EmailFacebookΕπικοινωνία

Ανδρόνικος και Αθανασία, μια αγάπη που έγινε ουρανός

Στην Αντιόχεια της Συρίας, ένας πλούσιος αργυραμοιβός μοίραζε το κέρδος του σε τρία ίσα μέρη, δίνοντας το ένα στους φτωχούς και το άλλο στην Εκκλησία. Η γυναίκα του, που το όνομά της σήμαινε αθανασία, θα έχανε δύο παιδιά σε μία μέρα και θα έβρισκε παρηγοριά από έναν άγιο μάρτυρα μέσα στον τάφο τους. Έτσι ξεκινά η ιστορία του Ανδρονίκου και της Αθανασίας, που έζησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου.

Κατάγονταν και οι δύο από οικογένειες χρυσοχόων και ενώθηκαν με γάμο σεμνό και θεοφιλή. Η ζωή τους κυλούσε με προσευχή, νηστεία κάθε Τετάρτη και Παρασκευή και ακούραστη φροντίδα για τους αρρώστους. Σήκωναν στα χέρια τους τους ασθενείς, τους έπλεναν, τους τάιζαν και τους έντυναν με τα δικά τους χρήματα.

Φιλοξενούσαν ξένους και προσέφεραν ανάπαυση σε κάθε φτωχό που χτυπούσε την πόρτα τους. Όλοι οι κάτοικοι της πόλης τους αγαπούσαν και τους σέβονταν για την πραότητα και την καλοσύνη τους. Όταν απέκτησαν δύο παιδιά, τον Ιωάννη και τη Μαρία, σταμάτησαν τη σαρκική συμβίωση και έζησαν σαν αδέλφια, μέσα σε αγνότητα και αδιάλειπτη προσευχή.

Έπειτα από είκοσι χρόνια έγγαμης ζωής, η Αθανασία επέστρεψε ένα πρωί από τον όρθρο και βρήκε τα παιδιά της να καίγονται από πυρετό. Ο Ανδρόνικος, μόλις πληροφορήθηκε την αρρώστια, πήγε στον ναό του αγίου μάρτυρα Ιουλιανού και προσευχήθηκε ως την έκτη ώρα. Όταν γύρισε, βρήκε πλήθος κόσμου γύρω από το σπίτι και τα δύο παιδιά νεκρά, στα δώδεκα και στα δέκα χρόνια τους.

Έπεσε μπροστά στην εικόνα του Σωτήρα και ψιθύρισε τα λόγια του δίκαιου Ιώβ για τη δωρεά και την αφαίρεση του Κυρίου. Η Αθανασία, σπαραγμένη από τον πόνο, επιθυμούσε να πεθάνει μαζί με τα παιδιά της. Τα έθαψαν στον ναό του αγίου Ιουλιανού, εκεί όπου αναπαύονταν και οι πρόγονοι του Ανδρονίκου.

Η μητέρα αρνήθηκε να γυρίσει στο σπίτι και έμεινε με δάκρυα στον τάφο των παιδιών της. Τα μεσάνυχτα της φανερώθηκε ο άγιος μάρτυρας Ιουλιανός με μορφή μοναχού και τη ρώτησε γιατί ταράζει τους κεκοιμημένους. Της εξήγησε πως τα παιδιά της τρέφονται κοντά στον Χριστό με τα ουράνια αγαθά και ζητούν την αιώνια κληρονομιά τους.

Τα λόγια του μάρτυρα μεταμόρφωσαν τον θρήνο της Αθανασίας σε ευφροσύνη και βαθιά ειρήνη της ψυχής. Όταν γύρισε στο σπίτι, αποκάλυψε στον άντρα της την επιθυμία της να αποσυρθεί σε μοναστήρι και να κλάψει τις αμαρτίες της. Ο Ανδρόνικος της ζήτησε να δοκιμάσει την απόφασή της για μία εβδομάδα, αλλά εκείνη έμεινε σταθερή και αμετάθετη.

Τότε εκείνος εμπιστεύθηκε στον πεθερό του το σπίτι και την περιουσία τους, ζητώντας να γίνει το σπίτι νοσοκομείο για τους φτωχούς και ξενώνας για τους οδοιπόρους. Ελευθέρωσε όλους τους δούλους και τις δούλες, παίρνοντας μόνο λίγα πράγματα για τον δρόμο. Έφυγαν νύχτα, χωρίς να τους πάρει κανείς είδηση, παραδίδοντας τη ζωή τους στο θέλημα του Θεού.

Όταν ξημέρωσε, η Αθανασία είδε από μακριά το σπίτι της και ικέτευσε τον Κύριο να την οδηγήσει με τον φόβο Του στη νέα της πατρίδα. Έφτασαν στους Αγίους Τόπους, προσκύνησαν με δάκρυα και πήραν την ευλογία πολλών πατέρων. Έπειτα κατευθύνθηκαν προς την Αλεξάνδρεια, για να προσκυνήσουν τα λείψανα του αγίου μάρτυρα Μηνά.

Στον δρόμο προς την Αλεξάνδρεια συνάντησαν έναν μοναχό που μάλωνε με έναν κοσμικό για κάποιο γαϊδουράκι. Ο Ανδρόνικος νοίκιασε δεύτερο ζώο και έτσι έφτασαν στη Σκήτη, όπου ζήτησαν την ευλογία του οσίου Δανιήλ, του μεγάλου γέροντα της ερήμου. Ο όσιος Δανιήλ τους δέχτηκε με αγάπη και έδωσε στον Ανδρόνικο γράμμα συστατικό για τη Θηβαΐδα, ώστε να οδηγήσει την Αθανασία στο γυναικείο μοναστήρι των Ταβεννησιωτών.

Εκεί η μακαρία γυναίκα ντύθηκε το αγγελικό σχήμα και έζησε ζωή ισάγγελη, με νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή. Ο Ανδρόνικος επέστρεψε στον γέροντα Δανιήλ, έλαβε το μοναχικό σχήμα και απομονώθηκε σε δικό του κελί, για να αγωνιστεί στη σιωπή και την ησυχία. Πέρασαν δώδεκα ολόκληρα χρόνια σκληρής άσκησης, με δάκρυα και πνευματική εργασία βαθιά.

Έπειτα ο Ανδρόνικος ζήτησε ευλογία να μεταβεί στα Ιεροσόλυμα και να προσκυνήσει ξανά τους Αγίους Τόπους. Ο όσιος Δανιήλ προσευχήθηκε γι’ αυτόν και τον άφησε να ξεκινήσει τον μακρύ δρόμο. Καθώς διέσχιζε την Αίγυπτο, κάθισε για λίγο να ξεκουραστεί κάτω από κάποιους θάμνους αρκεύθου.

Εκεί, με θεϊκή οικονομία, συνάντησε την ίδια του τη γυναίκα, χωρίς να την αναγνωρίσει. Η Αθανασία είχε αλλάξει το όνομά της σε Αθανάσιος, φορούσε ανδρικά ενδύματα και είχε μαυρίσει από την άσκηση σαν Αιθιοπίσσα. Συμφώνησαν να βαδίσουν μαζί σιωπηλοί, με την ευχή του γέροντα Δανιήλ συνοδοιπόρο.

Προσκύνησαν τους Αγίους Τόπους και κατέβηκαν στην Αλεξάνδρεια, στο λείψανο του αγίου Μηνά. Με ευλογία του οσίου Δανιήλ εγκαταστάθηκαν στο ίδιο κελί και έζησαν άλλα δώδεκα χρόνια σε απόλυτη σιωπή και προσευχή. Η Αθανασία ζητούσε αδιάκοπα από τον Θεό να μην την αναγνωρίσει ποτέ ο σύζυγός της και η ευχή της εκπληρώθηκε.

Όταν ήρθε η ώρα της εκδημίας της, παρακάλεσε τον γέροντα Δανιήλ να διαβάσει το γράμμα που είχε φυλάξει κάτω από το προσκέφαλό της. Έπειτα από τη θεία Κοινωνία παρέδωσε την ψυχή της ειρηνικά στον Κύριο. Όταν οι αδελφοί ετοίμασαν το σώμα για την ταφή, αντίκρισαν με δέος ότι ήταν γυναίκα.

Ο όσιος Δανιήλ έδωσε το γράμμα στον Ανδρόνικο και τότε εκείνος έμαθε ότι ο αγαπημένος του συνασκητής ήταν η σύζυγός του Αθανασία. Όλοι δόξασαν τον Θεό για το θαυμαστό μυστήριο αυτής της ζωής. Η είδηση διαδόθηκε σε όλες τις λαύρες της ερήμου και ο όσιος Δανιήλ κάλεσε τους πατέρες από τα μοναστήρια και την εσωτερική έρημο.

Συγκεντρώθηκαν οι ασκητές της Αλεξάνδρειας και οι λευκοφόροι σκητιώτες, για να τιμήσουν το ιερό σκήνωμα της μακαρίας Αθανασίας. Την έθαψαν με ψαλμωδίες, δοξάζοντας τον Θεό που της χάρισε τόση υπομονή και ταπείνωση. Επτά ημέρες αργότερα, ο Ανδρόνικος, ποθώντας να αναπαυτεί κοντά στη σύντροφό του, παρακάλεσε τον γέροντα να τον αφήσει στο κελί του.

Λίγο πριν φτάσει ο όσιος Δανιήλ στον τόπο του, τον πρόλαβε άλλος μοναχός με την είδηση ότι ο Ανδρόνικος αναχωρεί προς τον Κύριο. Επέστρεψαν αμέσως οι πατέρες και πρόλαβαν να πάρουν την τελευταία ευλογία του οσίου. Μετά την κοίμησή του ξέσπασε φιλάδελφη φιλονικία ανάμεσα στους λευκοφόρους σκητιώτες και τους πατέρες της μονής όπου είχε ταφεί η Αθανασία.

Τελικά ο όσιος Δανιήλ όρισε να ταφεί ο Ανδρόνικος δίπλα στη μακαρία σύζυγό του, ώστε να αναπαύονται μαζί. Έτσι ενώθηκαν στον τάφο όσοι είχαν χωριστεί στη γη για χάρη του Χριστού. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη τους την ένατη Οκτωβρίου, δοξάζοντας τον Θεό τον θαυμαστό στους αγίους Του.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 09 Tetor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Άγιος Τύχων ο Πατριάρχης Μόσχας και Φωτιστής της Αμερικής

Σχεδόν ένα εκατομμύριο πιστοί συνέρρευσαν στη Μόσχα για να αποχαιρετήσουν τον Πατριάρχη, και ο μεγάλος ναός της Μονής Ντονσκόι δεν χωρούσε το πλήθος που ξεχύθηκε στους γύρω δρόμους. Λίγο πριν την κοιμησή του, ξύπνησε,…

Lexo jetën

Όσιος Πέτρος ο από στρατιωτών

Από λαμπρός κόμης στην αυλή του εικονομάχου Θεοφίλου, ο νεαρός Λέων άφησε ξαφνικά τα όπλα και τις τιμές για χάρη του Χριστού. Ταξίδεψε ως προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα και αντιμετώπισε με γενναιότητα τους Ισμαηλίτες, που…

Lexo jetën

Αβραάμ και Λωτ, οι Δίκαιοι Πατριάρχες

Ένας ηλικιωμένος άντρας ετοιμάστηκε να θυσιάσει τον μοναχογιό του πάνω σε ένα βουνό, επειδή πίστεψε ακλόνητα στη φωνή του Θεού. Ο ανιψιός του γλίτωσε από τη φωτιά και το θειάφι που έπεσαν στα Σόδομα,…

Lexo jetën

Ιάκωβος ο Απόστολος, το θείο σπέρμα του Ευαγγελίου

Οι ειδωλολάτρες τον αποκαλούσαν «θείο σπέρμα», γιατί έσπερνε τον λόγο του Θεού μέσα στις καρδιές των ανθρώπων με δύναμη ασυγκράτητη. Χωρίς τον παραμικρό φόβο μήπως τον συλλάβουν, γκρέμιζε τους ναούς των ειδώλων και σταυρώθηκε…

Lexo jetën

Ο Άγιος Στέφανος ο Τυφλός της Σερβίας

Με διαταγή του σουλτάνου τυφλώθηκε άδικα στην αυλή της Ανδριανούπολης μαζί με τον αδελφό του Γρηγόριο. Παρά την τύφλωσή του ανέβηκε αργότερα στον θρόνο της Σερβίας και έγινε γαμπρός του θρυλικού Γεωργίου Σκεντέρμπεη της…

Lexo jetën
1