Ο Άγιος Άβιβος της Νεκρέσι και η φωτιά που έσβησε
Μια μέρα ο επίσκοπος Άβιβος μπήκε αποφασιστικά μέσα στον περσικό ναό της φωτιάς και έριξε νερό πάνω στην ιερή φλόγα των πυρολατρών. Η πράξη του αυτή τράνταξε ολόκληρη την Καχέτη και ξύπνησε τη χριστιανική συνείδηση χιλιάδων Γεωργιανών που είχαν λυγίσει στην περσική πίεση. Ο Άγιος Άβιβος ήταν ένας από τους Δεκατρείς Σύριους Πατέρες που έφτασαν στη Γεωργία τον έκτο αιώνα μαζί με τον όσιο Ιωάννη Ζενταζνέλι.
Με την ευλογία του γέροντά του ξεκίνησε το αποστολικό του έργο στη Νεκρέσι, ένα χωριό ανάμεσα στους λόφους της ανατολικής Καχέτης. Σύντομα, για τις αρετές και τον αγώνα του, χειροτονήθηκε επίσκοπος της επαρχίας εκείνης. Σύμφωνα με το χρονικό «Βίος της Κάρτλης», οδήγησε στην πίστη του Χριστού όχι μόνο τους Γεωργιανούς, αλλά και τα ορεινά φύλα του Καυκάσου, ανάμεσά τους τους Νταγκεστανούς και τους Διδωιανούς.
Με αποστολικό ζήλο γύριζε άκοπα στα χωριά της επαρχίας του και κήρυττε την αλήθεια του Ευαγγελίου. Η εποχή της ποιμαντορίας του συνέπεσε με τη σκοτεινή κυριαρχία των Περσών στην ανατολική Γεωργία. Ο σάχης Χοσρόης ο Πρώτος ήθελε να ξεριζώσει εντελώς τον χριστιανισμό από τα γεωργιανά εδάφη και να επιβάλει τη λατρεία της φωτιάς.
Με διαταγή του υψώθηκαν παντού πυρολατρικοί βωμοί, όπου η φλόγα έκαιγε ακατάπαυστα μέρα και νύχτα. Πολλοί χριστιανοί, άλλοι από φόβο και άλλοι από αδυναμία, αρνήθηκαν τον αληθινό Θεό και προσκύνησαν την περσική πλάνη. Ένας τέτοιος ναός χτίστηκε και μέσα στη Νεκρέσι, στην ίδια την έδρα του αγίου ιεράρχη.
Ο Άβιβος δεν άντεξε να βλέπει τη δαιμονική λατρεία να ριζώνει στο ποίμνιό του και αποφάσισε να δράσει. Όταν στο χωριό Ρέχη βρήκε πυρολάτρες ιερείς να εξαναγκάζουν τους πιστούς να προσκυνήσουν τη φλόγα, έριξε νερό πάνω στη φωτιά και την έσβησε μπροστά τους. Οι μάγοι των Περσών εξαγριώθηκαν αμέσως και έδεσαν χέρια πόδια τον επίσκοπο με σχοινιά.
Τον χτύπησαν άγρια, τον έκλεισαν σε σκοτεινή φυλακή και έστειλαν αναφορά στον μαρζπάν, τον Πέρση διοικητή της περιοχής. Εκείνος αμέσως διέταξε να φέρουν τον ιεράρχη μπροστά του δεμένο. Ο Άγιος Άβιβος είχε στενή πνευματική φιλία με τον θαυματουργό Συμεών τον Στυλίτη στο Θαυμαστό Όρος της Συρίας.
Ο όσιος Συμεών έλαβε από τον Θεό αποκάλυψη για το επικείμενο μαρτύριο του φίλου του και θέλησε να τον στηρίξει στις δύσκολες ώρες. Έστειλε λοιπόν προς αυτόν ένα παρηγορητικό γράμμα, μια ευλογία, ίσως κομμάτι προσφόρου ή κάποιο άλλο ιερό αντικείμενο, και τη ράβδο του. Καθώς οι Πέρσες οδηγούσαν τον επίσκοπο προς τον μαρζπάν, στο χωριό Ιάλδο τους πρόλαβε ο απεσταλμένος της Αντιόχειας.
Παρέδωσε στον άγιο τα δώρα του οσίου, και η ψυχή του ιεράρχη πλημμύρισε από ουράνια χαρά και θεϊκή δύναμη. Διαβάζοντας το γράμμα ξέσπασε σε δάκρυα, καθώς ένιωσε ότι ο Χριστός ετοίμαζε γι' αυτόν το στεφάνι του μαρτυρίου. Λίγο πιο πέρα τον πλησίασαν χριστιανοί που του πρότειναν να τον βοηθήσουν να δραπετεύσει στα βουνά.
Ο άγιος όμως αρνήθηκε ευγενικά, γιατί επιθυμούσε να ολοκληρώσει τον δρόμο του μαρτυρίου με υπακοή. Συνέχισε λοιπόν την πορεία του προς την πρωτεύουσα, την αρχαία Μτσχέτα, με ειρήνη βαθιά στην καρδιά. Φτάνοντας στη Μτσχέτα ο άγιος προσευχήθηκε με κατάνυξη μέσα στον καθεδρικό ναό του Σβετιτσχόβελι.
Έπειτα παρακάλεσε τους φρουρούς να του επιτρέψουν να επισκεφθεί τον όσιο Σίω της μονής Μγβίμε, που ζούσε ασκητικά σε ένα σπήλαιο. Οι Πέρσες, εντυπωσιασμένοι από την αρετή του, δέχτηκαν την παράκλησή του και τον οδήγησαν στον γέροντα. Οι δύο πνευματικοί αδελφοί συναντήθηκαν με συγκίνηση, ασπάστηκαν ο ένας τον άλλον με αγάπη και προσευχήθηκαν μαζί στον Κύριο για το ποίμνιο της Γεωργίας.
Ο όσιος Σίω ευλόγησε τον φίλο του και τον στήριξε λέγοντας πως μέσα από πολλές θλίψεις θα έμπαινε στη βασιλεία του Θεού. Στη συνέχεια οδήγησαν τον Άβιβο μπροστά στον φοβερό μαρζπάν, ο οποίος τον ρώτησε πώς τόλμησε να σηκώσει χέρι κατά του περσικού θεού. Ο ιεράρχης απάντησε με απόλυτη ψυχραιμία και πνευματική παρρησία ότι δεν σκότωσε κανέναν θεό, παρά μόνο έσβησε μια φλόγα.
Η φωτιά δεν είναι θεός, εξήγησε, αλλά μέρος της φύσης, δημιούργημα του αληθινού Θεού. Η φλόγα έκαιγε ξύλα και ένα λίγο νερό αρκούσε για να σβήσει εντελώς. Ο μαρζπάν εξοργίστηκε από αυτή την απάντηση και διέταξε επιτόπου την εκτέλεση του αγίου ιεράρχη.
Οι δήμιοι έπεσαν πάνω στον μακάριο Άβιβο, τον χτύπησαν ανελέητα και του συνέτριψαν το κρανίο με μεγάλες πέτρες. Έτσι ο σεπτός επίσκοπος έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου σαν δεύτερος πρωτομάρτυρας Στέφανος. Έπειτα έσυραν το ματωμένο σώμα του μέσα από τους δρόμους της πόλης και το πέταξαν έξω από τα τείχη στα άγρια θηρία.
Έβαλαν μάλιστα και φρουρά εκεί, για να μην έρθουν οι χριστιανοί και αρπάξουν κρυφά το τίμιο λείψανο. Όμως εκείνη τη νύχτα ιερείς και μοναχοί από το Ρέχη πλησίασαν σιωπηλά, σήκωσαν με ευλάβεια το σώμα του μάρτυρα και το μετέφεραν μακριά. Το ενταφίασαν με μεγάλες τιμές στη μονή Σαμτάβισι, ανάμεσα στη Μτσχέτα και την πόλη Γκόρι.
Στον τάφο του αγίου άρχισαν αμέσως να φανερώνονται πολλές θαυμαστές θεραπείες. Τα χρόνια του ηγεμόνα Στεφάνου της Κάρτλης τα άφθαρτα λείψανά του μεταφέρθηκαν στη μονή Σαμτάβρο της Μτσχέτα, με απόφαση του καθολικού Ταβορίου. Εκεί τοποθετήθηκαν κάτω από την αγία τράπεζα του ναού, όπου αναπαύονται και θαυματουργούν μέχρι σήμερα.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 29 Nëntor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Όσιος Ακάκιος ο Σιναΐτης, ο υπάκουος μάρτυρας της σιωπής
Εννέα ολόκληρα χρόνια ένας νεαρός μοναχός δεχόταν καθημερινά ξυλοδαρμούς, ύβρεις και πείνα από τον ίδιο του τον γέροντα, χωρίς ποτέ να γογγύσει. Και όταν πέθανε και τάφηκε, η φωνή του ακούστηκε ζωντανή μέσα από…
Lexo jetënΟ Άγιος Παράμονος και οι Τριακόσιοι Εβδομήντα Μάρτυρες
Τριακόσιοι εβδομήντα χριστιανοί έπεσαν την ίδια στιγμή κάτω από τα ξίφη μπροστά σε έναν ειδωλολατρικό ναό, επειδή αρνήθηκαν να θυσιάσουν σε άψυχα είδωλα. Ένας απλός διαβάτης, ο Παράμονος, τόλμησε να φωνάξει δυνατά την αλήθεια…
Lexo jetënΟ Άγιος Φιλούμενος ο Μάρτυρας της Αγκύρας
Ένας ταπεινός έμπορος σιταριού στάθηκε όρθιος μπροστά στον ηγεμόνα της Αγκύρας και ομολόγησε τον Χριστό χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Οι δήμιοι κάρφωσαν σιδερένια καρφιά στα χέρια, στα πόδια και στο κεφάλι του, και έπειτα…
Lexo jetën