Ο Σεβηριανός και το θαύμα στον δρόμο του πένθους
Ένας πλούσιος άρχοντας της Σεβάστειας περπατούσε στους δρόμους ματωμένος, με χαρούμενο πρόσωπο, και ευλογούσε τις πληγές του σαν να ήταν βασιλικά στολίδια. Λίγο πριν, είχε επισκεφθεί στη φυλακή τους Σαράντα Μάρτυρες και τους είχε εμψυχώσει στη μεγάλη παγωμένη λίμνη του μαρτυρίου τους. Ο Σεβηριανός έζησε στα χρόνια του Λικινίου, σε μια εποχή όπου η ομολογία του Χριστού πληρωνόταν με αίμα.
Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια και μοίραζε τα πλούτη του στους φτωχούς και στους χριστιανούς που λιώναν στις φυλακές. Πολλούς οδήγησε στην πίστη και πολλούς στερέωσε στην ώρα της δοκιμασίας. Συχνά κατέβαινε στα μπουντρούμια, καθόταν δίπλα στους δεσμώτες και τους μιλούσε για την αιώνια ζωή.
Όταν οι Σαράντα Μάρτυρες οδηγήθηκαν στη λίμνη, εκείνος είχε ήδη ανάψει στις καρδιές τους τη φωτιά της θείας αγάπης. Μετά το τέλος τους, στη θέση του Αγρικολάου ήρθε ο σκληρός Λυσίας, που σκόρπιζε φόβο και θάνατο. Ο καιρός του Σεβηριανού να ομολογήσει είχε φτάσει και ο ίδιος ήταν έτοιμος με όλη του την ψυχή.
Συκοφάντες έτρεξαν στον ηγεμόνα και κατηγόρησαν τον άρχοντα ότι περιφρονούσε τους θεούς και παρέσερνε πλήθος κόσμου στην πίστη του Εσταυρωμένου. Ο Λυσίας έστειλε στρατιώτες να τον φέρουν, αλλά ο Σεβηριανός δεν περίμενε καν να χτυπήσουν την πόρτα του. Παρουσιάστηκε μόνος του στο δικαστήριο και μίλησε με τόλμη που πάγωσε τους παρευρισκομένους.
Είπε στον ηγεμόνα ότι η ίδια του η απώλεια δεν του έφτανε και ζητούσε τώρα να γκρεμίσει και άλλες ψυχές. Πρόσθεσε ακόμη ότι για τους πιστούς του Χριστού η ζωή είναι ο Κύριος και ο θάνατος γίνεται κέρδος αληθινό. Ο ηγεμόνας έμεινε για λίγο σιωπηλός, σαν να ζύγιζε την οργή του προτού ξεσπάσει.
Έπειτα έδειξε με το χέρι τον μάρτυρα και διέταξε να τον δείρουν με νεύρα βοδιού, για να μάθει πώς μιλούν οι υπήκοοι στον άρχοντα. Καθώς τα κτυπήματα έπεφταν βαριά, ο Σεβηριανός έψαλλε ψαλμικούς στίχους και ευχαριστούσε τον Χριστό για το προνόμιο να υποφέρει στο όνομά Του. Το πρόσωπό του φωτιζόταν σαν να βρισκόταν σε πανηγύρι και όχι σε βασανιστήριο.
Όταν οι δήμιοι κουράστηκαν, ο Λυσίας πρόσταξε να τον κρεμάσουν σε ξύλο και να ξεσχίσουν τις σάρκες του με σιδερένια νύχια. Το αίμα έτρεχε σαν χείμαρρος, μα ο μάρτυρας προσευχόταν θερμά στον Χριστό για δύναμη να ολοκληρώσει τον αγώνα του. Ζητούσε από τον Κύριο να συντρίψει τον βραχίονα του πονηρού και να στερεώσει την καρδιά του στην ομολογία.
Καθώς τον οδηγούσαν στη φυλακή, μίλησε στο πλήθος με γαλήνη και φωτεινό πρόσωπο, αν και ολόκληρο το σώμα του ήταν μια ανοιχτή πληγή. Είπε στους ανθρώπους να μη τον λυπούνται, γιατί οι πληγές του ήταν για εκείνον πολυτιμότερες από κάθε γήινη χαρά και η ομολογία ανώτερη από κάθε βασιλικό αξίωμα. Παρακάλεσε τους κρυφούς χριστιανούς ανάμεσα στους ακροατές να σταθούν όρθιοι και να μη φοβηθούν ούτε σπαθιά ούτε φωτιά ούτε άγρια θηρία.
Στη φυλακή ασπάστηκε με δάκρυα τον τόπο όπου είχαν κρατηθεί οι Σαράντα Μάρτυρες, οι αγαπημένοι του φίλοι και συναγωνιστές. Έμεινε εκεί πέντε ημέρες, ζώντας μέσα στο σκοτεινό κελί σαν να βρισκόταν σε λαμπρό νυμφικό θάλαμο. Ο ηγεμόνας τον κάλεσε ξανά και προσπάθησε να τον δελεάσει με γλυκά λόγια, υποκρινόμενος συμπόνια για τη νεότητα και την αρχοντιά του.
Ο Σεβηριανός όμως του ζήτησε να αυξήσει τα βασανιστήρια, γιατί τίποτε δεν θα τον χώριζε ποτέ από τον Χριστό. Ο Λυσίας οργίστηκε και πρόσταξε να του σπάσουν το στόμα με πέτρες, ώστε να σταματήσει να προφέρει εκείνο το όνομα. Ο μάρτυρας απάντησε με ματωμένα χείλη ότι όσοι φιλοξενούν δαίμονες στην ψυχή τους δεν αντέχουν τον ήχο του ονόματος του Σωτήρα.
Τον κρέμασαν πάλι στο ξύλο και τον ξέσχισαν εκ νέου με τα σιδερένια νύχια, καθώς το αίμα έβαφε το χώμα. Μια μόνο πληγή θεωρούσε αληθινά οδυνηρή, εκείνη που θα τον χώριζε από τον Κύριο της ζωής. Τότε ο ηγεμόνας σκέφτηκε νέο μαρτύριο και τον οδήγησε στο τείχος της πόλης.
Έδεσαν στον λαιμό του μια βαριά πέτρα και άλλη στα πόδια του, και τον κρέμασαν ψηλά πάνω από τη γη. Εκεί ο γενναίος αθλητής παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Αγωνοθέτη Χριστού. Τη νύχτα μερικοί χριστιανοί ανέβηκαν κρυφά στο τείχος και κατέβασαν το σεπτό σώμα του μάρτυρα με ευλάβεια.
Ψάλλοντας ψαλμούς, μετέφεραν το τίμιο λείψανο προς τον τόπο όπου ζούσε άλλοτε ο Σεβηριανός. Οι κάτοικοι του χωριού βγήκαν όλοι μαζί, μικροί και μεγάλοι, για να προϋπαντήσουν τα ιερά λείψανα. Έτρεχαν προσπερνώντας ο ένας τον άλλον, για να αρπάξουν πρώτοι την ευλογία του πολυβασανισμένου δούλου του Θεού.
Μόνο μια γυναίκα, σύζυγος ενός υπηρέτη του αγίου, έμεινε στο σπίτι θρηνώντας πάνω στο άταφο σώμα του άντρα της. Με δάκρυα του μίλησε σαν ζωντανού και του είπε να σηκωθεί να υποδεχθεί τον κύριό του που πλησίαζε. Μόλις τελείωσε τα λόγια της, ο νεκρός σηκώθηκε από το νεκροκρέβατο σαν να ξυπνούσε από ύπνο.
Πήγε αμέσως στον δρόμο, συνάντησε τους βαστάζους των λειψάνων και έπεσε με χαρά να ασπαστεί το σώμα του αγίου. Το πλήθος έμεινε άναυδο μπροστά στο θαύμα και δόξαζε τον Κύριο με μια φωνή. Στο χωριό ξέσπασε διαφωνία για τον τόπο της ταφής, καθώς ο καθένας ήθελε τον άγιο κοντά στο δικό του σπίτι.
Πάνω στα λείψανα βρισκόταν ένα στεφάνι πλεγμένο από ωραία λουλούδια του αγρού. Ξαφνικά εμφανίστηκε ένας αετός, που άρπαξε το στεφάνι και πέταξε λίγο μακρύτερα, για να καθίσει πάλι στη γη. Όλοι ακολούθησαν την πορεία του πουλιού και κατάλαβαν ότι ο Θεός φανέρωνε με αυτό το σημάδι τη θέλησή Του.
Ο αετός τους οδήγησε σιγά σιγά μέχρι μια κοντινή έρημο και σταμάτησε πάνω σε ένα ψηλό και πανέμορφο βουνό. Άφησε εκεί το στεφάνι και χάθηκε από τα μάτια τους, σαν να είχε ολοκληρώσει την αποστολή του. Οι ευλαβείς χωρικοί κατάλαβαν το θείο μήνυμα και έθαψαν με μεγάλη τιμή τα λείψανα στην κορυφή του βουνού.
Από εκείνη την ώρα στον τάφο του μάρτυρα άρχισαν να γίνονται πολλές θαυμαστές θεραπείες ασθενών. Ο αναστημένος υπηρέτης έζησε ακόμη δεκαπέντε χρόνια, χωρίς ποτέ να απομακρυνθεί από τον τάφο του κυρίου του.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 09 Shtator
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος και η νίκη της αλήθειας
Διακόσιοι δέκα Πατέρες συγκεντρώθηκαν στην Έφεσο, για να αντιμετωπίσουν τη βαριά αίρεση που τάραζε την Εκκλησία. Ο Νεστόριος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, τολμούσε να αρνείται τον τίτλο «Θεοτόκος» για την Παναγία. Στις αρχές του πέμπτου αιώνα…
Lexo jetënΙωακείμ και Άννα, οι γονείς της Παναγίας
Πενήντα ολόκληρα χρόνια έζησαν μαζί χωρίς παιδί, κουβαλώντας τη σιωπή του σπιτιού τους σαν βαρύ φορτίο μπροστά στα μάτια όλου του Ισραήλ. Όταν ο αρχιερέας απέρριψε τα δώρα του Ιωακείμ στον ναό, εκείνος έφυγε…
Lexo jetënΟ Άγιος Κιαράν και η μισή Ιρλανδία
Ένα ελάφι κουβάλησε κάποτε στη ράχη του τα βιβλία ενός νεαρού μοναχού που αναζητούσε τόπο για να ιδρύσει μοναστήρι στην άγρια ιρλανδική γη. Ο ίδιος μοναχός είχε για συντροφιά μιαν αλεπού, και ο δάσκαλός…
Lexo jetënΟ μακάριος Νικήτας ο Κρυφός της Κωνσταντινουπόλεως
Στην καρδιά της Κωνσταντινουπόλεως, μέσα στον θόρυβο της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, ζούσε ένας άνθρωπος που άνοιγε τις πύλες των ναών με μόνη τη δύναμη της προσευχής του. Ο μακάριος Νικήτας ο χαρτουλάριος μπόρεσε ακόμη και…
Lexo jetën