EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Όσιος Αβράμιος και η μετάνοια της Μαρίας

Την ίδια τη νύχτα του γάμου του, ένα φως της Χάρης πλημμύρισε την καρδιά του νεαρού Αβραμίου και τον τράβηξε μακριά από τη νύφη και το σπίτι. Πενήντα χρόνια κλεισμένος σε μια στενή καλύβα με ένα μικρό παραθυράκι, έγινε φάρος αγιότητας για ολόκληρη την Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Οι γονείς του τον είχαν πιέσει να παντρευτεί, παρά την έντονη επιθυμία του για μοναχική ζωή και αδιάλειπτη προσευχή.

Όμως η Χάρη του Θεού άναψε μέσα του σαν φλόγα και τον οδήγησε έξω από την πόλη, σε έναν έρημο τόπο. Εκεί έμεινε επτά μέρες νηστικός, διψασμένος και βυθισμένος μέσα σε αδιάκοπη δέηση προς τον Κύριο. Όταν οι δικοί του τον βρήκαν, κατάλαβαν πως ο Θεός τον είχε διαλέξει για την καλύτερη μερίδα.

Του παρέδωσαν την ησυχία και τον άφησαν μόνο με τον Νυμφίο της ψυχής του. Σφράγισε τις πόρτες και άφησε μόνο ένα μικρό άνοιγμα, από όπου δεχόταν λίγο ψωμί και νερό για να συντηρείται. Έτσι άρχισε ο κρυφός αγώνας του ασκητή, μέσα στη φτώχεια, την προσευχή και την αδιάκοπη μνήμη του ονόματος του Χριστού.

Όταν πέθαναν οι γονείς του και άφησαν μεγάλη περιουσία, ο όσιος παρακάλεσε έναν φίλο του να τη μοιράσει ολόκληρη στους φτωχούς της περιοχής. Κράτησε για τον εαυτό του μόνο ένα τρίχινο ρούχο, μια στάμνα και ένα ψαθί για ύπνο. Στα χρόνια αυτής της απόλυτης σιωπής αξιώθηκε τη Χάρη του λόγου και πολλοί έτρεχαν κοντά του για παρηγοριά.

Κοντά στην Έδεσσα υπήρχε μια μεγάλη κωμόπολη βυθισμένη στη λατρεία των ειδώλων, όπου κανείς δεν κατάφερνε να μπολιάσει την πίστη. Ο επίσκοπος της περιοχής θυμήθηκε τον κρυμμένο ασκητή και πήγε ο ίδιος μαζί με τους κληρικούς του να τον παρακαλέσει. Ο Αβράμιος έκλαψε πικρά και αρνήθηκε πολλές φορές, ζητώντας να μείνει στη μετάνοια του.

Τελικά υποτάχθηκε στην εντολή του επισκόπου, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έφτασε στο σκληρό εκείνο χωριό με δάκρυα. Έχτισε μια ωραία εκκλησία, γκρέμισε τον ειδωλικό βωμό και άρχισε να κηρύττει τον αληθινό Θεό. Οι κάτοικοι τον έδιωξαν με ξύλα, τον έσυραν δεμένο και τον άφησαν μισοπεθαμένο σε ένα χωράφι.

Όμως εκείνος γύριζε ξανά και ξανά μέσα στην εκκλησία και προσευχόταν δακρυσμένος για τη σωτηρία τους. Για τρία ολόκληρα χρόνια υπέμενε χτυπήματα, βρισιές και ταπεινώσεις, χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ τη δέησή του γι’ αυτούς. Συμπεριφερόταν στους γέροντες σαν σε πατέρες, στους νέους σαν σε αδελφούς και στα παιδιά σαν να ήταν δικά του παιδιά.

Στο τέλος μαλάκωσαν οι σκληρές καρδιές των ειδωλολατρών μπροστά στη μακροθυμία και την αγάπη του οσίου. Όλοι μαζί έτρεξαν στην εκκλησία και ζήτησαν να γνωρίσουν τον Θεό που τους κήρυττε με τόση επιμονή. Ο όσιος βάφτισε περίπου χίλιες ψυχές στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Έμεινε κοντά τους έναν ακόμη χρόνο, διδάσκοντας μέρα και νύχτα τον λόγο της σωτηρίας. Όταν είδε πως τον αγαπούσαν υπερβολικά, φοβήθηκε μήπως δεθεί η καρδιά του με την ανθρώπινη δόξα. Μια νύχτα προσευχήθηκε θερμά για το ποίμνιό του και έφυγε κρυφά πίσω στην παλιά ερημική κατοικία του.

Ο επίσκοπος βρήκε ανθρώπους άξιους ανάμεσά τους και χειροτόνησε από αυτούς πρεσβυτέρους και διακόνους. Ο διάβολος δεν άντεξε τη λάμψη του αγίου και άρχισε να τον πολεμά με κάθε τέχνασμα. Μια νύχτα ένα ψεύτικο φως πλημμύρισε το κελί του και μια φωνή τον μακάριζε σαν να μιλούσε ο ίδιος ο Θεός.

Ο όσιος κατάλαβε αμέσως την πλάνη και έδιωξε τον πειρασμό με το όνομα του Ιησού Χριστού. Άλλη φορά ο εχθρός έσπαζε με τσεκούρι τους τοίχους του κελιού του και φώναζε στους δαίμονές του να τρέξουν να τον πνίξουν. Ο όσιος απαντούσε με τους στίχους των ψαλμών και έδιωχνε με τη χάρη του Σταυρού τα δαιμονικά φαντάσματα.

Μια άλλη βραδιά είδε το ψαθί όπου στεκόταν να καίγεται με δυνατή φλόγα. Πάτησε επάνω στη φωτιά και επικαλέστηκε το άγιο όνομα του Σωτήρα, και η φλόγα έσβησε αμέσως μέσα στη σιωπή. Σε όλα τα χρόνια του ασκητικού του αγώνα δεν πέρασε ποτέ μέρα χωρίς δάκρυα μετανοίας.

Ποτέ δεν άνοιξε το στόμα του για γέλιο και ποτέ δεν άγγιξε λάδι το πρόσωπό του. Ζούσε καθημερινά σαν να ετοιμαζόταν να συναντήσει τον Κύριο, με τέλεια εγκράτεια και αδιάκοπη ευχαριστία προς τον Θεό. Όταν πέθανε ο αδελφός του, η μικρή Μαρία έμεινε ορφανή σε ηλικία επτά ετών και ήρθε κοντά στον άγιο γέροντα.

Ο όσιος της έδωσε ένα μικρό κελί δίπλα στο δικό του και από ένα μικρό παραθυράκι της δίδασκε το Ψαλτήρι και τα ιερά γράμματα. Για είκοσι ολόκληρα χρόνια η νεαρή ασκήτρια λάμπρυνε τη ζωή της με νηστεία, προσευχή και αγνότητα σαν αμόλυντο περιστέρι. Όμως ο αρχαίος εχθρός παγίδεψε την καρδιά της μέσα από έναν ανάξιο μοναχό, που πήγαινε τάχα για διδασκαλία στον γέροντα.

Μετά την πτώση της η Μαρία βυθίστηκε σε μαύρη απόγνωση και πίστεψε πως ο Θεός δεν θα τη συγχωρούσε ποτέ. Έφυγε κρυφά, έφτασε σε γειτονική πόλη και παραδόθηκε στην πορνεία μέσα σε ένα πανδοχείο. Ο όσιος είδε σε όραμα ένα φοβερό φίδι να καταπίνει ένα περιστέρι και κατάλαβε αμέσως την πτώση της ανιψιάς του.

Άρχισε να προσεύχεται μέρα και νύχτα και ικέτευε τον Κύριο να γυρίσει πίσω το πλανεμένο πρόβατό του. Όταν έμαθε από κάποιους ταξιδιώτες πού βρισκόταν, αποφάσισε να κατεβεί ο ίδιος στην πόλη. Φόρεσε στρατιωτική στολή και ένα μεγάλο καπέλο, για να κρύψει το πρόσωπο της γεροντικής μορφής του.

Έφτασε στο πανδοχείο και ζήτησε από τον πανδοχέα να του φέρει την όμορφη κοπέλα για διασκέδαση. Παρήγγειλε φαγητό και κρασί, και έφαγε κρέας και ήπιε για πρώτη φορά ύστερα από πενήντα ολόκληρα χρόνια άκρας εγκράτειας. Οι άγγελοι στους ουρανούς θαύμαζαν τη μεγαλόψυχη οικονομία του γέροντα, που γινόταν τα πάντα για να σώσει μια χαμένη ψυχή.

Όταν βρέθηκαν μόνοι στο δωμάτιο, έβγαλε το στρατιωτικό κάλυμμα και αποκαλύφθηκε στην έντρομη Μαρία. Εκείνη πάγωσε από ντροπή και δεν τολμούσε να σηκώσει τα μάτια της προς το πρόσωπο του πατέρα της. Ο όσιος της μίλησε με απέραντη τρυφερότητα, χωρίς καμιά επίπληξη και χωρίς σκληρή κουβέντα.

Της θύμισε την ομορφιά της παρθενίας και την υποσχέθηκε πως θα έπαιρνε επάνω του το βάρος της δικής της αμαρτίας. Της είπε πως η ευσπλαχνία του Θεού είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από κάθε πτώση και πως η απόγνωση είναι ο μόνος ασυγχώρητος τόπος. Τα ζεστά δάκρυα της μετανοίας έτρεξαν τότε στο πρόσωπο της Μαρίας σαν ποτάμι λυτρωτικό.

Με τα χαράματα την έβαλε επάνω στο άλογο και την οδήγησε χαρούμενος πίσω στο ερημητήριο. Η Μαρία κλείστηκε ξανά μέσα στο παλιό κελί του οσίου και ντύθηκε με ένα τρίχινο σάκο μετανοίας. Με δάκρυα ποταμηδόν, με νηστείες σκληρές και με αδιάκοπη επίκληση του ονόματος του Κυρίου, ξανάφτιαξε από την αρχή την ψυχή της.

Ο Θεός δέχτηκε τη μετάνοιά της και της χάρισε ως σημάδι συγχωρήσεως το χάρισμα να θεραπεύει τις αρρώστιες όσων κατέφευγαν κοντά της. Ο όσιος Αβράμιος έζησε άλλα δέκα χρόνια, βλέποντας τους καρπούς της μετανοίας της ανιψιάς του και δοξάζοντας τον φιλάνθρωπο Θεό. Κοιμήθηκε εν ειρήνη σε ηλικία εβδομήντα ετών, και ολόκληρη σχεδόν η πόλη μαζεύτηκε γύρω από το τίμιο λείψανό του.

Όσοι άρρωστοι πλησίαζαν με πίστη το άγιο σώμα του έβρισκαν αμέσως τη θεραπεία τους και επέστρεφαν δοξολογώντας τον Κύριο. Η Μαρία συνέχισε την ασκητική ζωή της για άλλα πέντε ολόκληρα χρόνια μέσα σε αδιάλειπτη προσευχή. Οι περαστικοί τη νύχτα άκουγαν από το ερημητήριό της θρήνους μετανοίας και έμεναν εκστατικοί από τη θέρμη της.

Έτσι παρέδωσε και εκείνη ειρηνικά την ψυχή της στον φιλάνθρωπο Νυμφίο που τόσο πολύ είχε ποθήσει. Σήμερα συνευφραίνεται με τον θείο της και με όλους τους αγίους στη χαρά του Κυρίου, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 29 Tetor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Η Αναστασία της Ρώμης και το στεφάνι του μαρτυρίου

Στα είκοσι μόλις χρόνια της η Αναστασία μοίρασε ολόκληρη τη γονική περιουσία στους φτωχούς και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στον Χριστό. Λίγο αργότερα στάθηκε γυμνή μπροστά στον έπαρχο Πρόβο και του απάντησε ότι γνωρίζει μία μόνο…

Lexo jetën

Ο Άγιος Σεραπίων της Ζάρζμα και το θαύμα της θαυματουργής εικόνας

Ένας σεισμός έσχισε τα βράχια της λίμνης Σαταχβέ και κατέκλυσε ολόκληρο το χωριό Τσισκβίλι, αφήνοντας μόνο δύο επιζώντες. Από εκείνη τη νύχτα ο τόπος ονομάστηκε Ζάρζμα, καθώς η λέξη «ζάρι» στη γεωργιανή γλώσσα δηλώνει…

Lexo jetën
1