EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Άνθιμος και το ποίμνιο της Νικομήδειας

Είκοσι χιλιάδες χριστιανοί κάηκαν ζωντανοί μέσα σε έναν ναό της Νικομήδειας ανήμερα τα Χριστούγεννα, την ώρα που η μανία του Διοκλητιανού θέριζε την πόλη. Ανάμεσα σε αυτό το αιματοβαμμένο ποίμνιο, ο επίσκοπος Άνθιμος έγραφε κρυφά γράμματα από ένα μικρό χωριό και κρατούσε όρθιους όσους περίμεναν τη σειρά τους στο μαρτύριο. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην ίδια τη Νικομήδεια, στα τέλη του τρίτου αιώνα μετά Χριστόν.

Από μικρό παιδί ξεχώριζε για την πραότητα, τη σωφροσύνη και τη βαθιά αγάπη του προς τα θεία πράγματα. Η ζωή του υπήρξε ένα ζωντανό υπόδειγμα εγκράτειας, ταπείνωσης και αδιάλειπτης προσευχής. Όταν χειροτονήθηκε ιερέας, αφοσιώθηκε ολόψυχα στη διδασκαλία και στη φροντίδα των πιστών της πόλης του.

Μετά την κοίμηση του προηγούμενου αρχιεπισκόπου Κυρίλλου, ο κλήρος και ο λαός τον ανέδειξαν ποιμενάρχη της Νικομηδείας. Λένε μάλιστα πως κατά τη χειροτονία του ο ναός φωτίστηκε από ουράνιο φως και ακούστηκε θεϊκή φωνή. Ανέλαβε την Εκκλησία σαν έμπειρος κυβερνήτης που οδηγεί το πλοίο μέσα από φοβερή θαλασσοταραχή.

Ο Άνθιμος καθοδηγούσε με σοφία και αγάπη το ποίμνιό του, ετοιμάζοντάς το σιωπηλά για όσα έρχονταν. Όταν ξέσπασε ο μεγάλος διωγμός στην Ανατολή επί Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, η Νικομήδεια έγινε το επίκεντρο του τρόμου, αφού εκεί κατοικούσαν οι δύο αυτοκράτορες. Ο Άνθιμος γύριζε ανάμεσα στους χριστιανούς και τους ενίσχυε με λόγια φωτιάς, που έκαιγαν κάθε δειλία μέσα στις καρδιές.

Τους έλεγε πως είναι η ώρα να φανεί ποιος είναι αληθινός στρατιώτης του Ιησού Χριστού και να βαδίσει με ανδρεία στον αγώνα. Τους θύμιζε πως όποιος ομολογήσει τον Κύριο μπροστά στους ανθρώπους, θα ομολογηθεί κι αυτός μπροστά στον ουράνιο Πατέρα. Η φωνή του γκρέμιζε τον φόβο και άναβε στις ψυχές τη δίψα του μαρτυρίου.

Ένας θαρραλέος χριστιανός άρπαξε το αυτοκρατορικό διάταγμα από τον τοίχο, το έσχισε δημοσίως και έγινε ο πρώτος μάρτυρας της πόλης. Αμέσως μετά πολλοί αυλικοί και αξιωματούχοι ομολόγησαν ανοιχτά την πίστη τους. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν ο Δωρόθεος, ο Μαρδόνιος, ο Μυγδόνιος, ο Πέτρος, ο Ινδής και ο Γοργόνιος.

Όλοι αυτοί παραδόθηκαν με χαρά στα βασανιστήρια για χάρη του Χριστού. Η Νικομήδεια έγινε χωνευτήρι αίματος και πίστης, και κάθε μέρα ο ουρανός γέμιζε με νέους στεφανωμένους νικητές. Όταν μια πυρκαγιά κατέκαψε τα ανάκτορα, οι ειδωλολάτρες κατηγόρησαν συκοφαντικά τους χριστιανούς ως εμπρηστές.

Η οργή του Διοκλητιανού ξέσπασε τότε με ανείπωτη αγριότητα και τα μαρτύρια πολλαπλασιάστηκαν σε όλη την πόλη. Άλλους τους έσφαζαν με το ξίφος, άλλους τους έκαιγαν ζωντανούς και άλλους τους πετούσαν δεμένους στα βάθη της θάλασσας. Ανήμερα τα Χριστούγεννα, είκοσι χιλιάδες πιστοί κάηκαν μαζί μέσα στον κατάμεστο ναό της Νικομηδείας.

Ο επίσκοπος Άνθιμος, με την πρόνοια του Θεού, βρισκόταν εκείνες τις μέρες κρυμμένος στο χωριό Σεμανά κοντά στην πόλη. Δεν κρυβόταν από δειλία, αλλά για να στηρίξει όσους πιστούς έμεναν ακόμη πίσω. Από εκεί έστελνε συνεχώς επιστολές προς τους φυλακισμένους αδελφούς του και τους ενίσχυε στον αγώνα.

Τους θύμιζε πως ο θάνατος για τον Χριστό είναι πέρασμα στην αληθινή και αιώνια ζωή. Παρ' όλο που σωματικά απουσίαζε, πνευματικά συνταξίδευε μαζί τους μέσα στα δεσμωτήρια. Τα γράμματά του γίνονταν τροφή ουράνια για κάθε καρδιά που πάλευε.

Έτσι ο ποιμένας κρατούσε ζωντανή την Εκκλησία, ενώ ο ίδιος ετοιμαζόταν για τη δική του στιγμή. Ένας στρατιώτης ονόματι Ζήνων, ενισχυμένος από τη διδασκαλία του Ανθίμου, στάθηκε μπροστά στον Μαξιμιανό κατά τη διάρκεια θυσίας στον ναό της Δήμητρας. Φώναξε δυνατά πως ο αυτοκράτορας πλανάται προσκυνώντας άψυχη πέτρα και βουβό ξύλο, αντί του αληθινού Δημιουργού του ουρανού και της γης.

Οι δήμιοι του έσπασαν τα δόντια, του ξέσχισαν το πρόσωπο και τελικά τον αποκεφάλισαν έξω από την πόλη. Στο ίδιο διάστημα έπεσε και ο διάκονος Θεοφάνης, που μετέφερε τις επιστολές του Ανθίμου προς τους κρατούμενους. Όταν τον συνέλαβαν με τα γράμματα στα χέρια, αρνήθηκε να φανερώσει τον τόπο του ποιμένα του.

Του έκοψαν πρώτα τη γλώσσα και μετά τον λιθοβόλησαν και τον τόξευσαν μέχρι θανάτου. Ο αυτοκράτορας πρόσταξε να εκτελεστούν με διαφορετικούς τρόπους όλοι οι κρατούμενοι ομολογητές. Ο Δωρόθεος αποκεφαλίστηκε, ο Μαρδόνιος κάηκε στην πυρά και ο Μυγδόνιος θάφτηκε ζωντανός μέσα σε λάκκο.

Ο Γοργόνιος, ο Ινδής και ο Πέτρος ρίχτηκαν στη θάλασσα με μυλόπετρα κρεμασμένη στον λαιμό. Τα σώματά τους τα ψάρεψαν αργότερα ψαράδες και η παρθένος Δόμνα τα έθαψε με ευλάβεια. Οι ειδωλολάτρες τη βρήκαν να προσεύχεται πάνω στα λείψανα και τη θανάτωσαν με ξίφος, μαζί με τον Ευθύμιο που εμψύχωνε τους πιστούς.

Τέλος ήρθε και η ώρα του ίδιου του Ανθίμου να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Ο Μαξιμιανός έμαθε πού κρυβόταν και έστειλε είκοσι στρατιώτες να τον συλλάβουν στο χωριό Σεμανά. Όταν εκείνοι έφτασαν, ο επίσκοπος τους συνάντησε στον δρόμο και τους ρώτησαν χωρίς να τον αναγνωρίζουν πού βρίσκεται ο Άνθιμος.

Τους οδήγησε στο σπιτικό του, τους έστρωσε τραπέζι και τους φιλοξένησε με αγάπη. Μετά το γεύμα τους αποκάλυψε πως ο ίδιος ήταν αυτός που αναζητούσαν. Οι στρατιώτες ντράπηκαν να σηκώσουν τα μάτια τους και του πρότειναν να κρυφτεί, υποσχόμενοι πως θα έλεγαν στον αυτοκράτορα ότι δεν τον βρήκαν.

Όμως ο Άνθιμος αρνήθηκε το ψέμα και τους έπεισε να εκτελέσουν την εντολή τους. Καθώς βάδιζαν προς τη Νικομήδεια, τους κήρυττε το ευαγγέλιο και τους κατηχούσε με γλυκύτητα. Όταν έφτασαν σε ποτάμι, προσευχήθηκε και τους βάπτισε στο όνομα της Αγίας Τριάδος.

Συνέχισαν μαζί τον δρόμο τους με ψυχές πλέον αναγεννημένες. Μπαίνοντας στην πόλη οδηγήθηκε δεμένος ενώπιον του Μαξιμιανού, ελεύθερος όμως πάντοτε κατά την ψυχή. Ο αυτοκράτορας πρόσταξε να φέρουν μπροστά του όλα τα όργανα των βασανιστηρίων, ελπίζοντας να τον τρομάξει στη θέα τους.

Ο Άνθιμος γέλασε και απάντησε πως αυτά τα όργανα τρομάζουν μόνο όσους θεωρούν την παρούσα ζωή μεγάλη ηδονή. Για τον ίδιο το σώμα ήταν δεσμωτήριο που εμπόδιζε την ψυχή του να συναντήσει τον ποθούμενο Κύριο. Τότε διέταξε ο αυτοκράτορας να τον χτυπήσουν με πέτρες στον λαιμό και να τρυπήσουν με πυρακτωμένα σίδερα τα πόδια του.

Ο μάρτυρας ευχαριστούσε τον Θεό μέσα στους πόνους και ζητούσε ακόμη μεγαλύτερα παθήματα. Τον ξάπλωσαν γυμνό πάνω σε αιχμηρά κομμάτια κεραμικών και τον χτυπούσαν με ραβδιά από επάνω. Του φόρεσαν επίσης πυρακτωμένα χάλκινα υποδήματα, αλλά ουράνια χάρη τον σκέπασε και του υποσχέθηκε τον αμάραντο στέφανο.

Όταν τον έδεσαν σε τροχό για να καεί, τρεις φωτεινοί άντρες εμφανίστηκαν και η φωτιά γύρισε εναντίον των δημίων. Ο Μαξιμιανός τον έριξε στη φυλακή και ο Άνθιμος μετέτρεψε τη φυλακή σε ναό, βαπτίζοντας τους κατάδικους. Στο τέλος ο αυτοκράτορας τον καταδίκασε σε αποκεφαλισμό, και ο επίσκοπος βάδισε χαρούμενος προς τον τόπο της εκτέλεσης.

Έκλινε την αγία του κεφαλή κάτω από το ξίφος την τρίτη Σεπτεμβρίου, παραδίδοντας την ψυχή του στον Νυμφίο Χριστό.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 03 Shtator

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Η Οσία Φοίβη η Διακόνισσα των Κεγχρεών

Μια γυναίκα από το μικρό λιμάνι των Κεγχρεών κράτησε στα χέρια της έναν από τους πιο ιερούς θησαυρούς της πρώτης Εκκλησίας. Σε αυτήν εμπιστεύθηκε ο Απόστολος Παύλος την Προς Ρωμαίους Επιστολή, για να τη…

Lexo jetën

Η Παναγία η Πισιδιώτισσα

Από το δεξί χέρι της Παναγίας στη Σωζόπολη της Πισιδίας ανέβλυζε ποταμός μύρου, που θεράπευσε αμέτρητους πιστούς και μαρτυρήθηκε ενώπιον της Εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου. Στην ίδια πόλη ο εξόριστος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ευτύχιος προφήτευσε σε…

Lexo jetën
1