EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Νίκων και οι εκατόν ενενήντα εννέα μαθητές του

Στη μέση μιας αιματηρής μάχης, ένας Ρωμαίος στρατιώτης ύψωσε τα μάτια στον ουρανό και επικαλέστηκε τον Χριστό που του είχε διδάξει η μητέρα του. Σφράγισε τον εαυτό του με το σημείο του σταυρού και μέσα σε λίγη ώρα κατέβαλε σχεδόν διακόσιους εχθρούς, ενώ οι υπόλοιποι τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Έτσι ξεκινά η ιστορία του Αγίου Νίκωνος, ο οποίος γεννήθηκε στη Νεάπολη της Ιταλίας τον τρίτο αιώνα και ανατράφηκε ανάμεσα σε δύο κόσμους.

Ο πατέρας του ήταν ειδωλολάτρης και τον μεγάλωνε με τις συνήθειες της παγανιστικής λατρείας. Η μητέρα του όμως ήταν χριστιανή και μυστικά του φύτευε στην καρδιά τη γνώση του αληθινού Θεού. Του μιλούσε με αγάπη για τη δύναμη του τιμίου Σταυρού και του ζητούσε πάντοτε να καταφεύγει σε αυτόν στις δύσκολες ώρες.

Όταν ο Νίκων κατατάχθηκε στον ρωμαϊκό στρατό, ξεχώρισε γρήγορα για τη σωματική του ρώμη και την ομορφιά του. Η αληθινή δοκιμασία ήρθε τη στιγμή του μεγάλου κινδύνου στο πεδίο της μάχης. Εκείνη την κρίσιμη ώρα η μητρική διδασκαλία έγινε φως και η νίκη του οφειλόταν στη δύναμη του ονόματος του Χριστού.

Όταν επέστρεψε στη Νεάπολη, ο νεαρός στρατιώτης διηγήθηκε στη μητέρα του όλα όσα είχε ζήσει στο πεδίο της μάχης. Εκείνη ευχαρίστησε τον Θεό και ανακάτεψε τα δάκρυά της με την ευγνωμοσύνη της. Ο Νίκων πήρε από τα χέρια της τη μητρική ευλογία και ξεκίνησε αναζητώντας έναν χριστιανό ιερέα για να βαπτιστεί.

Οι διωγμοί όμως είχαν διασκορπίσει τους κληρικούς στα βουνά και στις ερημικές περιοχές. Επιβιβάστηκε σε καράβι και έφτασε στο νησί της Χίου, όπου ανέβηκε σε ένα ψηλό βουνό. Εκεί παρέμεινε οκτώ ολόκληρες ημέρες με νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή, για να ετοιμαστεί κατάλληλα για το άγιο Βάπτισμα.

Ένας άγγελος Κυρίου του παρουσιάστηκε στον ύπνο και του έδωσε ραβδί που στην κορυφή είχε σχήμα σταυρού. Του φανέρωσε ακόμη τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει και τον οδήγησε στην παραλία. Στο λιμάνι βρήκε καράβι, του οποίου οι ναύτες είχαν επίσης ειδοποιηθεί από άγγελο και τον περίμεναν με υπομονή.

Μέσα σε δύο ημέρες έφτασε στο όρος Γάνος, στη Θράκη, όπου τον υποδέχθηκε ο επίσκοπος Θεοδόσιος της Κυζίκου. Ο επίσκοπος βρισκόταν στην έρημο του βουνού μαζί με πολλούς μοναχούς, για να γλιτώσει από τη μανία των διωγμών. Είχε πληροφορηθεί από τον Θεό για τον ερχομό του νεαρού στρατιώτη και βγήκε προσωπικά να τον προϋπαντήσει στην ακτή.

Τον οδήγησε στη σπηλιά όπου τελούσε τη θεία λατρεία και άρχισε να του μεταδίδει τις θεμελιώδεις αλήθειες της χριστιανικής πίστης. Έπειτα τον βάπτισε στο όνομα της Αγίας Τριάδος και του πρόσφερε την Κοινωνία των Αχράντων Μυστηρίων. Ο Νίκων αποφάσισε να μείνει για πάντα στον τόπο όπου τον οδήγησε η Πρόνοια του Θεού.

Δέχτηκε λίγο αργότερα και το μοναχικό σχήμα και η ζωή του έγινε υπόδειγμα για όλη την αδελφότητα. Στις νηστείες ξεπερνούσε κάθε μέτρο, στις αγρυπνίες δεν λύγιζε και η αγάπη του προς όλους ήταν αληθινά αγγελική. Μετά από τρία χρόνια άσκησης, ο επίσκοπος έλαβε αποκάλυψη από έναν άγγελο Κυρίου για το μέλλον του.

Ο Θεοδόσιος τον χειροτόνησε διάκονο και έπειτα πρεσβύτερο. Όταν πλησίαζε η κοίμησή του, τον χειροτόνησε επίσκοπο και του εμπιστεύθηκε τους εκατόν ενενήντα μοναχούς που είχαν συναχθεί κοντά τους. Ο Θεοδόσιος είχε ειδοποιηθεί από τον άγγελο πως οι βάρβαροι θα έπεφταν σύντομα στην περιοχή και θα κατέστρεφαν τα πάντα.

Έδωσε εντολή στον Νίκωνα να μεταφέρει την αδελφότητα στη νότια χώρα της Σικελίας, ώστε να σωθούν από τη σφαγή. Μετά την κηδεία του γέροντος επισκόπου, ο νέος ποιμένας έβαλε τους μαθητές του στο πλοίο και ξεκίνησαν το μεγάλο ταξίδι προς τη Δύση. Πέρασαν για δύο ημέρες από τη Μυτιλήνη, σταμάτησαν για λίγο στη Νάξο και τελικά έφτασαν στις ιταλικές ακτές.

Ο Νίκων ήθελε να δει τη μητέρα του πριν εκείνη φύγει από αυτόν τον κόσμο. Πράγματι, τη βρήκε ακόμη στη ζωή και της αξιώθηκε να την αγκαλιάσει για τελευταία φορά. Εκείνη έπεσε στο στήθος του με δάκρυα χαράς και ευχαρίστησε τον Θεό που της επέτρεψε να τον δει με το αρχιερατικό αξίωμα.

Μετά την προσευχή της παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή της στον Δημιουργό της. Οι κάτοικοι της Νεάπολης την έθαψαν με ψαλμωδίες και ευλάβεια, ενώ η φήμη του Νίκωνος διαδόθηκε γρήγορα σε όλη την πόλη. Στη Νεάπολη βρίσκονταν ακόμη εννέα παλαιοί συμπολεμιστές του από τη ρωμαϊκή στρατιωτική θητεία.

Όταν τον συνάντησαν, τον ρώτησαν με θαυμασμό για την πηγή της παλαιάς του ανδρείας στο πεδίο της μάχης. Ο άγιος τους αποκάλυψε ότι η δύναμη του τιμίου Σταυρού νικούσε κάθε αντίπαλο και κάθε σκοτεινή ενέργεια. Εκείνοι έπεσαν στα πόδια του και του ζήτησαν να τους πάρει μαζί του, στον δρόμο της σωτηρίας και της ουράνιας βασιλείας.

Άφησαν συζύγους, παιδιά, σπίτια και περιουσίες και ακολούθησαν τον γέροντά τους χωρίς αμφιβολία. Ο άγιος τους βάπτισε στο όνομα της Αγίας Τριάδος και τους έντυσε το μοναχικό σχήμα κοντά στους άλλους αδελφούς. Με συνολικά διακόσιους μοναχούς πλέον, μπήκαν στο καράβι και απέπλευσαν για τη Σικελία.

Πλησίασαν το ψηλό όρος Ταυρομένιον και προχώρησαν στα ενδότερα, ώσπου έφτασαν στον ποταμό Άσινο. Στην ερημική τοποθεσία Γίγια βρήκαν τα παλιά ερείπια ενός μεγάλου λουτρού. Φύτεψαν αμπέλια και καρποφόρα δέντρα, καλλιέργησαν τη γη και ζούσαν με προσευχή, νηστεία και κοινή εργασία.

Η ησυχία τους όμως δεν επρόκειτο να διαρκέσει για πολύ. Στη Σικελία είχε ξεσπάσει νέος διωγμός εναντίον των χριστιανών από τον αυτοκράτορα Δέκιο. Ο ηγεμόνας του νησιού ονομαζόταν Κυντιανός και ήταν φανατικός υπηρέτης της ειδωλολατρικής θρησκείας.

Κάποιοι ντόπιοι πληροφοριοδότες τον ειδοποίησαν για την παρουσία των ασκητών δίπλα στον ποταμό Άσινο. Ο ηγεμόνας έστειλε αμέσως απόσπασμα στρατιωτών για να συλλάβουν όλους τους μοναχούς και να τους οδηγήσουν στο δικαστήριο. Όταν έφτασαν στο μοναστήρι, ο άγιος Νίκων τους δέχθηκε με ηρεμία και χαρά, λέγοντας ότι ο Χριστός τους καλεί κοντά Του.

Στον δρόμο προς την πόλη ενίσχυσε τους μαθητές με λόγια θαρραλέα και πατρικά, θυμίζοντάς τους τη φωνή του Καλού Ποιμένα. Όταν στάθηκαν μπροστά στον ηγεμόνα, ομολόγησαν με μία φωνή την πίστη τους στον αληθινό Θεό. Ονόμασαν τα είδωλα κωφά και άψυχα κατασκευάσματα ανθρώπων, χωρίς καμία πραγματική δύναμη.

Ο ηγεμόνας οργίστηκε και διέταξε να τους γδύσουν, να τους τεντώσουν στη γη και να τους χτυπήσουν σκληρά με μαστίγια από νεύρα βοδιού. Έπειτα διέταξε τον αποκεφαλισμό τους δίπλα στο ίδιο λουτρό όπου ζούσαν με τόση ησυχία. Έτσι τελείωσαν τη ζωή τους εκατόν ενενήντα εννέα μαθητές του Νίκωνος, σφαγιασμένοι σαν πρόβατα για χάρη του Χριστού.

Τα τίμια λείψανά τους τα έριξαν μέσα στον αναμμένο φούρνο του παλαιού λουτρού, για να καταστραφούν εντελώς. Τον γέροντα όμως τον κράτησαν αλυσοδεμένο, διότι ο ηγεμόνας σχεδίαζε γι' αυτόν φοβερότερα μαρτύρια. Εκείνη τη νύχτα ένας άγγελος Κυρίου επισκέφθηκε τον άγιο στη φυλακή και τον γέμισε ουράνια παρηγοριά.

Του φανέρωσε ότι οι μαθητές του είχαν ήδη εισέλθει στον νυμφώνα του ουράνιου Νυμφίου σαν θυσία ευωσίας. Ο άγιος είδε επίσης μία λαμπρή κόρη, φωτεινότερη από τις ακτίνες του ήλιου, που κρατούσε λευκό λιοντάρι. Δύο ουράνιοι άνδρες, οπλισμένοι με πύρινες λόγχες, ήταν έτοιμοι να εκδικηθούν τη φρικαλέα πράξη του Κυντιανού.

Το πρωί ο ηγεμόνας τον έβγαλε ξανά στο δικαστήριο, για να τον υποτάξει με βασανιστήρια. Τον τέντωσαν σε τέσσερις τροχούς από τα χέρια και τα πόδια και άναψαν φωτιά από κάτω. Ο μάρτυρας έψαλλε τους ψαλμούς του Δαβίδ ξαπλωμένος πάνω στα κάρβουνα, σαν να ήταν λουλούδια ευωδιαστά.

Έπειτα τον έδεσαν πίσω από γρήγορα άλογα για να τον σύρουν και να τον διαμελίσουν στο έδαφος. Ο άγιος όμως τα ευλόγησε με το σημείο του Σταυρού και τα ζώα έμειναν ακίνητα σαν αγάλματα από πέτρα. Όταν ο ηγεμόνας διέταξε να τους κόψουν τους τένοντες, τα άλογα μίλησαν με ανθρώπινη φωνή, σαν την παλαιά όνο του Βαλαάμ.

Ομολόγησαν ότι ο Θεός των ουρανών κάνει ό,τι θέλει και ότι για χάρη του Νίκωνος δέχονταν θάνατο. Ο τύραννος έδωσε εντολή να ρίξουν τον μάρτυρα δεμένο με σιδερένιες αλυσίδες σε βαθύ γκρεμό. Άγγελος Κυρίου όμως τον φύλαξε στην πτώση και τον έβγαλε από την άβυσσο σώο και ζωντανό.

Όταν ο Νίκων εμφανίστηκε πάλι μπροστά στον ηγεμόνα, εκείνος τρομοκρατήθηκε από τη θεϊκή προστασία. Τότε διέταξαν να τον χτυπήσουν με πέτρες στο πρόσωπο και να του τραβήξουν τη γλώσσα με τανάλια. Στο τέλος τον οδήγησαν στο μέρος Γίγια, όπου είχε ζήσει με τους μαθητές του, και του απέκοψαν την τίμια κεφαλή.

Το λείψανό του παρέμεινε άταφο, καθώς το έριξαν στο χωράφι ως τροφή για θηρία και πτηνά του ουρανού. Την ίδια ημέρα ο Κυντιανός ξεκίνησε για την πόλη Πάνορμο, για να αρπάξει την περιουσία της αγίας Αγάθης που είχε λίγο πριν μαρτυρήσει. Καθώς περνούσε τον ποταμό Ψιμίθ, τα άλογά του εξαγριώθηκαν ξαφνικά πάνω στη σχεδία.

Ένα από αυτά του δάγκωσε άσχημα το πρόσωπο και του παραμόρφωσε εντελώς τα χαρακτηριστικά. Ένα άλλο τον ποδοπάτησε και τον έριξε στα νερά, όπου ο ασεβής πνίγηκε αξιοθρήνητα και άδοξα. Έτσι εκπληρώθηκε με ακρίβεια η προφητεία του αγίου Νίκωνος για τον σκληρό θάνατο του διώκτη του.

Ένας βοσκός δαιμονισμένος έφτασε αργότερα στον τόπο όπου βρισκόταν το λείψανο του ιερομάρτυρος. Έπεσε με το πρόσωπο στη γη και το ακάθαρτο πνεύμα τον εγκατέλειψε με δυνατή κραυγή φόβου. Ο θεραπευμένος άνθρωπος γύρισε στο χωριό και διηγήθηκε σε όλους το μεγάλο θαύμα.

Ο Θεοδόσιος, επίσκοπος Μεσσήνης, πληροφορήθηκε όσα είχαν συμβεί και έσπευσε με τον κλήρο του στον ιερό τόπο. Βρήκε τα λείψανα των διακοσίων μαθητών αβλαβή από τη φωτιά μέσα στο λουτρό. Τα ενταφίασε όλα με τιμή μαζί με τον διδάσκαλό τους, χτίζοντας μικρή εκκλησία προς δόξαν του Θεού.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 23 Mars

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Ο Άγιος Βασίλειος της Μαγγαζέας, ο νεαρός μάρτυρας της Σιβηρίας

Ένα δωδεκάχρονο παιδί ξεκίνησε ολομόναχο μέσα από τα άγρια δάση της Σιβηρίας για να βγάλει το ψωμί του στην μακρινή Μαγγαζέα. Εκεί, κάτω από τα χτυπήματα ενός σκληρού εμπόρου με μια αρμαθιά κλειδιά, παρέδωσε…

Lexo jetën

Ο νεομάρτυρας Λουκάς από την Αδριανούπολη

Σε ηλικία μόλις δεκατριών ετών, ένας μικρός Έλληνας από την Αδριανούπολη βρέθηκε αναγκασμένος να προφέρει τα φοβερά λόγια του εξισλαμισμού για να γλιτώσει τη ζωή του. Λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος αυτός νέος θα…

Lexo jetën
2