Η Οσία Αθανασία της Αιγίνης
Σε ηλικία μόλις επτά ετών, καθώς ύφαινε στον αργαλειό, είδε ένα λαμπρό αστέρι να κατεβαίνει από ψηλά και να φωτίζει ολόκληρη την ύπαρξή της. Από εκείνη τη στιγμή η μικρή κόρη του Νικήτα και της Μαρίνας αποφάσισε να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Χριστό και να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Γεννήθηκε στο νησί της Αίγινας, μέσα σε ευσεβή και αρχοντική οικογένεια, και από πολύ νωρίς έδειξε ασυνήθιστη αγάπη προς τα ιερά γράμματα.
Διάβαζε το Ψαλτήρι με τόση κατάνυξη, ώστε όλοι όσοι την άκουγαν θαύμαζαν για τη φλόγα της πίστης της. Οι γονείς της, ωστόσο, εναντιώθηκαν στην επιθυμία της και την υποχρέωσαν να παντρευτεί, παρά τη φανερή της αντίθεση. Ο γάμος της κράτησε μόλις δεκαέξι μέρες, καθώς ο σύζυγός της σκοτώθηκε σε επιδρομή βαρβάρων που έπληξαν τότε την Αίγινα.
Η νεαρή χήρα ένιωσε πως ο Θεός της χάριζε επιτέλους την ποθούμενη ελευθερία για να αφοσιωθεί στην προσευχή και τη μετάνοια. Σύντομα όμως ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο Τραυλός εξέδωσε διάταγμα που υποχρέωνε χήρες και παρθένες να παντρευτούν στρατιώτες της αυτοκρατορίας. Έτσι η Αθανασία οδηγήθηκε για δεύτερη φορά στον γάμο, υπακούοντας στις προτροπές των γονιών της και στη βασιλική επιταγή.
Στον νέο της γάμο η Αθανασία διατήρησε άσβεστη τη φλόγα της ευσέβειας, αφιερώνοντας τις ημέρες της στην ανάγνωση των Γραφών και στην ψαλμωδία. Φρόντιζε με ζήλο τους ασθενείς, φιλοξενούσε ξένους και μοναχούς, και μοίραζε απλόχερα στους φτωχούς όσα είχε στο πλούσιο σπιτικό της. Όταν έπεσε στη χώρα μεγάλος λιμός, η αγία τάιζε όχι μόνο τους χριστιανούς αλλά και τους ειδωλολάτρες που έφταναν πεθαίνοντας από την πείνα στην πόρτα της.
Τις Κυριακές και τις γιορτές καλούσε στο σπίτι της τις γειτόνισσες και τις συγγενείς της, για να τους διαβάζει την Αγία Γραφή και να τις διδάσκει την αρετή. Με τη γλυκύτητα και την πραότητά της κέρδισε σιγά σιγά και τον δεύτερο σύζυγό της, ο οποίος συγκλονισμένος από τον τρόπο ζωής της δέχθηκε τον Χριστιανισμό. Μετά από χρόνια κοινής πορείας τον έπεισε να εγκαταλείψει τον κόσμο και να γίνει μοναχός, ζώντας πλέον με υποδειγματική αγιότητα.
Εκείνος εκάρη μοναχός σε ένα γειτονικό μοναστήρι και ύστερα από λίγο καιρό εκοιμήθη ειρηνικά, ολοκληρώνοντας τον αγώνα του. Η Αθανασία, μένοντας πλήρως ελεύθερη πια, μοίρασε όλη της την περιουσία στους πτωχούς και κουρεύτηκε μοναχή από έναν ενάρετο γέροντα της περιοχής. Μαζί με άλλες ευλαβείς γυναίκες, που έτρεφαν την ίδια φλόγα προς τον Θεό, αποσύρθηκε σε έναν ερημικό τόπο για να ζήσουν την ησυχία.
Ύστερα από τρία ή τέσσερα χρόνια οι αδελφές την παρακάλεσαν επίμονα να αναλάβει εκείνη την ηγουμενία της μικρής συνοδείας τους. Αν και δέχθηκε με βαθιά δυσκολία το αξίωμα, θεωρούσε πάντοτε τον εαυτό της ως την ελάχιστη ανάμεσα στις αδελφές, εφαρμόζοντας πιστά τον λόγο του Κυρίου. Ποτέ δεν επέτρεψε σε καμία αδελφή να της προσφέρει υπηρεσία, ούτε καν να χύσει νερό στα χέρια της.
Φορούσε σκληρή τρίχινη στολή και από πάνω ένα χονδρό μάλλινο ένδυμα, ενώ κοιμόταν ελάχιστα πάνω σε πέτρες σκεπασμένες με τρίχινο ύφασμα. Έτρωγε μόνο το βράδυ λίγο ψωμί και έπινε ελάχιστο νερό, όσο χρειαζόταν για να σβήσει τη δίψα της. Τυρί, ψάρι, λάδι και κρασί γευόταν μόνο στις μεγάλες δεσποτικές εορτές, ενώ τις Τεσσαρακοστές αρκούνταν σε ωμά λαχανικά κάθε δύο ημέρες.
Τις νύχτες της τις πλημμύριζε στα δάκρυα, σαν άλλος Δαβίδ, λούζοντας τη στρωμνή της με κλάματα μετανοίας και πόθου. Ποτέ μετά την είσοδό της στο μοναστήρι δεν γεύθηκε κανέναν καρπό κήπου, παραμένοντας πιστή στη σκληρή της εγκράτεια ως το τέλος. Στο νησί της Αίγινας ζούσε τότε ένας ενάρετος μοναχός, ο Ματθαίος, που είχε διατελέσει ηγούμενος και ιερέας με σπάνια αγιότητα.
Κάθε νύχτα διάβαζε ολόκληρο το Ψαλτήρι και προσευχόταν αδιάκοπα, ενώ ο ύπνος του ήταν ελάχιστος και πάντοτε καθιστός. Είχε ξεχωριστή αγάπη στον ευαγγελιστή Ιωάννη τον Θεολόγο και κάποτε, την ημέρα της μνήμης του Αποστόλου, αξιώθηκε να τον δει να στέκεται δίπλα στην αγία Τράπεζα. Με το μανδύα του θεράπευσε έναν παράλυτο, με το σημείο του σταυρού επανέφερε στη φυσική του μορφή το παραμορφωμένο πρόσωπο ενός δαιμονισμένου, και ελευθέρωσε πολλούς από την τυραννία των ακαθάρτων πνευμάτων.
Αυτός ο άγιος γέροντας υπέδειξε στην Αθανασία και στις αδελφές της έναν ερημικό λόφο του νησιού, όπου σωζόταν αρχαία εκκλησία του πρωτομάρτυρα Στεφάνου. «Από καιρό γνώριζα τον τόπο αυτό με το πνεύμα μου», είπε η οσία μόλις τον αντίκρισε με δάκρυα συγκίνησης. Με την ευλογία του τοπικού επισκόπου ιδρύθηκε εκεί η νέα μονή, που έγινε πραγματικό λιμάνι σωτηρίας.
Ο όσιος Ματθαίος αργότερα πνίγηκε σε ναυάγιο πλέοντας προς την Κωνσταντινούπολη, στερώντας από την Αίγινα τα ιερά λείψανά του. Στο νέο της μοναστήρι η οσία Αθανασία διέπρεψε στην πραότητα και στην ταπείνωση, χαρίζοντας ησυχία στις αδελφές της. Καθώς προσευχόταν αδιάκοπα, ατενίζοντας τον ουρανό, έβλεπε συχνά ένα φωτεινό σύννεφο και στο μέσον του έναν άνδρα με ανέκφραστη ωραιότητα να ακτινοβολεί.
Μια φωνή της εξήγησε ότι η ομορφιά εκείνη ήταν καρπός της ταπείνωσης και της πραότητας που στόλιζαν τον μακάριο άνδρα. Από τότε η οσία αγωνιζόταν με ακόμη μεγαλύτερο ζήλο, ώστε να ομοιωθεί με εκείνον τον ουράνιο άνθρωπο. Ο Κύριος της χάρισε το χάρισμα της θαυματουργίας, και κάποτε ένας άνθρωπος με σοβαρή πάθηση στα μάτια έλαβε αμέσως τη θεραπεία του ύστερα από τη δική της προσευχή.
Η φήμη της ξεχύθηκε σε όλη τη χώρα και πλήθος ασθενών συνέρρεε στη μονή, βρίσκοντας ίαση ψυχής και σώματος. Από τις πολλές προσφορές των ευλαβών χριστιανών η οσία ανήγειρε στη μονή τρεις ακόμη ναούς, αφιερωμένους στην Παναγία, στον Πρόδρομο και στον άγιο Νικόλαο. Στόλισε ιδιαίτερα τον ναό της Θεοτόκου, τον οποίο αγαπούσε με πατρική και θερμή στοργή.
Η αυξανόμενη όμως δόξα την ενοχλούσε βαθιά, και άρχισε να αναζητά τρόπο διαφυγής σε νέα ησυχία. Παίρνοντας μαζί της δύο αγαπημένες αδελφές, τη Μαρία και την Ευπραξία, αναχώρησε κρυφά για την Κωνσταντινούπολη, όπου έζησε επί επτά χρόνια ως απλή μοναχή σε γυναικείο κοινόβιο. Νοσταλγούσε όμως πολύ τον αγαπημένο ναό της Παναγίας και έλεγε με δάκρυα ότι έφυγε για να αποφύγει τη μάταιη ανθρώπινη δόξα.
Ακόμη και εκεί όμως ο Θεός δόξασε τη δούλη του, καθώς εκδίωκε δαίμονες και θεράπευε ασθενείς με τις θερμές της προσευχές. Όταν οι αδελφές της Αίγινας έμαθαν το καταφύγιό της, έσπευσαν και την παρακαλούσαν να επιστρέψει στη μονή της. Μια οπτασία της Παναγίας τη βεβαίωσε ότι έφτασε ο καιρός να γυρίσει πίσω, και έτσι πήρε τον δρόμο της επιστροφής μαζί με τις πιστές της συνοδούς.
Λίγο μετά την επιστροφή της αρρώστησε βαριά, και δώδεκα μέρες πριν την κοίμησή της είδε δύο άνδρες με λευκά ενδύματα να της δίνουν γραφή που έλεγε «ιδού η ελευθερία σου». Πέρασε εκείνες τις ημέρες σε αδιάλειπτη προσευχή, χωρίς να γεύεται τροφή ή νερό, παρακινώντας τις αδελφές να ψάλλουν ακατάπαυστα δοξολογίες. Όταν έφτασε η δωδέκατη ημέρα, παρακάλεσε τις αδελφές να τελειώσουν εκείνες την ανάγνωση του Ψαλτηρίου, καθώς οι δυνάμεις της είχαν εξαντληθεί.
Είχε φτάσει ως τον ενενηκοστό ψαλμό και πλέον δεν μπορούσε να συνεχίσει την προσφιλή της προσευχή. Όταν οι αδελφές επέστρεψαν από την εκκλησία, έπεσαν με δάκρυα μπροστά στην κλίνη της και ζητούσαν την τελευταία της ευχή. Η οσία αγκάλιασε τη Μαρία και την Ευπραξία και τις διαβεβαίωσε ότι στον μέλλοντα αιώνα θα τις ένωνε πάλι ο Θεός σε αιώνια χαρά.
Καθώς μιλούσε με πατρική στοργή, το πρόσωπό της έλαμψε σαν φως, γεμίζοντας τις παρούσες με ιερό δέος και έκπληξη. Παρήγγειλε με σαφήνεια να τιμηθεί λαμπρά η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και να παρατεθεί τράπεζα στους φτωχούς, τις χήρες και τα ορφανά. Εκοιμήθη ειρηνικά στις δεκατέσσερις Αυγούστου, παραμονή της Κοιμήσεως της Παναγίας, σαν να βυθίστηκε σε φυσικό ύπνο.
Σφράγισε μόνη της τα μάτια και έκλεισε το στόμα της, χωρίς να χρειαστεί καμία φροντίδα μετά τον θάνατο, αφήνοντας τις αδελφές καταπικραμένες. Στην εορτή της Παναγίας τάφηκε με μεγάλη τιμή, ενώ οι αδελφές θρηνούσαν την απώλεια της πνευματικής τους μητέρας. Λίγο πριν την κοίμησή της είχε παραγγείλει να τρέφονται οι φτωχοί επί σαράντα ημέρες στη μνήμη της, για να ελεεί ο Θεός τις ψυχές.
Όταν οι αδελφές παραμέλησαν την εντολή της μετά τη δέκατη μέρα, εμφανίστηκε με δύο αγγέλους και τις επέπληξε με αυστηρή αγάπη. Η οσία τους εξήγησε ότι οι ελεημοσύνες και οι ιερατικές προσευχές για τους κεκοιμημένους έχουν μεγάλη δύναμη ενώπιον του Θεού. Έπειτα έμπηξε τη ράβδο της στο χώμα και έγινε άφαντη, ενώ την επομένη η ράβδος βλάστησε και έγινε ζωντανό δέντρο.
Την τεσσαρακοστή ημέρα μετά την κοίμησή της δύο ευλαβείς αδελφές αξιώθηκαν να δουν την οσία ντυμένη με βασιλική πορφύρα και στεφανωμένη με κορώνα στολισμένη με σταυρό. Δύο φωτεινοί άνδρες την οδηγούσαν διά της Ωραίας Πύλης μέσα στο άγιο βήμα, χαρίζοντάς της λαμπρό χρυσό σκήπτρο. Ένα χρόνο μετά την κοίμησή της οδηγήθηκε στον τάφο της μια δαιμονισμένη γυναίκα, η οποία θεραπεύτηκε ευθύς ως άγγιξε το ιερό σκήνωμα.
Όταν άνοιξαν το φέρετρο, βρήκαν το σώμα της άφθαρτο, μαλακό και ευωδιαστό, με τα χέρια λυγερά και το πρόσωπο φωτεινό. Επιχείρησαν τότε να αλλάξουν το τρίχινο ένδυμά της με μεταξωτό, αλλά τα χέρια της κρατούσαν σφιχτά στο στήθος αρνούμενα την πολυτέλεια. Μία ενάρετη αδελφή γονάτισε και την παρακάλεσε σαν ζωντανή να δεχθεί το ταπεινό δώρο των αδελφών της.
Τότε η οσία ανασηκώθηκε, άπλωσε τα χέρια της και αφέθηκε να ενδυθεί, χαρίζοντας μέχρι σήμερα ιάσεις και ευωδία στους προσκυνητές των ιερών της λειψάνων.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 12 Prill
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιο Πάσχα, η Ανάσταση του Κυρίου
Μέσα στη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου, οι μαθητές που κρύβονταν φοβισμένοι πίσω από κλειστές πόρτες άγγιξαν με τα ίδια τους τα χέρια τις πληγές των καρφιών και της λόγχης. Έφαγαν και ήπιαν μαζί με…
Lexo jetënΆγιος Ζήνων ο Ιερομάρτυς Επίσκοπος Βερόνης
Ένας Σύρος μοναχός που έγινε επίσκοπος σε ιταλική πόλη και ένα ποτάμι που σταμάτησε μπροστά στις πόρτες του ναού του. Αυτά τα δύο γεγονότα συνοψίζουν τον βίο και την μεταθανάτια δύναμη του αγίου Ζήνωνος,…
Lexo jetënΌσιος Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης, ο Νέος ασκητής του Άθω
Αντί για ψωμί έτρωγε ξερά χόρτα, τα οποία έτριβε με ένα κομμάτι μάρμαρο για να τα κάνει βρώσιμα. Δίδασκε ακόμη πως για έναν αληθινό μοναχό αρκεί και μισή ώρα ύπνου την ημέρα. Ο Όσιος…
Lexo jetënΌσιος Βασίλειος ο Ομολογητής, Επίσκοπος Παρίου
Αρνήθηκε με σθένος να υπογράψει τον λεγόμενο «Άδικο Τόμο» της εικονομαχικής συνόδου, παρά τις απειλές του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Πέμπτου του Κοπρωνύμου. Έζησε εξόριστος σε ένα μικρό νησί κοντά στην Κωνσταντινούπολη, όμως αξιώθηκε τελικά…
Lexo jetënΌσιος Ισαάκ ο Σύρος, ηγούμενος του Σπολέτο
Δυόμισι ολόκληρα ημερόνυχτα έμεινε όρθιος μέσα στον ναό του Σπολέτο, βυθισμένος σε αδιάκοπη προσευχή, ένας άγνωστος ξένος από τη Συρία. Όταν ένας υπερήφανος νεωκόρος τον χτύπησε στο πρόσωπο για υποκρισία, ακάθαρτο πνεύμα έπεσε επάνω…
Lexo jetënΌσιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος της Κύπρου
Σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών διέλυσε τον αρραβώνα του και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στον Χριστό, ακολουθώντας τον μοναχικό δρόμο. Για σαράντα ολόκληρα χρόνια έζησε κλεισμένος μέσα σε μια σπηλιά που σκάλισε μόνος του στους βράχους…
Lexo jetënΗ Ανθούσα, η πορφυρογέννητη που αρνήθηκε τον θρόνο
Γεννήθηκε μέσα στα ανάκτορα της Κωνσταντινούπολης, κόρη του φοβερού εικονομάχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Κοπρώνυμου και της τρίτης συζύγου του Ευδοκίας. Όταν η αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία τη ζήτησε να συμβασιλεύσει μαζί της, εκείνη αρνήθηκε…
Lexo jetënΗ Θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας του Μούρωμ
Όταν οι ειδωλολάτρες σήκωσαν τα σπαθιά για να σκοτώσουν τον πρίγκιπα Κωνσταντίνο, εκείνος βγήκε μπροστά τους κρατώντας μόνο μια εικόνα της Παναγίας. Μόλις την αντίκρισαν, έπεσαν στα γόνατα συντετριμμένοι και ζήτησαν να βαπτιστούν χριστιανοί…
Lexo jetën