EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Όσιος Σαββάτιος των Σολόβκων

Σε ένα παγωμένο νησί της Λευκής Θάλασσας, μακριά από κάθε ανθρώπινη παρουσία, ένας γέροντας ασκητής έζησε ολομόναχος, έχοντας μόνο τον Θεό και τους αγγέλους του ως συντρόφους. Δύο φωτεινοί νέοι εμφανίστηκαν κάποτε στη γυναίκα ενός ψαρά και τη χτύπησαν με ραβδιά, διώχνοντας τους κοσμικούς από τον τόπο που είχε αγιάσει εκείνος ο ασκητής. Ο Όσιος Σαββάτιος ξεκίνησε τον μοναχικό του δρόμο στη μονή του Λευκού Βελοζέρσκι, κοντά στον όσιο Κύριλλο, την εποχή που μητροπολίτης πάσης Ρωσίας ήταν ο Φώτιος.

Εκεί δάμασε το σώμα του με προσευχή, αγρυπνία, πείνα και δίψα, υπακούοντας ταπεινά στον ηγούμενο και σε όλη την αδελφότητα. Η αρετή του τον έκανε αγαπητό και σεβαστό από όλους, και το όνομά του δοξαζόταν συνεχώς ανάμεσα στους μοναχούς της μονής. Όμως ο όσιος γνώριζε καλά ότι ο μόνος αληθινός έπαινος έρχεται από τον Θεό και όχι από τους ανθρώπους.

Γι' αυτό βάρυνε η ψυχή του από τη δόξα που του πρόσφεραν, και άρχισε να σκέφτεται πώς θα φύγει από εκείνη τη μονή για να βρει τόπο πιο απομονωμένο και άγνωστο. Ζητούσε την αφάνεια, όπου θα μπορούσε να μιλάει μόνο με τον Θεό. Όταν άκουσε για το νησί Βαλαάμ στη λίμνη Νέβο, όπου υπήρχε μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, η καρδιά του φλογίστηκε.

Οι μοναχοί εκεί ζούσαν με αυστηρή άσκηση, με αδιάκοπη προσευχή και με την εργασία των χεριών τους. Ο όσιος παρακάλεσε τον ηγούμενο και την αδελφότητα του Λευκού Βελοζέρσκι να τον ευλογήσουν να φύγει για το Βαλαάμ. Με ευλογία και πόνο τον αποχωρίστηκαν οι πατέρες, και ο Σαββάτιος έφτασε στο νησί, όπου τον υποδέχτηκαν με χαρά οι μοναχοί.

Στο Βαλαάμ μιμήθηκε τους πολυμόχθους ασκητές του τόπου και ξεπέρασε όλους στη σκληρή άσκηση, όπως είχε γίνει και στη μονή του Κυρίλλου. Έφτασε στα έσχατα όρια την εξάντληση της σάρκας του, και έγινε ήδη από εδώ κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Η αγία ζωή του φανερώθηκε σε όλο το νησί, και πάλι τον τίμησαν και τον επαίνεσαν οι αδελφοί.

Όμως αυτή η τιμή τον λυπούσε βαθιά, διότι ζητούσε μόνο τη σιωπή και την κρυφή συνομιλία με τον Κύριο. Άρχισε ξανά να ψάχνει τόπο πιο ερημικό, μακριά από τα μάτια των ανθρώπων και τους επαίνους τους. Είχε ακούσει για ένα ακατοίκητο νησί, τα Σολόβκι, στα παγωμένα νερά της Λευκής Θάλασσας, δύο ημερών ταξίδι από τη στεριά.

Η ψυχή του σκίρτησε με τη σκέψη ότι εκεί θα έβρισκε επιτέλους την ησυχία που λαχταρούσε ολόκληρη ζωή. Παρακάλεσε θερμά τον ηγούμενο του Βαλαάμ να τον αφήσει να φύγει, αλλά εκείνος και οι αδελφοί τον αγαπούσαν πολύ. Έβλεπαν σε αυτόν απεσταλμένο του Θεού και πρότυπο αρετής για όλη τη μονή του νησιού.

Παρακάλεσαν τον γέροντα να μην τους εγκαταλείψει, και εκείνος έμεινε ακόμη λίγο καιρό μαζί τους από αγάπη. Στο τέλος όμως, αφού προσευχήθηκε στον Θεό και στηρίχτηκε στη βοήθειά του, έφυγε κρυφά μέσα στη νύχτα, χωρίς κανείς να τον αντιληφθεί καθόλου. Καθοδηγημένος από τη θεία πρόνοια, κατευθύνθηκε προς τις ακτές της Λευκής Θάλασσας, εκεί όπου απέναντι βρισκόταν το νησί των Σολόβκων.

Συνάντησε τους κατοίκους της παραλίας και ρωτούσε με λεπτομέρεια για τον τόπο που τόσο σφόδρα επιθυμούσε. Εκείνοι του είπαν ότι το νησί είναι μακριά, ότι έχει λίμνες με ψάρια, πόσιμο νερό, βουνά και δάση πυκνά. Όμως κανείς δεν τολμά να μείνει εκεί από φόβο για τη σκληρή θάλασσα και τις θύελλες.

Οι παράλιοι κάτοικοι κοίταζαν με απορία τον ασπρομάλλη γέροντα και του έλεγαν με ειλικρινή ανησυχία τα λόγια τους. Πώς θα ζήσεις, του έλεγαν, και τι θα τρως σε τέτοιο ψυχρό τόπο, μόνος και ηλικιωμένος, χωρίς τίποτε στα χέρια σου; Ο όσιος τους απάντησε με ηρεμία ότι έχει Δεσπότη που κάνει τον γέροντα νέο και θρέφει τους πεινασμένους με λίγο ψωμί.

Τους θύμισε εκείνον που χόρτασε πέντε χιλιάδες ανθρώπους με πέντε άρτους στην έρημο της Γαλιλαίας. Άλλοι θαύμασαν τη σοφία του, ενώ άλλοι, από αδυναμία να καταλάβουν, τον περιγέλασαν χωρίς λόγο. Ο όσιος όμως ανέθεσε στον Κύριο τη φροντίδα του και προχώρησε προς τον ποταμό Βυγ με σταθερό βήμα.

Εκεί συνάντησε τον μοναχό Γερμανό, που ζούσε ασκητικά κοντά σε ένα μικρό παρεκκλήσιο της περιοχής. Έμεινε μαζί του ένα διάστημα, και άκουσε από εκείνον τα ίδια ακριβώς για το μακρινό νησί. Οι δύο ασκητές συμβουλεύτηκαν τον Θεό και αποφάσισαν να ξεκινήσουν μαζί προς τα Σολόβκι.

Ετοίμασαν μια μικρή βάρκα, πήραν λίγη τροφή, ρούχα και εργαλεία, και προσευχήθηκαν θερμά πριν μπουν στο σκάφος. Με ήρεμο καιρό άρχισαν το επικίνδυνο ταξίδι τους, και την τρίτη μέρα έφτασαν με χαρά στο νησί. Ευχαρίστησαν τον Θεό που τους χάρισε αυτόν τον έρημο τόπο και έστησαν έναν σταυρό στην ακτή όπου άραξε η βάρκα τους.

Προχώρησαν λίγο μέσα στο νησί και βρήκαν κοντά σε μια λίμνη ένα όμορφο βουνό, όπου αποφάσισαν να μείνουν για πάντα. Έχτισαν εκεί ένα μικρό κελί και άρχισαν να ζουν αποκλειστικά για τον Κύριο, σκάβοντας τη γη με απλές τσάπες. Με τα χέρια εργάζονταν για το λίγο τους ψωμί, και με τα χείλη δοξολογούσαν αδιάλειπτα τον Θεό μέσα από ψαλμούς του Δαβίδ.

Μετά από κάποιο διάστημα οι παράλιοι ψαράδες φθόνησαν τους δύο γέροντες και ήθελαν να τους διώξουν από το νησί. Έλεγαν μεταξύ τους ότι, ως κάτοικοι της Καρελίας, ήταν αυτοί οι φυσικοί κύριοι ολόκληρου του τόπου. Κάποιος ψαράς πήγε με τη γυναίκα του και την οικογένειά του και εγκαταστάθηκε κοντά στα κελιά των οσίων πατέρων.

Άρχισαν να ψαρεύουν στις λίμνες, ενώ οι όσιοι παρέμεναν στη σιωπή τους και δεν γνώριζαν τίποτε από αυτά. Ένα κυριακάτικο πρωί ο όσιος Σαββάτιος βγήκε από το κελί του να θυμιάσει τον σταυρό. Άκουσε τότε χτυπήματα και κραυγές, σαν κάποιος να δεχόταν βαριά πλήγματα από αόρατο χέρι μέσα στη σιγαλιά.

Ο όσιος ταράχτηκε, σφραγίστηκε με τον σταυρό και διηγήθηκε στον Γερμανό όσα είχε ακούσει εκείνη την παράξενη ώρα. Ο Γερμανός βγήκε, άκουσε κι αυτός τις ίδιες φωνές και προχώρησε προς το μέρος που ερχόταν η κραυγή. Βρήκε μια γυναίκα να κλαίει πικρά και τη ρώτησε τι της είχε συμβεί και γιατί έχυνε τόσα δάκρυα.

Εκείνη με τρόμο διηγήθηκε ότι, καθώς πήγαινε προς τη λίμνη όπου εργαζόταν ο άντρας της, τη συνάντησαν δύο φωτεινοί νέοι. Την άρπαξαν και τη χτυπούσαν με ραβδιά, λέγοντάς της να φύγουν αμέσως από τον τόπο που ο Θεός όρισε για τους μοναχούς. Έπειτα οι δύο φωτεινοί νέοι έγιναν άφαντοι και άφησαν τη γυναίκα τρομοκρατημένη και πονεμένη στη μέση του δρόμου.

Ο Γερμανός γύρισε και διηγήθηκε στον Σαββάτιο όλα όσα άκουσε, και μαζί δόξασαν τον Θεό για το θαυμαστό σημείο. Ο ψαράς πήρε αμέσως τη γυναίκα του και τα υπάρχοντά του και έφυγε γρήγορα στον τόπο όπου ζούσε πριν. Από τότε κανείς λαϊκός δεν τόλμησε να εγκατασταθεί στο νησί των ασκητών, παρά μόνο περιστασιακά πήγαιναν ψαράδες.

Μετά από χρόνια ο Γερμανός αναχώρησε προς τον ποταμό Ονέγκα, και ο Σαββάτιος έμεινε ολομόναχος στην ησυχία του. Νιώθοντας στα βαθιά γεράματά του τον θάνατο να πλησιάζει, ο όσιος επιθύμησε να κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια του Χριστού. Προσευχήθηκε στον Θεό, μπήκε σε ένα μικρό σκάφος και πέρασε σε δύο μέρες απέναντι, με ήρεμη θάλασσα.

Προχώρησε προς το παρεκκλήσιο του ποταμού Βυγ και συνάντησε με θεία οικονομία τον ηγούμενο Ναθαναήλ της περιοχής. Εκείνος μετέφερε τα Θεία Μυστήρια προς έναν άρρωστο σε μακρινό χωριό και χάρηκε πολύ που είδε τον φημισμένο γέροντα. Ο όσιος τον παρακάλεσε να τον εξομολογήσει και να τον κοινωνήσει αμέσως, διότι το τέλος του πλησίαζε γοργά.

Ο ηγούμενος ήθελε να επιστρέψει το επόμενο πρωί, αλλά ο Σαββάτιος του είπε ότι δεν ξέρουμε αν θα αναπνέουμε ως αύριο. Ο Ναθαναήλ δεν τόλμησε να αρνηθεί, εξομολόγησε τον όσιο, τον κοινώνησε και του έδωσε αδελφικό ασπασμό. Ο γέροντας πήγε στο παρεκκλήσιο και έκλεισε τον εαυτό του σε ένα μικρό κελί, ετοιμάζοντας την ψυχή του.

Εκείνη την ώρα έφτασε με πλοίο ο έμπορος Ιωάννης από το Νόβγκοροντ και προσκύνησε τις άγιες εικόνες. Μπήκε στο κελί του οσίου, πήρε την ευλογία του και άκουσε λόγια διδαχής για την ελεημοσύνη και την αρετή. Όταν το πρωί ξαναμπήκε για χαιρετισμό, βρήκε τον όσιο κοιμισμένο, και κατέφθασε ο Ναθαναήλ για να τον ενταφιάσουν με δάκρυα.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 27 Shtator

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Άγιος Άνθιμος ο Ίβηρας, Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας

Από σκλάβος των Τούρκων στην Κωνσταντινούπολη έγινε Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας και τύπωσε εξήντα τρία βιβλία σε τέσσερις γλώσσες για τον λαό του Θεού. Οι στρατιώτες που τον οδηγούσαν εξορία στο Σινά τον κατακρεούργησαν και έριξαν…

Lexo jetën

Η Αγία Ακυλίνα η Νεομάρτυς από το Ζαγκλιβέρι

Στην αγκαλιά της μητέρας της ήταν ακόμη βρέφος, όταν ο πατέρας της σκότωσε έναν Τούρκο γείτονα και αρνήθηκε τον Χριστό για να γλιτώσει τον θάνατο. Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, στο μικρό χωριό Ζαγκλιβέρι της Θεσσαλονίκης,…

Lexo jetën

Ο Άγιος Καλλίστρατος και η συνοδεία του

Δύο δελφίνια σήκωσαν στις ράχες τους έναν στρατιώτη που μόλις είχε ριχτεί στη θάλασσα μέσα σε δερμάτινο σάκο. Σαράντα εννέα συστρατιώτες του, βλέποντας το θαύμα, άφησαν αμέσως τα είδωλα και ομολόγησαν πίστη στον Χριστό.…

Lexo jetën
1