Οσία Κασσιανή η Υμνογράφος
Μια νεαρή Βυζαντινή με σπάνια ομορφιά και πνεύμα στάθηκε κάποτε μπροστά στον αυτοκράτορα Θεόφιλο και του απάντησε με τόλμη που έμεινε στην ιστορία. Λίγα χρόνια αργότερα η ίδια γυναίκα έγραφε στο κελί της εκείνο το τροπάριο που ψάλλεται κάθε Μεγάλη Τρίτη στους ορθόδοξους ναούς. Η Οσία Κασσιανή γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη ανάμεσα στα οκτακόσια πέντε και οκτακόσια δέκα μετά Χριστόν, μέσα σε αρχοντική και μορφωμένη οικογένεια.
Έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεοφίλου, σε εποχή ταραγμένη από τις εικονομαχικές έριδες και τις πνευματικές αναζητήσεις της Βασιλεύουσας. Συνδύαζε από νωρίς τη σωματική χάρη με την ευστροφία και τη βαθιά παιδεία που της είχε χαρίσει η ευγενική καταγωγή της. Τρεις σπουδαίοι χρονικογράφοι, ο Συμεών ο Μεταφραστής, ο Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, διασώζουν τη συμμετοχή της στην τελετή επιλογής νύφης για τον νεαρό αυτοκράτορα.
Την τελετή είχε οργανώσει η μητριά του Θεοφίλου, η Ευφροσύνη, και ο αυτοκράτορας θα έδινε χρυσό μήλο σε όποια κόρη ξεχώριζε. Η ομορφιά της Κασσιανής τράβηξε αμέσως το βλέμμα του νεαρού ηγεμόνα, που στάθηκε απέναντί της και την προκάλεσε με μια κουβέντα γεμάτη υπαινιγμό. Ο Θεόφιλος της είπε πως μέσα από μια γυναίκα ήρθαν τα κακά στον κόσμο, αναφερόμενος στην πτώση της Εύας και στις συνέπειές της.
Η Κασσιανή, χωρίς να δειλιάσει, του απάντησε πως και μέσα από μια γυναίκα πηγάζουν τα ανώτερα αγαθά, υπονοώντας τη σωτηρία διά της Παναγίας. Η ετοιμόλογη απάντηση πλήγωσε τον εγωισμό του αυτοκράτορα, ο οποίος προχώρησε αμέσως και έδωσε το μήλο στη Θεοδώρα. Η Κασσιανή δεν λύγισε από την απόρριψη, αλλά στράφηκε με όλη της την ψυχή προς τον δρόμο της μοναχικής ζωής.
Γύρω στα οκτακόσια είκοσι μετά Χριστόν έλαβε το μοναχικό σχήμα και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στον Θεό. Στα σαράντα τρία του ένατου αιώνα ίδρυσε ένα κοινόβιο στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, πάνω στον λόφο του Ξηρολόφου, κοντά στα τείχη της πόλης. Έγινε η πρώτη ηγουμένη του και διηύθυνε με σύνεση και δραστηριότητα τη ζωή της αδελφότητας.
Ο μοναχός Γεώργιος ο Αμαρτωλός μάς λέει πως ζούσε εκεί ασκητικό και φιλόσοφο βίο, ευάρεστο στον Θεό. Διατηρούσε επίσης στενή σχέση με τη γειτονική Μονή Στουδίου, που έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη διάδοση των έργων της. Παράλληλα με τα ηγουμενικά της καθήκοντα, βρήκε χρόνο να καλλιεργήσει το σπάνιο λογοτεχνικό της χάρισμα μέσα στη σιωπή του κελιού.
Συνδύαζε με μοναδικό τρόπο τα τάλαντα της ποιήτριας, της θεολόγου και της μελωδού, καθώς έγραφε ύμνους και συνέθετε η ίδια τις μουσικές τους γραμμές. Τα τροπάρια ψάλλονταν αρχικά από τις μοναχές της και γρήγορα ξεπέρασαν τα όρια της μονής, για να φτάσουν σε όλη την Εκκλησία. Τουλάχιστον είκοσι τρεις ύμνοι της εντάχθηκαν στα λειτουργικά βιβλία, ενώ συνολικά της αποδίδονται γύρω στα σαράντα πέντε έργα.
Το πιο γνωστό τροπάριό της είναι εκείνο που αρχίζει με τη φράση Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, σε ήχο πλάγιο του τετάρτου. Ψάλλεται το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης και αναφέρεται στην αμαρτωλή γυναίκα του Ευαγγελίου του Λουκά, που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού. Άλλος γνωστός ύμνος της ψάλλεται στον κανόνα του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου και επαναλαμβάνεται στο Μεσονυκτικό του Πάσχα.
Ο ίδιος ύμνος παρακαλεί τη Μητέρα να μην κλαίει βλέποντας στον τάφο τον Υιό της, γιατί θα αναστηθεί. Η παράδοση διασώζει μια συγκινητική σκηνή από τα τελευταία χρόνια του αυτοκράτορα Θεοφίλου, που εξακολουθούσε να τη θυμάται με νοσταλγία. Πήγε λοιπόν στο μοναστήρι, θέλοντας να τη δει για μία τελευταία φορά πριν φύγει από τον κόσμο.
Η Κασσιανή κατάλαβε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας, ενώ καθόταν στο κελί της και έγραφε το γνωστό τροπάριο της Μεγάλης Τρίτης. Από σεβασμό προς τη μοναχική της κλήση κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό αίσθημα να νικήσει τον ζήλο της. Άφησε όμως πάνω στο τραπέζι το μισοτελειωμένο χειρόγραφο και ο αυτοκράτορας μπήκε ολομόναχος στο κελί.
Την αναζήτησε χωρίς αποτέλεσμα, καθώς εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από την ντουλάπα όπου είχε καταφύγει. Λυπήθηκε βαθιά, έκλαψε και μετάνιωσε που από μια στιγμή υπερηφάνειας έχασε μια τόσο εκλεκτή ψυχή. Διάβασε τα γραφόμενά της και πρόσθεσε με το ίδιο του το χέρι έναν στίχο για την Εύα στον Παράδεισο.
Φεύγοντας, διέκρινε την Κασσιανή στην κρυψώνα της, αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος ως το τέλος την επιθυμία της. Μετά την αναχώρησή του, η Οσία βγήκε από την κρυψώνα, διάβασε την προσθήκη του αυτοκράτορα και ολοκλήρωσε με συγκίνηση τον περίφημο ύμνο. Στα χρόνια που ακολούθησαν ταξίδεψε στην Ιταλία και στην Κρήτη, ώσπου κατέληξε στο νησί της Κάσου, όπου τελείωσε επίγεια η ζωή της.
Μετά την κοίμησή της τοποθέτησαν το ιερό σώμα της σε μαρμάρινη λάρνακα μέσα σε παρεκκλήσιο αφιερωμένο στο όνομά της. Σώζεται μέχρι σήμερα η λάρνακα και ένα βυζαντινό ψηφιδωτό του ένατου αιώνα, μαζί με εντοιχισμένη πλάκα που φέρει σταυρό και τη χρονολογία οκτακόσια ενενήντα. Σύμφωνα με μαρτυρίες από την Κάσο, τα οστά της Οσίας μεταφέρθηκαν αργότερα στην Ικαρία.
Αν και η μνήμη της δεν αναφέρεται σε κανέναν Συναξαριστή, οι κάτοικοι του νησιού καθιέρωσαν τον εορτασμό της στις επτά Σεπτεμβρίου. Λόγω της συγγένειας του ονόματός της με το νησί, ο Γεώργιος Σασσός ο Κάσιος συνέθεσε ειδική Ακολουθία προς τιμήν της. Η Ακολουθία τυπώθηκε στην Αλεξάνδρεια το χίλια οκτακόσια ογδόντα εννέα στο τυπογραφείο της Μεταρρυθμίσεως, χάρη στη φροντίδα ευσεβών ανθρώπων.
Το παράδοξο είναι πως η Ακολουθία αυτή αφιερώθηκε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο, που με τη σειρά του την παρέδωσε για εκτύπωση. Ο Πατριάρχης την έδωσε στον Μητροπολίτη Θηβαΐδας Γερμανό την πρώτη Σεπτεμβρίου του χίλια οκτακόσια ογδόντα εννέα, ολοκληρώνοντας έτσι το έργο της έκδοσης. Με τον τρόπο αυτό επισημοποιήθηκε κατά κάποιον τρόπο η αγιοκατάταξη της Κασσιανής από την Εκκλησία της Αλεξανδρείας, όπως ποθούσαν θερμά οι Κάσιοι πιστοί.
Επί αιώνες το όνομα της Οσίας εμφανίζεται στο τέλος όλων των καταλόγων των Βυζαντινών ποιητών, ως κορυφαία μορφή του είδους. Ο πρώτος γνωστός τέτοιος κατάλογος συντάχθηκε από τον Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο στο πρώτο μισό του δέκατου τέταρτου αιώνα. Η Κασσιανή εικονίζεται επίσης ανάμεσα στους ιερούς ασκητές και μοναχούς στην εικόνα του Θριάμβου της Ορθοδοξίας.
Η εικόνα αυτή τιμάται την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, με τη μνήμη της αναστήλωσης των ιερών εικόνων. Ο μεγάλος βυζαντινολόγος Κρουμβάχερ έγραψε πως η Οσία υπήρξε εξαίρετη μορφή, με ισχυρή πρωτοβουλία, βαθιά μόρφωση και αυθεντική παρρησία. Έτσι το έργο της παραμένει διαχρονικό, συγκινώντας πάντα τον ορθόδοξο κόσμο με τη γλυκύτητα του μέλους και της θεοσέβειας.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 07 Shtator
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιος Ιωάννης ο Θαυματουργός, Αρχιεπίσκοπος Νοβογορδίας
Μια νύχτα ένας επίσκοπος του Νόβγκοροντ εγκλώβισε έναν δαίμονα μέσα σε χάλκινη λεκάνη νερού και τον ανάγκασε να τον μεταφέρει ως άλογο μέχρι τους Αγίους Τόπους. Την ίδια νύχτα ο ίδιος ιεράρχης προσκύνησε τον…
Lexo jetënΌσιος Σεραπίων του Πσκωφ, ο σιωπηλός συνασκητής του Ευφροσύνου
Ένας αντιγραφέας του βίου του τον αποκάλεσε «άταφο νεκρό», τόσο αυστηρά κρατούσε την ακτημοσύνη του μέσα στην έρημο του Πσκωφ. Πενήντα πέντε ολόκληρα χρόνια έζησε δίπλα στον γέροντά του Ευφροσύνο, κρατώντας απαρασάλευτη σιωπή και…
Lexo jetënΔανιήλ ο Κατουνακιώτης, ο διδάσκαλος της ερήμου
Ένας νεαρός αριστούχος της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης άφησε στα δεκαεννέα του τα εγκόσμια, για να βρει τον Χριστό στα βράχια του Άθω. Εκεί, ψηλά στα Κατουνάκια, έγινε ο πιο διακριτικός γέροντας της εποχής του…
Lexo jetënΟ Άγιος Σώζων και η χρυσή χείρα της Αρτέμιδος
Με τη γκλίτσα του απλού βοσκού ο νεαρός Σώζων έσπασε το χρυσό χέρι του ειδώλου της Αρτέμιδος και το μοίρασε κομμάτι κομμάτι στους φτωχούς της Πομπηιουπόλεως. Ύστερα, για να μην υποφέρουν αθώοι στη θέση…
Lexo jetënΟ Ιερομάρτυς Μακάριος του Κάνιεφ
Με τον σταυρό στο χέρι στάθηκε στην πύλη του ναού και αντίκρισε άφοβα τους Τούρκους που είχαν ορμήσει στο μοναστήρι του Κάνιεφ. Όταν του ζήτησαν τον θησαυρό της μονής, εκείνος απάντησε ότι ο θησαυρός…
Lexo jetënΟι Απόστολοι Εύοδος και Ονησιφόρος από τους Εβδομήκοντα
Σε αυτόν χρωστούν οι μαθητές του Χριστού το ίδιο τους το όνομα, αφού στην Αντιόχεια ονομάστηκαν για πρώτη φορά χριστιανοί επί των ημερών του. Ο απόστολος Πέτρος τον άφησε διάδοχό του στον θρόνο της…
Lexo jetën