή του εικονομάχου Θεοφίλου, ο νεαρός Λέων άφησε ξαφνικά τα όπλα και τις τιμές για χάρη του Χριστού. Ταξίδεψε ως προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα και αντιμετώπισε με γενναιότητα τους Ισμαηλίτες, που…

Lexo jetën

Ιάκωβος ο Απόστολος, το θείο σπέρμα του Ευαγγελίου

Οι ειδωλολάτρες τον αποκαλούσαν «θείο σπέρμα», γιατί έσπερνε τον λόγο του Θεού μέσα στις καρδιές των ανθρώπων με δύναμη ασυγκράτητη. Χωρίς τον παραμικρό φόβο μήπως τον συλλάβουν, γκρέμιζε τους ναούς των ειδώλων και σταυρώθηκε…

Lexo jetën

Ο Άγιος Στέφανος ο Τυφλός της Σερβίας

Με διαταγή του σουλτάνου τυφλώθηκε άδικα στην αυλή της Ανδριανούπολης μαζί με τον αδελφό του Γρηγόριο. Παρά την τύφλωσή του ανέβηκε αργότερα στον θρόνο της Σερβίας και έγινε γαμπρός του θρυλικού Γεωργίου Σκεντέρμπεη της…

Lexo jetën
1