Οι Πεντεκαίδεκα Ιερομάρτυρες της Τιβεριουπόλεως
Όταν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης ξανάνοιξε τους ναούς των ειδώλων, τέσσερις χριστιανοί έφυγαν από τη Νίκαια και βρήκαν καταφύγιο στην Τιβεριούπολη, τη σημερινή Στρώμνιτσα. Εκεί, μαζί με άλλους έντεκα κληρικούς και μοναχούς, σχημάτισαν τη χορεία των δεκαπέντε αγίων που σφαγιάστηκαν με ξίφος για το όνομα του Χριστού. Ο τέταρτος μετά Χριστόν αιώνας έβρισκε την αυτοκρατορία στα χέρια ενός ηγεμόνα που πάλευε να επαναφέρει τη λατρεία των ειδώλων.
Στη σύντομη βασιλεία του, ο Ιουλιανός επέστρεψε τις περιουσίες στους ειδωλολατρικούς ναούς και επανέφερε τις δημόσιες θυσίες. Παράλληλα, απομάκρυνε τους χριστιανούς από τα δημόσια αξιώματα και τους απαγόρευσε να φοιτούν στις σχολές της εποχής. Όταν η πολιτική του δεν απέδωσε γρήγορα, η οργή του στράφηκε με σφοδρότητα ενάντια στους πιστούς της Εκκλησίας.
Ο άρχοντας της Νίκαιας κάλεσε τους χριστιανούς της περιοχής του να αρνηθούν ανοιχτά την πίστη τους. Εκείνοι απάντησαν ομόφωνα ότι ποτέ δεν θα προσέφεραν θυσία στα κουφά και άφωνα είδωλα. Μπροστά σε αυτή τη σταθερή ομολογία, πολλοί υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια, ενώ άλλοι έφυγαν στα όρη και τις ερημιές για να σώσουν την πίστη τους.
Ανάμεσα σε όσους διασκορπίστηκαν σε άλλους τόπους ήταν ο Τιμόθεος, ο Κομάσιος, ο Ευσέβιος και ο Θεόδωρος. Κατέφυγαν αρχικά στη Θεσσαλονίκη, όμως οι διωγμοί δεν τους άφησαν να μείνουν πολύ καιρό στην πόλη αυτή. Προχώρησαν λοιπόν βόρεια και έφτασαν στην Τιβεριούπολη, μια πόλη με μεγάλη ιστορία και βαθιές ελληνικές ρίζες.
Στην αρχαιότητα ονομαζόταν Αστραίον και ήταν πόλη των Παιόνων, ενώ αργότερα μετονομάστηκε σε Καλλίπολη. Κατά τη βυζαντινή περίοδο πήρε το όνομα Τιβεριούπολη, πιθανότατα από κάποιον αυτοκράτορα του Βυζαντίου ονόματι Τιβέριο. Στα χρόνια της σερβοβουλγαρικής κατοχής η πόλη έλαβε την ονομασία Στρώμνιτσα, από τον παραπόταμο του Στρυμώνα που διαρρέει την περιοχή.
Στην Τιβεριούπολη οι τέσσερις φυγάδες άρχισαν να σπείρουν τον λόγο του Χριστού με φλογερή διδασκαλία και αγία ζωή. Σύντομα οι ψυχές των κατοίκων έγιναν εύφορο χωράφι, γεμάτο από καρπούς πίστης και αρετής. Η χαριτόβρυτη πολιτεία τους τράβηξε κοντά τους και άλλους έντεκα ιερείς και μοναχούς της Τιβεριούπολης.
Έτσι συμπληρώθηκε η χορεία των δεκαπέντε εργατών του αμπελώνος του Κυρίου, που έμελλε να αγιάσει με το αίμα της τη μακεδονική γη. Οι άγιοι αυτοί ήταν ο Τιμόθεος και ο Θεόδωρος ως επίσκοποι, ενώ ο Θεόδωρος υπήρξε ένας από τους τριακόσιους δεκαοκτώ θεοφόρους πατέρες της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Ως ιερείς διακόνησαν ο Πέτρος, ο Ιωάννης, ο Σέργιος, ο Θεόδωρος και ο Νικοφόρος, ενώ ως διάκονοι αναδείχθηκαν ο Βασίλειος και ο Θωμάς.
Στους μοναχούς ανήκαν ο Ιερόθεος, ο Δανιήλ, ο Χαρίτων, ο Σωκράτης, ο Κομάσιος και ο Ευσέβιος. Όλοι μαζί ζούσαν αγγελική ζωή, φώτιζαν τις ψυχές των ανθρώπων και έλεγχαν με παρρησία την πλάνη των ειδώλων. Ο Κύριος τους χάρισε και το δώρο της θαυματουργίας, ιδιαίτερα στις ιάσεις των ασθενών.
Η φήμη της δράσης τους ταξίδεψε σαν να είχε φτερά και έφτασε ως τη Θεσσαλονίκη. Εκεί κυβερνούσαν ο Ουάλλης και ο Φίλιππος, δύο φανατικοί ειδωλολάτρες και τυφλά όργανα του δυσσεβούς Ιουλιανού. Μόλις άκουσαν τι συνέβαινε στην Τιβεριούπολη, έσπευσαν στην πόλη, συνέλαβαν τους αγίους και τους οδήγησαν σε δημόσια δίκη.
Τους κατηγόρησαν ότι περιφρονούσαν τα διατάγματα του βασιλέως και ότι πίστευαν ως Θεό αυτόν που σταυρώθηκε ανάμεσα σε ληστές. Οι άγιοι στάθηκαν μπροστά τους με γενναιότητα και χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. Διαλαλούσαν το αποστολικό λόγιο ότι κανείς δεν μπορεί να τους χωρίσει από την αγάπη του Χριστού.
Με σαφή επιχειρήματα ξεσκέπαζαν το άλογο της ειδωλολατρίας και τη ματαιότητα των ψεύτικων θεών. Η πειστικότητά τους ήταν τέτοια, ώστε οι δύο τύραννοι διέκοψαν τη ροή του λόγου τους και απαίτησαν ξεκάθαρη απάντηση για τους αθάνατους θεούς. Οι μάρτυρες απάντησαν ότι ποτέ δεν θα θυσίαζαν στους δαίμονες, αφού ο Χριστός τους είχε ήδη απαλλάξει από τη δουλεία εκείνη.
Η γενναία αυτή απόκριση εξόργισε τους διοικητές και αποφάσισαν τον θάνατό τους με ξίφος. Οι άγιοι ξεκίνησαν με χαρά και αγαλλίαση για τον τόπο του μαρτυρίου, σαν να βάδιζαν προς γάμο. Λίγο πριν από τον αποκεφαλισμό, ο ιερέας Πέτρος, με καρδιά φλογισμένη από θείο ζήλο, αντιμετώπισε τους άρχοντες.
Τους ονόμασε παραβάτες των έργων και εχθρούς της αλήθειας, που χύνουν χωρίς αιτία το αίμα των δικαίων. Τους θύμισε ότι οι πράξεις των μαρτύρων αξίζουν τιμές και στεφάνια, και όχι θάνατο και βασανιστήρια. Οι μιαροί άρχοντες θύμωσαν με τα λόγια του και πρόσταξαν να τον ξαπλώσουν καταγής.
Τον χτύπησαν με ραβδιά, του έκοψαν τα χέρια και τελικά τον θανάτωσαν με ξίφος. Τα χέρια του αγίου τα έριξαν στα σκυλιά, για να εξευτελίσουν το μαρτυρικό σώμα. Ένα από αυτά μετέφερε το δεξί χέρι κοντά στα πόδια μιας εκ γενετής τυφλής γυναίκας.
Εκείνη το αντιλήφθηκε, το πήρε στο σπίτι της και το φρόντισε με ιερό δέος. Από τη χαρά της για τον ανεκτίμητο θησαυρό, καταφιλούσε το χέρι του μάρτυρα και το ακουμπούσε στα μάτια της. Τότε φανερώθηκε το μεγάλο θαύμα του Κυρίου, καθώς τα μάτια της άνοιξαν και βρήκε το φως της.
Αργότερα η ευσεβής γυναίκα εναπέθεσε το άγιο λείψανο στη Θεσσαλονίκη, στον ναό της καλλινίκου μάρτυρος Αναστασίας. Με την πάροδο του χρόνου, το τίμιο αυτό λείψανο επέστρεψε ξανά στη Στρώμνιτσα. Οι πιστοί της Τιβεριούπολης συγκέντρωσαν τα ιερά λείψανα των αγίων και τα τοποθέτησαν σε δεκαπέντε λάρνακες.
Πάνω σε κάθε λάρνακα έγραψαν το όνομα, τη ζωή και το αξίωμα του κάθε αγίου με μεγάλη ευλάβεια. Ήταν είκοσι οκτώ Νοεμβρίου, στα τριακόσια εξήντα δύο μετά Χριστόν, όταν η Εκκλησία απέκτησε τους νέους αυτούς στεφανηφόρους πρέσβεις της. Αργότερα οι χριστιανοί ανήγειραν στην πόλη μεγαλοπρεπή ναό, για να τοποθετηθούν εκεί οι δεκαπέντε λάρνακες.
Ο ναός έγινε πηγή θαυμάτων και ιάσεων, πολλά από τα οποία διέσωσε ο βιογράφος τους, ο άγιος Θεοφύλακτος Αχρίδος. Η Τιβεριούπολη έγινε λαμπρός πυρσός, που σκόρπιζε το φως της πίστης σε άλλες πόλεις και έσωζε όσους βρίσκονταν στο πέλαγος της απιστίας. Δυστυχώς όμως, εξαιτίας βαρβαρικών αλώσεων και καταστροφών, τα λείψανα των αγίων χάθηκαν μέσα στους αιώνες.
Μόνο το δεξί χέρι του ιερομάρτυρα Πέτρου διασώθηκε και επέστρεψε στη Στρώμνιτσα. Οι ευσεβείς Έλληνες της πόλης το κρατούσαν ως θησαυρό πολυτίμητο στα δίσεκτα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Βαλκανικού Πολέμου, ο ένδοξος ελληνικός στρατός απελευθέρωσε και τη Στρώμνιτσα από τον βουλγαρικό ζυγό.
Στις είκοσι έξι Ιουνίου, στα χίλια εννιακόσια δεκατρία μετά Χριστόν, μια ίλη του ελληνικού ιππικού εισήλθε στην πόλη. Η Στρώμνιτσα πλημμύρισε από κυανόλευκες και υποδέχτηκε τους απελευθερωτές με το «Χριστός Ανέστη» στα χείλη. Η χαρά όμως κράτησε λίγο, γιατί με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου η πόλη επιδικάστηκε ξανά στους Βουλγάρους.
Το θλιβερό νέο γνωστοποιήθηκε τηλεγραφικά στον τότε Μητροπολίτη Στρωμνίτσης Αρσένιο. Εκείνος, περίλυπος και με δάκρυα στα μάτια, το ανακοίνωσε στο ποίμνιό του με βαριά καρδιά. Η κατάφωρα άδικη απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων υποχρέωνε τους Στρωμνιτσιώτες να ζήσουν κάτω από το μένος των Βουλγάρων.
Αποφάσισαν λοιπόν να εγκαταλείψουν την αγαπημένη τους πατρίδα και να καταφύγουν στην ελεύθερη Ελλάδα. Πριν φύγουν, έκαψαν τα σπίτια και τα υπάρχοντά τους, για να μη βρουν τίποτε οι Βούλγαροι κατακτητές. Έτσι ο ελληνισμός της αρχαίας Τιβεριούπολης εγκατέλειψε κατώδυνος την προγονική του γη.
Περίπου τρεις χιλιάδες πεντακόσιοι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην ερειπωμένη από τον πόλεμο πόλη του Κιλκίς. Με ζήλο και αγάπη άρχισαν γρήγορα να την ανοικοδομούν και να φτιάχνουν νέα ζωή. Άλλοι Στρωμνιτσιώτες προτίμησαν να εγκατασταθούν στη Θεσσαλονίκη και να ριζώσουν εκεί.
Μαζί τους έφεραν ως ιερά κειμήλια μια παλαιά εικόνα των δεκαπέντε ιερομαρτύρων και μια εικόνα του αγίου Δημητρίου. Ο μεγαλύτερος όμως θησαυρός ήταν το δεξί χέρι του ιερομάρτυρα Πέτρου του πρεσβυτέρου. Στο Κιλκίς οι πρόσφυγες μετονόμασαν παλαιό ναό της Μεταμορφώσεως, κοντά στο κοιμητήριο, σε ναό των Πεντεκαίδεκα Ιερομαρτύρων.
Εκεί εναπόθεσαν την παλαιά εικόνα και το ιερό λείψανο του αγίου Πέτρου, για να είναι κοντά τους η ευλογία της πατρίδας τους. Επίσης μετονόμασαν παλαιό ναό του αγίου Αθανασίου σε ναό του αγίου Δημητρίου, καθώς και στη Στρώμνιτσα υπήρχε μητροπολιτικός ναός προς τιμήν του μεγαλομάρτυρα. Γύρω από τους δύο αυτούς ναούς ρίζωσαν οι Στρωμνιτσιώτες και έφτιαξαν τις νέες γειτονιές τους.
Στα χίλια εννιακόσια εξήντα επτά μετά Χριστόν, με ενέργειες του τότε Μητροπολίτη Πολυανής και Κιλκισίου Χαρίτωνος του Ποντίου, καθιερώθηκαν οι άγιοι ως επίσημοι πολιούχοι του Κιλκίς. Η ημέρα της μνήμης τους, στις είκοσι οκτώ Νοεμβρίου, ορίστηκε αργία για ολόκληρο τον τόπο. Στα επόμενα χρόνια ο παλαιός ναός έπαθε σοβαρές ζημιές από σεισμούς και τελικά γκρεμίστηκε.
Στις δώδεκα Ιουνίου του χίλια εννιακόσια εβδομήντα επτά μετά Χριστόν, θεμελιώθηκε ο σημερινός περικαλλής ναός των αγίων. Τα θυρανοίξιά του έγιναν στις είκοσι επτά Νοεμβρίου του χίλια εννιακόσια ογδόντα εννέα, και τα εγκαίνια τον επόμενο χρόνο. Στον νέο πλέον ναό βρίσκονται θησαυρισμένα το ιερό λείψανο και η παλαιά εικόνα, και ο ευσεβής λαός του Κιλκίς τιμά κάθε χρόνο τους προστάτες του.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 28 Nëntor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Αγία Άννα η Οσιομάρτυς, η μαθήτρια του Αγίου Στεφάνου του Νέου
Μια αρχοντοπούλα της Κωνσταντινούπολης πούλησε όλη της την περιουσία και τη μοίρασε στους φτωχούς για χάρη του Χριστού. Έπειτα δέχθηκε το μοναχικό σχήμα από τα χέρια του Αγίου Στεφάνου του Νέου, πάνω στο όρος…
Lexo jetënΟ Άγιος Θεόδωρος Αρχιεπίσκοπος Ροστώβ
Σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών, ο μικρός Ιωάννης παραδόθηκε από τα ίδια τα χέρια του πατέρα του στον Όσιο Σέργιο του Ραντονέζ, για να γίνει μοναχός. Ο μεγάλος ασκητής της ρωσικής γης ήταν σαρκικός…
Lexo jetënΟ Ιερομάρτυρας Μητροπολίτης Σεραφείμ Τσιτσάγκοφ
Σε ηλικία ογδόντα δύο ετών, μη μπορώντας πια να περπατήσει, ο γέροντας ιεράρχης μεταφέρθηκε με φορείο και ασθενοφόρο στις φυλακές της Ταγκάνκα από τα όργανα της σοβιετικής εξουσίας. Λίγες μέρες αργότερα, η τρόικα της…
Lexo jetënΟ Μάρτυρας Ειρήναρχος και οι Επτά Γυναίκες
Ένας δήμιος που υπηρετούσε τους βασανιστές των χριστιανών έγινε ξαφνικά ο ίδιος μάρτυρας του Χριστού μέσα στη Σεβάστεια. Επτά γυναίκες, που είχαν οδηγήσει τους άντρες τους στην πίστη, στάθηκαν μπροστά στον ηγεμόνα Μαξιμιανό με…
Lexo jetënΟ Στέφανος ο Νέος μπροστά στον Κοπρώνυμο
Μέσα στη φυλακή του Πραιτωρίου ο Στέφανος βρήκε τριακόσιους σαράντα δύο μοναχούς, άλλους με κομμένη μύτη, άλλους με κομμένα αυτιά ή γλώσσα. Λίγο πριν τον σύρουν στον θάνατό του, έφτυσε επάνω σε χρυσό νόμισμα…
Lexo jetën