EmailFacebookΕπικοινωνία

Οι Οσιομάρτυρες Ακάκιος, Ευθύμιος και Ιγνάτιος του Αγίου Όρους

Τρεις νέοι μοναχοί ξεκίνησαν από το Άγιον Όρος για την Κωνσταντινούπολη, με μοναδική επιθυμία να ξεπλύνουν με το αίμα τους την παλιά άρνηση του Χριστού. Όλοι τους πέρασαν από τα χέρια του ίδιου πνευματικού οδηγού, του Γέροντα Ακακίου στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, που τους ετοίμασε με προσευχή και νηστεία. Ο πρώτος από αυτούς, ο Ακάκιος, γεννήθηκε το χίλια επτακόσια ενενήντα δύο στο Νεοχώρι της Θεσσαλονίκης και βαπτίστηκε Αθανάσιος.

Σε ηλικία εννέα ετών η οικογένειά του μετακόμισε στις Σέρρες, όπου οι γονείς τον παρέδωσαν σε έναν σκληρό υποδηματοποιό για να μάθει την τέχνη. Τη Μεγάλη Παρασκευή, ύστερα από βαρύ ξυλοδαρμό, βγήκε απελπισμένος στον δρόμο και συνάντησε δύο Οθωμανές που τον πήραν στο σπίτι τους. Με ψεύτικη συμπόνια τον έπεισαν να αρνηθεί τον Χριστό και τον οδήγησαν στον Γιουσούφ Μπέη.

Εκείνος τον υιοθέτησε, του έδωσε μουσουλμανικό όνομα και τον κράτησε κοντά του για εννέα χρόνια. Η ζωή του μικρού Αθανασίου άλλαξε ριζικά μέσα σε εκείνο το ξένο σπίτι. Η σύζυγος του Γιουσούφ Μπέη στην αρχή τον φέρθηκε σαν μητέρα, όμως αργότερα τον κυνήγησε με σαρκικό πάθος.

Όπως ο δίκαιος Ιωσήφ απέφυγε τη γυναίκα του Πετεφρή, έτσι και ο Αθανάσιος αρνήθηκε σταθερά τις προτάσεις της. Εκείνη τότε τον συκοφάντησε στον άντρα της, λέγοντας πως επιχείρησε να της επιτεθεί. Ο Τούρκος προστάτης του τον έδιωξε από το σπίτι και ο νέος επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη ψάχνοντας τους γονείς του.

Η μητέρα του φοβήθηκε για τη ζωή τους και του είπε να φύγει αμέσως για το Άγιον Όρος. Έζησε για ένα διάστημα στη Μονή Χιλανδαρίου και ύστερα πέρασε από διάφορες μονές της χερσονήσου. Στη Μονή Ξενοφώντος εξομολογήθηκε την άρνησή του στον πατέρα Νικόλαο, που τον δέχτηκε στην Εκκλησία με το Άγιο Χρίσμα.

Επέστρεψε για έναν χρόνο στο Χιλανδάρι και ύστερα τράβηξε για τη Μονή Ιβήρων. Στη σκήτη άκουσε για τους νεομάρτυρες Ευθύμιο και Ιγνάτιο και άναψε μέσα του η επιθυμία να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Ήθελε να σβήσει το αμάρτημά του στον τόπο όπου αρνήθηκε τον Χριστό.

Ο δεύτερος αυτής της τριάδας, ο Ευθύμιος, γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Πελοποννήσου και έλαβε στο βάπτισμα το όνομα Ελευθέριος. Οι γονείς του ονομάζονταν Παναγιώτης και Μαρία, ενώ ο ίδιος ήταν ο νεότερος από πέντε παιδιά. Μετά τις πρώτες σπουδές του στη Δημητσάνα ταξίδεψε με τον αδελφό του Ιωάννη στην Κωνσταντινούπολη, για να φοιτήσουν στην Πατριαρχική Ακαδημία.

Αργότερα έφτασαν στο Ιάσιο της Ρουμανίας, όπου ο πατέρας και τα αδέλφια τους είχαν εμπορικές δουλειές. Σύντομα ο Ελευθέριος αποφάσισε να πάει στο Άγιον Όρος για να γίνει μοναχός. Λόγω του πολέμου ανάμεσα στη Ρωσία και την Τουρκία έφτασε μόνο μέχρι το Βουκουρέστι, όπου φιλοξενήθηκε από τον Γάλλο πρόξενο και ύστερα από έναν υπάλληλο της ρωσικής πρεσβείας.

Εκεί παρασύρθηκε σταδιακά σε μια ζωή απολαύσεων και ξέχασε τις αρχικές μοναστικές του προθέσεις. Όταν τέλειωσαν οι εχθροπραξίες, πήρε τον δρόμο για την Κωνσταντινούπολη μαζί με μια συντροφιά Μουσουλμάνων. Στην πορεία απαρνήθηκε την Ορθοδοξία, ασπάστηκε το Ισλάμ και έλαβε το όνομα Ρεσίτ.

Σύντομα η συνείδησή του άρχισε να τον βασανίζει σκληρά για όσα έκανε. Οι σύντροφοί του παρατήρησαν την αλλαγή στη συμπεριφορά του και άρχισαν να τον επιτηρούν με αυστηρότητα. Όταν τον είδαν να φορά κρυφά έναν σταυρό, τον κατέδωσαν στον αφέντη του σπιτιού, τον Ραΐς Εφέντη.

Εκείνος όμως τον συμπαθούσε και ζήτησε χρόνο για να επανέλθει ο νέος στις μουσουλμανικές συνήθειες. Στη συνέχεια το σπιτικό μετακινήθηκε στην Αδριανούπολη, όπου ο Μητροπολίτης Κύριλλος, μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, τελούσε εσπερινό σε μια εκκλησία της πόλης. Ο Ελευθέριος προσπάθησε να τον προσεγγίσει με πρόσχημα κάποιες επιστολές, αλλά ο απεσταλμένος ιερέας τον υποπτεύθηκε και τον έδιωξε.

Πίσω στην Κωνσταντινούπολη ο Ραΐς Εφέντης τον φόρτωσε με ακριβά δώρα, προσπαθώντας να τον κρατήσει στη μουσουλμανική πίστη. Ο Ελευθέριος όμως προσευχόταν να βρει τρόπο να ξεφύγει από τη χρυσή φυλακή του. Με την πρώτη ευκαιρία δραπέτευσε και κατέφυγε σε έναν ιερέα από την Πελοπόννησο κοντά στο Πατριαρχείο.

Εκείνος φοβήθηκε τις συνέπειες και αρνήθηκε να τον βοηθήσει άμεσα. Τελικά, με τη στήριξη της ρωσικής πρεσβείας, ο Ελευθέριος επιβιβάστηκε σε πλοίο και έφτασε στο Άγιον Όρος. Στη Μεγίστη Λαύρα έλαβε το Άγιο Χρίσμα και έγινε μοναχός με το όνομα Ευθύμιος.

Ο τρίτος της συντροφιάς, ο Ιγνάτιος, γεννήθηκε στο χωριό Παλιά Ζαγορά της επαρχίας Τιρνόβου και βαπτίστηκε με το όνομα Ιωάννης. Οι γονείς του, ο Γεώργιος και η Μαρία, μετακόμισαν στη Φιλιππούπολη, όπου τον έγραψαν σε σχολείο της πόλης. Από μικρός είχε έντονη επιθυμία για τη μοναχική ζωή και όταν μεγάλωσε εισήλθε στη Μονή Ρίλας της δυτικής Βουλγαρίας.

Έμεινε εκεί έξι χρόνια κάτω από έναν αυστηρό Γέροντα, αλλά τελικά επέστρεψε στο πατρικό του σπίτι. Εκείνη την εποχή ξέσπασε η εξέγερση των Σέρβων κατά της οθωμανικής εξουσίας. Ζητήθηκε από τον πατέρα του Γεώργιο να ηγηθεί μιας οθωμανικής μονάδας, όμως εκείνος αρνήθηκε να πολεμήσει εναντίον άλλων Ορθοδόξων Χριστιανών.

Οι Μουσουλμάνοι όρμησαν πάνω του με οργή, τον μαχαίρωσαν και τον αποκεφάλισαν μπροστά στα μάτια της οικογένειας. Η μητέρα και οι αδελφές του Ιωάννη συνελήφθησαν και τελικά πιέστηκαν να ασπαστούν το Ισλάμ. Ο ίδιος ο νέος κρύφτηκε στο σπίτι μιας ηλικιωμένης χριστιανής, που τον προστάτεψε με μεγάλο ρίσκο.

Όταν οι διώκτες ρώτησαν τη γερόντισσα, εκείνη δήλωσε ψέματα πως δεν τον γνώριζε καθόλου. Η ίδια γυναίκα τον βοήθησε να φτάσει στο Βουκουρέστι, όπου γνώρισε τον μετέπειτα μάρτυρα Ευθύμιο. Δεν θέλησε όμως να μείνει εκεί και πήρε τον δρόμο για το Άγιον Όρος.

Στο χωριό Σούμλα συνάντησε ξανά τον φίλο του Ευθύμιο και έμαθε με βαθιά λύπη πως είχε αρνηθεί τον Χριστό. Λίγο πιο πέρα τον σταμάτησαν Τούρκοι στρατιώτες, του πήραν όλα του τα υπάρχοντα και απαίτησαν να αλλαξοπιστήσει. Μέσα στον φόβο του απάντησε καταφατικά και τον άφησαν να συνεχίσει τον δρόμο του.

Έφτασε ξανά στην Παλιά Ζαγορά και συνάντησε έναν αγιορείτη μοναχό από τη Μονή Γρηγορίου. Μαζί ταξίδεψαν στο Άγιον Όρος και ο Ιωάννης εγκαταστάθηκε στη Σκήτη της Αγίας Άννης κοντά στον πατέρα Βασίλειο. Σε ένα ταξίδι τους στη Θεσσαλονίκη έμαθαν για το μαρτύριο των μοναχών Δαβίδ και Ευθυμίου της Δημητσάνας.

Η καρδιά του Ιωάννη φλογίστηκε για το ίδιο τέλος, αλλά ο Γέροντάς του τον συγκράτησε. Λίγο αργότερα ο πατέρας Βασίλειος εκοιμήθη και ο νέος βρέθηκε χωρίς πνευματικό στήριγμα. Όταν άκουσε για το μαρτύριο του νεομάρτυρα Ευθυμίου, αναζωπυρώθηκε μέσα του η επιθυμία της ομολογίας.

Τότε τέθηκε κάτω από την πνευματική καθοδήγηση του Γέροντα Ακακίου στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Εκείνος του όρισε αυστηρό κανόνα προσευχής, μετανοιών και μελέτης του Ευαγγελίου. Σε εύθετο χρόνο ο Ιωάννης κρίθηκε άξιος για το μοναχικό σχήμα και έλαβε το νέο όνομα Ιγνάτιος.

Με την ευχή του Γέροντα ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη συνοδευόμενος από τον μοναχό Γρηγόριο, για να δώσει τη μαρτυρία του. Αφού έλαβε τα Άχραντα Μυστήρια στην Πόλη, ντύθηκε με μουσουλμανικά ρούχα και παρουσιάστηκε ενώπιον του κριτή. Πέταξε το σαρίκι στα πόδια του και ομολόγησε πως ποτέ δεν θα αρνιόταν τον Χριστό.

Ο κριτής τον θεώρησε τρελό και τον προειδοποίησε για φοβερά βασανιστήρια. Ο μάρτυρας απάντησε πως ήρθε εκεί ακριβώς για χάρη αυτών των βασάνων, για να πεθάνει για τον Κύριό του. Χαρακτήρισε τον Μωάμεθ ψευδοπροφήτη, δάσκαλο της απώλειας και φίλο του διαβόλου.

Όταν είδε ο κριτής πως δεν μπορούσε να τον μεταπείσει, διέταξε να τον απαγχονίσουν. Η εκτέλεση έγινε στον τόπο που λεγόταν Δακτυλόπορτα τον Οκτώβριο του χίλια οκτακόσια δεκατέσσερα. Ο Ευθύμιος έφτασε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον μοναχό Γρηγόριο στις δεκαεννέα Μαρτίου του χίλια οκτακόσια δεκατέσσερα.

Την Κυριακή των Βαΐων κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων και ντύθηκε μουσουλμανικά. Πήγε στο παλάτι του μεγάλου βεζίρη Ρουσούδ Πασά κρατώντας στο χέρι του βάγια. Εκεί ομολόγησε πως είναι Ορθόδοξος Χριστιανός και θέλει να πεθάνει για τον Χριστό.

Αποκήρυξε τον Μωάμεθ και τη μουσουλμανική θρησκεία και πάτησε με τα πόδια του το σαρίκι. Ο βεζίρης πίστεψε αρχικά πως ήταν μεθυσμένος ή παράφρων. Ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού τον διαβεβαίωσε πως είναι απόλυτα νηφάλιος και ψύχραιμος.

Τον έριξαν σε σκοτεινό κελί και τον έδεσαν με αλυσίδες. Λίγο αργότερα τον έφεραν πάλι μπροστά στον βεζίρη, που με κολακείες και υποσχέσεις πλούτου προσπάθησε να τον μεταπείσει. Ο μάρτυρας απάντησε πως το Ισλάμ στηρίζεται σε μύθους και ψεύδη και πως ποτέ δεν θα αρνηθεί ξανά τον Χριστό.

Διέταξε ο βεζίρης να τον δείρουν και να τον ρίξουν πάλι στη φυλακή. Ύστερα από τρεις ώρες τον ρώτησε αν άλλαξε γνώμη. Ο Ευθύμιος αποκρίθηκε πως μία είναι η αληθινή πίστη, εκείνη των Ορθοδόξων Χριστιανών.

Βλέποντας τη σταθερότητά του, ο βεζίρης διέταξε τον αποκεφαλισμό του διά ξίφους. Όταν ο δήμιος πήγε να του δέσει τα χέρια, ο μάρτυρας είπε πως ήρθε εκεί με τη θέλησή του και δεν χρειάζεται κανένα δέσιμο. Βάδισε χαρούμενος και άφοβος προς τον τόπο της εκτέλεσης, κρατώντας σταυρό στο δεξί χέρι και βάγια στο αριστερό.

Φτάνοντας εκεί, στράφηκε προς την ανατολή και άρχισε να προσεύχεται. Ευχαρίστησε τον Θεό που τον αξίωσε του μαρτυρίου και προσευχήθηκε για τους δικούς του. Φίλησε τον σταυρό, γονάτισε και έσκυψε τον αυχένα του.

Ο δήμιος χτύπησε με ορμή, αλλά το πρώτο πλήγμα δεν τον αποκεφάλισε. Χτύπησε δεύτερη φορά χωρίς αποτέλεσμα και τελικά τον έσφαξε με μαχαίρι. Ο Ευθύμιος παρέδωσε το πνεύμα του κατά το μεσημέρι της εικοστής δεύτερης Μαρτίου του χίλια οκτακόσια δεκατέσσερα.

Στο μεταξύ ο Ακάκιος, μετά την κουρά του στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη με τον μοναχό Γρηγόριο. Έφτασαν εκεί ύστερα από δεκατρείς ημέρες ταξιδιού. Έλαβε τη Θεία Κοινωνία σε ναό του Γαλατά και προετοιμάστηκε εσωτερικά για τη μεγάλη ώρα.

Ντύθηκε ξανά μουσουλμανικά και παρουσιάστηκε στην Πύλη μαζί με τον πατέρα Γρηγόριο. Διηγήθηκε όλη του την ιστορία, την παιδική πτώση του και την επιστροφή στον Χριστό. Αποκήρυξε τον Μωάμεθ ως ψευδοπροφήτη και ομολόγησε δυνατά πως είναι Χριστιανός.

Πέταξε το σαρίκι στο πάτωμα, το ποδοπάτησε και το έφτυσε μπροστά σε όλους. Τον συνέλαβαν αμέσως, τον χτύπησαν και τον έριξαν στη φυλακή. Τη νύχτα του υποσχέθηκαν πλούτη και τιμές αν επέστρεφε στο Ισλάμ, αλλά εκείνος αρνήθηκε σταθερά.

Την επόμενη ημέρα τον οδήγησαν στον βεζίρη και εκείνος επανέλαβε με σαφήνεια την ομολογία του. Ο πατέρας Γρηγόριος κατάφερε να του στείλει κρυφά τα Άχραντα Μυστήρια και ο μάρτυρας μετέλαβε ξανά. Σύντομα τον οδήγησαν στον τόπο που ονομαζόταν Παρμάκ Καπί.

Εκεί τον αποκεφάλισαν στις έξι το βράδυ της πρώτης Μαΐου του χίλια οκτακόσια δεκαέξι. Ευλαβείς Χριστιανοί εξαγόρασαν το τίμιο λείψανό του και ο πατέρας Γρηγόριος το μετέφερε πίσω στο Άγιον Όρος. Το ενταφίασαν στη Μονή Ιβήρων, σε παρεκκλήσι αφιερωμένο στους οσιομάρτυρες Ευθύμιο και Ιγνάτιο.

Λίγο πριν την αναχώρησή του από το Άγιον Όρος, ο Ακάκιος έγραψε μια συγκινητική επιστολή στον πνευματικό του πατέρα. Ζητούσε τις ευχές της αδελφότητας και ανήγγειλε με χαρά την πορεία του προς το μαρτύριο. Παρακαλούσε τους αδελφούς να μην τον λησμονήσουν και να ευχαριστήσουν τον Κύριο όταν θα ακούσουν το τέλος του.

Ευχαριστούσε τον Γέροντα Ονούφριο, τον Γέροντα Ακάκιο και όλους τους πατέρες της σκήτης. Η επιστολή είχε χρονολογία εικοστή έβδομη Απριλίου του χίλια οκτακόσια δεκαέξι, γεγονός που πιστοποιεί πως το μαρτύριο έγινε εκείνο το έτος. Οι τίμιες κάρες των τριών νεομαρτύρων Ακακίου, Ευθυμίου και Ιγνατίου φυλάσσονται στη ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος στο Άγιον Όρος.

Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη και των τριών μαζί την πρώτη Μαΐου, την ημέρα του μαρτυρίου του Ακακίου. Η κοινή τους ακολουθία συντάχθηκε από τον Ιβηρίτη Ονούφριο και εκδόθηκε στην Αθήνα το χίλια οκτακόσια εξήντα δύο. Όλοι τους πέρασαν από το ίδιο μονοπάτι, την άρνηση μέσα στη νεανική αδυναμία, τη βαθιά μετάνοια, τη μοναχική προετοιμασία και τη δημόσια ομολογία στην Κωνσταντινούπολη.

Η αγιορείτικη παράδοση κράτησε ζωντανή τη μνήμη αυτής της τριάδας ως φωτεινό παράδειγμα μετανοίας και μαρτυρικής γενναιότητας.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 01 Maj

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Άγιος Ζωσιμάς ο Επίσκοπος Κουμούρντο της Γεωργίας

Δύο ακοίμητα καντήλια άναψαν στον Γολγοθά και στη Μονή του Τιμίου Σταυρού για χάρη ενός Γεωργιανού επισκόπου που πολέμησε για τα δικαιώματα της Ορθοδοξίας. Ο άνθρωπος αυτός υπήρξε ο Άγιος Ζωσιμάς του Κουμούρντο, που…

Lexo jetën

Όσιος Γεράσιμος του Μπολντίνσκ

Δεκατριών χρονών μόλις, ο μικρός Γρηγόριος έπεσε με δάκρυα στα πόδια του Οσίου Δανιήλ του Περεγιασλάβλ και τον ικέτευε να τον δεχθεί στη μοναχική συνοδεία του. Έπειτα από είκοσι έξι χρόνια υπακοής, ο ίδιος…

Lexo jetën

Η Αγία Ταμάρα, βασίλισσα της Γεωργίας

Όταν η νεαρή Ταμάρα αναγορεύτηκε μονάρχης της Γεωργίας σε ηλικία μόλις δεκαοκτώ ετών, ο γεωργιανός λαός την προσφώνησε «βασιλιά» και όχι βασίλισσα. Αργότερα, ξυπόλυτη και με δάκρυα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, οδήγησε τον…

Lexo jetën

Ιερεμίας, ο Προφήτης των Δακρύων

Πριν ακόμη γεννηθεί, ο Κύριος είχε επιλέξει τον Ιερεμία προφήτη για τα έθνη και άγγιξε τα χείλη του με το χέρι Του. Στα δεκαπέντε του χρόνια, ο νεαρός γιος του ιερέα Χελκία από την…

Lexo jetën

Ο Άγιος Βατάς ο Πέρσης, ο μοναχός που ποθούσε το μαρτύριο

Σε ηλικία τριάντα χρόνων εγκατέλειψε γονείς, γυναίκα και παιδιά για να ζήσει ως μοναχός στην μακρινή Περσία. Όταν ξέσπασε ο φοβερός διωγμός και οι αδελφοί του σκόρπισαν, εκείνος έμεινε μόνος μέσα στο έρημο μοναστήρι…

Lexo jetën

Ο Όσιος Παφνούτιος του Μπορόβσκ

Εγγονός ενός βαπτισμένου Τατάρου εισπράκτορα φόρων, ο μικρός Παρθένιος μεγάλωνε σε ένα χωριό κοντά στο Μπορόβσκ, μέσα σε οικογένεια ευσεβών και φιλόπτωχων γονέων. Στα είκοσι του χρόνια εγκατέλειψε κρυφά το πατρικό σπίτι και κατέφυγε…

Lexo jetën
2