EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο μακάριος Νικήτας ο Κρυφός της Κωνσταντινουπόλεως

Στην καρδιά της Κωνσταντινουπόλεως, μέσα στον θόρυβο της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, ζούσε ένας άνθρωπος που άνοιγε τις πύλες των ναών με μόνη τη δύναμη της προσευχής του. Ο μακάριος Νικήτας ο χαρτουλάριος μπόρεσε ακόμη και έναν κεκοιμημένο ιερέα να φέρει ζωντανό μπροστά στον διάκονο Σώζοντα, για να συμφιλιωθούν οι δύο εχθρευμένοι κληρικοί. Γεννήθηκε και ανατράφηκε από ευγενείς γονείς στη βασιλεύουσα, και έζησε φαινομενικά μέσα στον κόσμο, υπηρετώντας όμως κρυφά τον Θεό με τέτοια ακρίβεια ώστε η χάρη να τον σκεπάζει ολοφάνερα.

Όταν προσερχόταν τα μεσάνυχτα στους ναούς για να προσευχηθεί, οι πόρτες άνοιγαν μόνες τους, χωρίς ανθρώπινο χέρι να τις αγγίξει. Πάνω από το κεφάλι του κατέβαινε άυλο φως, σαν αναμμένο καντήλι, και φώτιζε ολόκληρο τον χώρο της εκκλησίας. Οι σύγχρονοί του τον αποκαλούσαν Κρυφό, επειδή κατόρθωσε μέσα στην τύρβη της πόλεως να φτάσει σε πνευματική τελειότητα, χωρίς κανείς γύρω του να υποψιαστεί το μέγεθος της αγιότητάς του.

Η ζωή του φανερώθηκε στους πιστούς μέσα από ένα γεγονός θαυμαστό, που έμοιαζε με όραμα, αλλά συνέβη αληθινά μέσα στους ίδιους τους ναούς της πρωτεύουσας. Σε εκείνη την πόλη ζούσαν επίσης ένας ευλαβής ιερέας και ένας διάκονος με το όνομα Σώζων, οι οποίοι αγαπιόντουσαν αρχικά με αγνή πνευματική αγάπη. Με την επήρεια όμως δαιμονικής κακίας η αγάπη τους μετατράπηκε σε έχθρα, και έμειναν για πολύ καιρό χωρισμένοι μέσα στον θυμό.

Ο ιερέας τελικά πέθανε, χωρίς να προλάβει να συμφιλιωθεί με τον αδελφό του, και ο διάκονος έμεινε με βαρύ τραύμα στην ψυχή. Η συνείδησή του τον έτυπτε ασταμάτητα, γιατί δεν είχε σβήσει την οργή με συγχώρηση όσο ζούσε ακόμη ο συλλειτουργός του. Άρχισε λοιπόν να ψάχνει πνευματικό πατέρα ικανό να βαστάξει το βάρος της εξομολογήσεώς του και να βρει θεραπεία στην πληγή του.

Περιπλανήθηκε σε ερημικούς τόπους, ώσπου βρήκε έναν γέροντα ενάρετο και διακριτικό, στον οποίο φανέρωσε όλο το πάθος του. Ο γέροντας τον άκουσε με προσοχή, του θύμισε τον λόγο του Κυρίου ότι όποιος ζητεί λαμβάνει και όποιος κρούει του ανοίγεται. Ύστερα ετοίμασε ένα γράμμα σφραγισμένο και του εμπιστεύθηκε μια παράξενη αποστολή προς τη βασιλεύουσα.

Του παρήγγειλε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη και να σταθεί νύχτα μπροστά στις ωραίες πύλες του ναού της Αγίας Σοφίας. Όποιον έβλεπε πρώτο να πλησιάζει εκεί, σε εκείνον όφειλε να προσκυνήσει και να παραδώσει το σφραγισμένο γράμμα με ταπείνωση. Ο διάκονος υπάκουσε χωρίς δισταγμό και έφτασε τη νυχτερινή ώρα στις μεγάλες θύρες του ναού της του Θεού Σοφίας.

Σε λίγο διέκρινε έναν άνδρα να βαδίζει αθόρυβα προς το προαύλιο, και αυτός ήταν ο μακάριος Νικήτας. Έπεσε στα πόδια του, τον ασπάστηκε, του παρέδωσε την επιστολή και φανέρωσε τη θλίψη που τον κατέτρωγε. Ο άγιος διάβασε το γράμμα και τα μάτια του πλημμύρισαν δάκρυα από τη φοβερή ευθύνη που του ανέθετε ο γέροντας.

Ομολόγησε ότι το έργο ξεπερνούσε τις δυνάμεις του, αλλά στηριζόμενος στις προσευχές εκείνου που τον έστειλε, δέχτηκε να καταπιαστεί με αυτό που του ζητούσαν. Στάθηκε μπροστά στις πύλες του ναού, ύψωσε τα χέρια προς τον ουρανό και ψιθύρισε λόγια προσευχής. Έπειτα γονάτισε και ακούμπησε το μέτωπό του στο χώμα.

Όταν σηκώθηκε, είπε με δυνατή φωνή τον λόγο: Κύριε, άνοιξέ μας τις πύλες του ελέους σου. Αμέσως το προπύλαιο του μεγάλου ναού άνοιξε από μόνο του, σαν να το έσπρωχνε αόρατο χέρι, και ο Νικήτας πήρε τον διάκονο μέσα στον νάρθηκα. Άφησε τον Σώζοντα ακίνητο στο κατώφλι και έκανε ο ίδιος μια βαθιά μετάνοια στις πύλες της εκκλησίας.

Οι θύρες υπάκουσαν ξανά και άνοιξαν, και εκείνος προχώρησε στο μέσον του ναού για να προσευχηθεί. Τότε ένα αναμμένο καντήλι κατέβηκε από την οροφή πάνω στο κεφάλι του και φώτισε ολόκληρο τον χώρο με ουράνια λάμψη. Στράφηκε στο θυσιαστήριο, όπου οι θύρες πάλι άνοιξαν μόνες τους μπροστά στα βήματά του.

Έσκυψε σιωπηλά, προσευχήθηκε, και ύστερα γύρισε στον διάκονο, ενώ όλες οι πύλες έκλειναν ήσυχα πίσω του. Ο Σώζων έτρεμε από φόβο και δεν τολμούσε να πλησιάσει, γιατί το πρόσωπο του ανδρός έλαμπε σαν αγγελικό. Σκέφτηκε μήπως ήταν άγγελος μεταμορφωμένος σε άνθρωπο.

Ο μακάριος όμως διέκρινε τους λογισμούς του. Του είπε με πραότητα ότι ήταν άνθρωπος από σάρκα και αίμα, γεννημένος και αναθρεμμένος σε έντιμο σπίτι της ίδιας πόλεως. Πρόσθεσε πως η χάρη του Θεού, όταν θέλει, ενεργεί θαυμαστά ακόμη και μέσα στην ανθρώπινη αδυναμία.

Ύστερα ξεκίνησαν μαζί προς την αγορά, και ο διάκονος ακολουθούσε σιωπηλός. Έφτασαν στον ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπου με την προσευχή του αγίου οι πύλες άνοιξαν πάλι μόνες τους. Αφού προσευχήθηκε μέσα στον ναό, βγήκαν έξω και οι θύρες έκλεισαν αθόρυβα πίσω τους.

Ο Σώζων κοιτούσε τα γινόμενα και έλεγε μέσα του μόνο το Κύριε ελέησον. Από εκεί κατευθύνθηκαν προς τον ναό των Βλαχερνών, και η πορεία τους ήταν τόσο γρήγορη, που έμοιαζε σαν πέταγμα πουλιών μέσα στη νύχτα. Μπροστά στις πύλες των Βλαχερνών ο μακάριος έκλαψε ξανά και προσευχήθηκε, και αμέσως ο ναός άνοιξε διάπλατα.

Έβαλε τον διάκονο στο κατώφλι και του παρήγγειλε να κοιτάζει προσεκτικά μέσα. Ο ίδιος μπήκε, γονάτισε και άρχισε να προσεύχεται θερμά μπροστά στο ιερό. Ο διάκονος είδε τότε μέσα στον ναό φως ολόλαμπρο που πλημμύριζε όλο τον χώρο και φώτιζε κάθε γωνιά.

Από το ιερό βγήκε ένας φωτεινός διάκονος και θυμίαζε όλη την εκκλησία με βήμα ήρεμο και ιερατικό. Σε λίγο φάνηκε χορός ιερέων ντυμένων με λευκές στολές, που στάθηκαν στο μέσον του ναού. Στη συνέχεια εμφανίστηκε άλλος χορός ιερέων με κόκκινες στολές, και όλοι μαζί έψαλλαν ύμνους ουράνιους και ασυνήθιστους.

Ο Σώζων δεν μπορούσε να συγκρατήσει κανέναν ύμνο στη μνήμη του εκτός από το αλληλούια, που αντηχούσε γλυκό και ασταμάτητο. Όταν ο άγιος τελείωσε την προσευχή του, κάλεσε τον διάκονο και του ζήτησε να μπει μέσα χωρίς φόβο. Του παρήγγειλε να εξετάσει τον αριστερό χορό και να βρει τον ιερέα με τον οποίο είχε φιλονικήσει.

Ο Σώζων έψαξε προσεκτικά, αλλά δεν βρήκε εκεί τον εχθρό του. Τότε ο άγιος του είπε να κοιτάξει και τον δεξιό χορό, όπου στέκονταν οι άξιοι ιερείς. Εκεί αναγνώρισε αμέσως τον κεκοιμημένο συλλειτουργό του και τον έδειξε με συγκίνηση στον άνθρωπο του Θεού.

Ο Νικήτας τον πρόσταξε να πλησιάσει τον ιερέα και να του πει ότι ο Νικήτας ο χαρτουλάριος στέκεται έξω από τον ναό και τον προσκαλεί. Ο διάκονος υπάκουσε, πήρε τον ιερέα από το δεξί χέρι και τον οδήγησε στο κατώφλι, όπου ο μακάριος είχε ήδη βγει. Με πραότητα και χαμηλή φωνή ο άγιος είπε στον πρεσβύτερο να μιλήσει με τον αδελφό του και να σταματήσει η έχθρα που υπήρχε μεταξύ τους.

Αμέσως οι δύο κληρικοί έπεσαν γονατιστοί ο ένας απέναντι στον άλλον και αντάλλαξαν λόγους συγχωρήσεως με δάκρυα. Έλυσαν την παλιά τους πικρία και αγκαλιάστηκαν με ειλικρινή αγάπη. Ο ιερέας ξαναμπήκε ύστερα στον ναό και πήρε τη θέση του στον χορό, ενώ ο Νικήτας έκανε μετάνοια στο κατώφλι.

Οι πύλες έκλεισαν μόνες τους μπροστά τους, και ο μακάριος γύρισε με τον Σώζοντα στον δρόμο της επιστροφής. Η νύχτα ήταν ήσυχη και γεμάτη ευλογία. Αφού περπάτησαν λίγο μαζί, ο μακάριος Νικήτας στράφηκε στον διάκονο και του μίλησε με τρυφερότητα πατρική.

Του είπε να σώσει την ψυχή του για τον εαυτό του και για τη δική του πνευματική ωφέλεια. Παρήγγειλε επίσης στον γέροντα που τον είχε στείλει να μάθει πως η καθαρότητα των προσευχών του και η ελπίδα του στον Θεό μπορούν ακόμη και νεκρούς να αναστήσουν. Με τα λόγια αυτά ο άγιος έγινε άφαντος μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Σώζοντος.

Ο διάκονος προσκύνησε εκεί όπου πατούσαν τα πόδια του θαυμαστού εκείνου ανδρός και επέστρεψε στον γέροντα γεμάτος φόβο και χαρά. Δόξαζε και ευχαριστούσε τον Θεό, που τον αξίωσε να συμφιλιωθεί με τον κεκοιμημένο αδελφό του με τρόπο τόσο παράδοξο και υπερφυσικό. Όλα αυτά συνέβησαν με τις πρεσβείες του κρυφού δούλου του Κυρίου, του Νικήτα του χαρτουλαρίου, που ευαρέστησε τόσο πολύ τον Θεό μέσα στον λαό και στη βοή του κόσμου.

Η μνήμη του τιμάται από την Εκκλησία στις εννέα Σεπτεμβρίου κάθε χρόνο με ευλάβεια και πνευματική αγαλλίαση.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 09 Shtator

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος και η νίκη της αλήθειας

Διακόσιοι δέκα Πατέρες συγκεντρώθηκαν στην Έφεσο, για να αντιμετωπίσουν τη βαριά αίρεση που τάραζε την Εκκλησία. Ο Νεστόριος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, τολμούσε να αρνείται τον τίτλο «Θεοτόκος» για την Παναγία. Στις αρχές του πέμπτου αιώνα…

Lexo jetën

Ιωακείμ και Άννα, οι γονείς της Παναγίας

Πενήντα ολόκληρα χρόνια έζησαν μαζί χωρίς παιδί, κουβαλώντας τη σιωπή του σπιτιού τους σαν βαρύ φορτίο μπροστά στα μάτια όλου του Ισραήλ. Όταν ο αρχιερέας απέρριψε τα δώρα του Ιωακείμ στον ναό, εκείνος έφυγε…

Lexo jetën

Ο Άγιος Κιαράν και η μισή Ιρλανδία

Ένα ελάφι κουβάλησε κάποτε στη ράχη του τα βιβλία ενός νεαρού μοναχού που αναζητούσε τόπο για να ιδρύσει μοναστήρι στην άγρια ιρλανδική γη. Ο ίδιος μοναχός είχε για συντροφιά μιαν αλεπού, και ο δάσκαλός…

Lexo jetën

Ο Σεβηριανός και το θαύμα στον δρόμο του πένθους

Ένας πλούσιος άρχοντας της Σεβάστειας περπατούσε στους δρόμους ματωμένος, με χαρούμενο πρόσωπο, και ευλογούσε τις πληγές του σαν να ήταν βασιλικά στολίδια. Λίγο πριν, είχε επισκεφθεί στη φυλακή τους Σαράντα Μάρτυρες και τους είχε…

Lexo jetën
1