Η μετάνοια της Αγίας Ταϊσίας
Σε μια γωνιά της Αιγύπτου ζούσε μια κοπέλα με σπάνια ομορφιά, την οποία η ίδια της η μάνα παρέδωσε στον δρόμο της ατιμίας. Μέσα σε λίγα χρόνια η Ταϊσία είχε γίνει αιτία να χάσουν πολλοί άντρες την περιουσία τους και τη ζωή τους. Η μητέρα της, γυναίκα διεφθαρμένη και άπληστη, την έσπρωξε από μικρή σε αυτόν τον τρόπο ζωής, μαθαίνοντάς της όλα όσα η ίδια είχε γνωρίσει.
Από τα δεκαεφτά της κιόλας χρόνια η νεαρή κοπέλα βρέθηκε εγκλωβισμένη σε έναν κόσμο γεμάτο ψεύτικη λάμψη και βαθιά ντροπή. Η φήμη της ομορφιάς της εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την αιγυπτιακή γη και έφτασε ως τα πιο μακρινά χωριά. Πολλοί ερχόντουσαν να την συναντήσουν, φέρνοντάς της χρυσάφι, ασήμι και πολυτελή ρούχα από τις πιο ακριβές αγορές.
Με τη γοητεία της έφερνε σε καταστροφή τους θαυμαστές της, αφού πολλοί έχαναν όλη τους την περιουσία και έπεφταν στη φτώχεια. Άλλοι πάλι μάλωναν στο κατώφλι του σπιτιού της και έβαφαν με αίμα τις πέτρες της εισόδου. Οι έντιμοι άνθρωποι την απέφευγαν, ενώ οι ίδιοι οι θαυμαστές της ποτέ δεν θα την σύσταιναν στις μητέρες τους.
Όταν ο όσιος Παφνούτιος, ασκητής με μεγάλη πείρα στη σωτηρία ψυχών, πληροφορήθηκε όσα συνέβαιναν, αποφάσισε να επέμβει. Φόρεσε κοσμικά ρούχα και πήρε μαζί του ένα χρυσό νόμισμα, ώστε να φανεί ως ένας από τους συνηθισμένους επισκέπτες της. Πήγε στο σπίτι όπου ζούσε η Ταϊσία και της έδωσε το νόμισμα σαν να ήθελε να μείνει εκεί μαζί της.
Η κοπέλα δέχτηκε το χρήμα και τον κάλεσε να περάσει σε ένα εσωτερικό δωμάτιο του σπιτιού. Ο γέροντας κάθισε στο στρωμένο κρεβάτι και ζήτησε μυστικά να βρουν κάποιο πιο απόκρυφο μέρος. Ήθελε τάχα να μη γίνει αντιληπτή η συνάντησή τους από κανέναν περαστικό ή γείτονα.
Η Ταϊσία τότε του απάντησε με λόγια που φανέρωσαν ότι κάτι μέσα της ζούσε ακόμη ζωντανό. Του είπε ότι οι πόρτες ήταν κλεισμένες και κανείς άνθρωπος δεν θα μάθαινε ποτέ τη συνάντησή τους. Πρόσθεσε όμως πως, αν ο φόβος του ήταν για τον Θεό, δεν υπήρχε τόπος όπου θα μπορούσε να κρυφτεί από Εκείνον.
Ακόμη και κάτω από τη γη, εξήγησε, ο Θεός βλέπει τα πάντα και τίποτε δεν Του ξεφεύγει. Ο γέροντας έμεινε έκπληκτος από τη γνώση που έκρυβε μέσα της η νεαρή και τη ρώτησε αν πραγματικά ήξερε για τον Θεό. Εκείνη του απάντησε με σιγουριά ότι γνώριζε για τον Θεό, για τη μακαριότητα των δικαίων και τη βασανιστική θέση των αμαρτωλών.
Τότε ο Παφνούτιος της μίλησε με αυστηρότητα και της θύμισε πόσες ψυχές είχε ήδη παρασύρει στην απώλεια με τη ζωή της. Της εξήγησε ότι η κρίση της δεν θα ήταν μόνο για τις δικές της αμαρτίες αλλά και για όσους είχε σπρώξει στην καταστροφή. Η Ταϊσία, ακούγοντας τα λόγια αυτά, έπεσε με δάκρυα στα πόδια του γέροντα και ζήτησε βοήθεια.
Ομολόγησε ότι γνώριζε πως υπάρχει μετάνοια για τους αμαρτωλούς και συγχώρεση για όποιον στρέφεται ειλικρινά στον Θεό. Παρακάλεσε τον γέροντα να της δώσει λίγες ώρες περιθώριο, ώστε να τακτοποιήσει όσα έπρεπε να αφήσει πίσω. Υποσχέθηκε ότι θα τον ακολουθούσε όπου την οδηγούσε και θα έκανε ό,τι εκείνος της ζητούσε χωρίς αντίσταση.
Ο Παφνούτιος της όρισε έναν τόπο συνάντησης και αναχώρησε γεμάτος ελπίδα για την ψυχή της. Η Ταϊσία δεν έχασε χρόνο και μάζεψε όλους τους θησαυρούς που είχε αποκτήσει μέσα από τον ντροπιαστικό της βίο. Η αξία τους έφτανε τις τετρακόσιες λίτρες χρυσού, ένα ποσό τεράστιο για την εποχή εκείνη.
Τα κουβάλησε όλα στο κέντρο της πόλης, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των κατοίκων, και άναψε μια μεγάλη φωτιά. Πάνω στις φλόγες έριξε τα ρούχα, τα κοσμήματα, τα χρυσαφικά και κάθε αντικείμενο που της θύμιζε την προηγούμενη ζωή της. Φώναζε με δυνατή φωνή προς τους θαυμαστές της να έρθουν να δουν τι έκανε με όσα της είχαν χαρίσει.
Ήθελε δημόσια να σβήσει κάθε ίχνος του παρελθόντος της και να δείξει ότι μετανοούσε ειλικρινά. Όταν τελείωσε αυτή την πράξη, ξεκίνησε αμέσως για τον τόπο όπου την περίμενε ο όσιος Παφνούτιος. Εκείνος την οδήγησε σε ένα παρθενικό μοναστήρι κοντά στην έρημο και ζήτησε ένα μικρό κελί.
Έβαλε την Ταϊσία μέσα και έκλεισε καλά την πόρτα, σφραγίζοντάς την με σιδερένια καρφιά για ασφάλεια. Άφησε μόνο ένα μικρό άνοιγμα, από όπου θα της έδιναν λίγο ψωμί και νερό κάθε μέρα. Έτσι ξεκινούσε για εκείνη μια εντελώς νέα ζωή, μακριά από τον κόσμο και τους πειρασμούς.
Πριν φύγει ο γέροντας, η Ταϊσία τον ρώτησε με ταπείνωση πώς έπρεπε να προσεύχεται μέσα στη μοναξιά της. Ο Παφνούτιος της απάντησε ότι δεν ήταν άξια ούτε το όνομα του Κυρίου να προφέρει με τα χείλη της. Τα χέρια της, της είπε, ήταν μολυσμένα και δεν μπορούσε να τα υψώνει προς τον ουρανό όπως οι καθαροί προσευχόμενοι.
Της έδωσε μια απλή εντολή να στρέφεται προς την ανατολή και να επαναλαμβάνει μια σύντομη φράση. Έπρεπε να λέει συνεχώς τα λόγια «Εσύ που με έπλασες, ελέησέ με». Η Ταϊσία έμεινε στο μικρό εκείνο κελί για τρία ολόκληρα χρόνια, χωρίς να βγει ποτέ από εκεί.
Έτρωγε μόνο μια φορά την ημέρα, λίγο ψωμί και νερό, ίσα ίσα για να κρατηθεί στη ζωή. Όλη την υπόλοιπη ώρα την περνούσε σε προσευχή, σε δάκρυα και σε βαθύ στοχασμό των πεπραγμένων της. Στο μυαλό της έβλεπε αδιάκοπα τις αμαρτίες της σαν εικόνες ζωντανές μπροστά της.
Κάθε λεπτό μετάνιωνε και κάθε στιγμή παρακαλούσε τον Θεό για το έλεός Του. Η ψυχή της καθαριζόταν σιγά σιγά μέσα από τη σιωπή και τη συντριβή της καρδιάς. Όταν πέρασαν τα τρία χρόνια, ο Παφνούτιος, κινημένος από συμπόνια, αναρωτήθηκε αν ο Θεός είχε δεχτεί τη μετάνοιά της.
Πήγε στον μέγα Αντώνιο, τον φημισμένο πατέρα της ερήμου, και του διηγήθηκε όλη την ιστορία της Ταϊσίας. Ο Αντώνιος κάλεσε τους μαθητές του και τους ζήτησε να κλειστούν στα κελιά τους και να προσευχηθούν όλη τη νύχτα. Ήθελε ο Θεός να φανερώσει σε κάποιον από αυτούς την κατάσταση της μετανοούσας ψυχής.
Ένας μαθητής, ο Παύλος, που τον αποκαλούσαν Απλό, δέχτηκε εκείνη τη νύχτα μια θαυμαστή αποκάλυψη. Είδε τους ουρανούς ανοιχτούς και ένα κρεβάτι λαμπρό στρωμένο, με τρεις παρθένες κοπέλες να το φρουρούν με μεγάλη δόξα. Πάνω σε εκείνο το κρεβάτι ήταν τοποθετημένο ένα ολόλαμπρο στεφάνι, σύμβολο της αιώνιας νίκης.
Ο Παύλος νόμισε αρχικά ότι η δόξα αυτή ετοιμαζόταν για τον πνευματικό του πατέρα τον Αντώνιο. Μια φωνή όμως του είπε ξεκάθαρα ότι όλα όσα έβλεπε ήταν ετοιμασμένα για την πρώην αμαρτωλή Ταϊσία. Το πρωί έσπευσε στους δύο γέροντες και τους διηγήθηκε με συγκίνηση το όραμά του.
Εκείνοι δόξασαν τον Θεό που δέχεται όσους μετανοούν με ειλικρινή καρδιά και δάκρυα. Ο Παφνούτιος έτρεξε αμέσως στο παρθενικό μοναστήρι, έσπασε τα καρφιά της πόρτας και θέλησε να βγάλει την Ταϊσία από το κελί. Εκείνη όμως τον παρακάλεσε να την αφήσει εκεί μέχρι το τέλος της ζωής της, για να συνεχίσει να κλαίει τα παραπτώματά της.
Ο γέροντας τη βεβαίωσε ότι ο φιλάνθρωπος Θεός είχε ήδη δεχτεί τη μετάνοιά της και την οδήγησε έξω από τον τόπο της σιωπής. Η μακαρία Ταϊσία ομολόγησε στον γέροντα ότι από την πρώτη στιγμή του εγκλεισμού της έβλεπε τις αμαρτίες της μπροστά της. Κανένα από τα παλιά κακά της δεν είχε φύγει από το μυαλό της, αλλά όλα στέκονταν μπροστά της σαν μάρτυρες κατηγορίας.
Δεκαπέντε μέρες μετά την έξοδό της από το κελί η Ταϊσία αρρώστησε σοβαρά και έπεσε στο κρεβάτι του πόνου. Έμεινε άρρωστη μόλις τρεις ημέρες και κοιμήθηκε ειρηνικά εν Κυρίω, με τη χάρη του Θεού να τη συνοδεύει. Από το κρεβάτι του πόνου μεταφέρθηκε στο λαμπρό εκείνο κρεβάτι που είχε δει ετοιμασμένο γι' αυτήν ο Παύλος ο Απλός.
Εκεί δοξάζεται μαζί με τους οσίους και χαίρεται αιώνια μέσα στη βασιλεία του Θεού. Έτσι η αμαρτωλή και πόρνη μάς πρόλαβε στον ουρανό, σύμφωνα με τον λόγο του ίδιου του Κυρίου. Η ζωή της παραμένει για όλες τις γενιές μια ζωντανή απόδειξη της δύναμης της αληθινής μετάνοιας.
cat > 10_08_Αγία_Ταϊσία_Ελληνικά_Καθαρά. txt –output 10_08_Αγία_Ταϊσία_Ελληνικά_Καθαρά. File: **10_08_Αγία_Ταϊσία_Ελληνικά_Καθαρά.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 08 Tetor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιος Ιγνάτιος ο Οσιομάρτυρας από τη Βουλγαρία
Ένας νέος μοναχός από την Εσκή Ζαγορά της Βουλγαρίας στάθηκε μπροστά στον κατή της Κωνσταντινούπολης και πέταξε το μουσουλμανικό σαρίκι στα πόδια του ως ομολογία πίστης στον Χριστό. Πριν φτάσει σε εκείνη τη στιγμή…
Lexo jetënΑγία Πελαγία η Παρθένος της Αντιοχείας
Δεκαπέντε μόλις χρονών, η νεαρή Πελαγία πήδηξε από το παράθυρο του σπιτιού της για να σώσει την παρθενία της. Οι στρατιώτες του άρχοντα της Αντιοχείας περικύκλωναν ήδη το αρχοντικό της, έτοιμοι να την ατιμάσουν…
Lexo jetënΗ Πελαγία της Αντιόχειας και η νύχτα της μετάνοιας
Η πιο ξακουστή πόρνη της Αντιόχειας πέρασε μια μέρα μπροστά από την εκκλησία φορώντας χρυσάφια, μαργαριτάρια και αρώματα που γέμισαν τον αέρα. Όλοι οι επίσκοποι έστρεψαν αλλού το βλέμμα, μόνο ο Νόννος της Έδεσσας…
Lexo jetënΟ Όσιος Τρύφων της Βιάτκα και η αγία υπομονή του
Όταν ένας νεαρός μοναχός σωριάστηκε αναίσθητος στο φούρνο του μοναστηριού, ο ίδιος ο άγιος Νικόλαος εμφανίστηκε δίπλα του και τον σήκωσε στα πόδια του. Έπειτα από χρόνια, ο ίδιος μοναχός θα εκδιωκόταν από το…
Lexo jetën