EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο νεομάρτυρας Λουκάς από την Αδριανούπολη

Σε ηλικία μόλις δεκατριών ετών, ένας μικρός Έλληνας από την Αδριανούπολη βρέθηκε αναγκασμένος να προφέρει τα φοβερά λόγια του εξισλαμισμού για να γλιτώσει τη ζωή του. Λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος αυτός νέος θα στεκόταν με χαρά μπροστά στον τούρκο κριτή της Μυτιλήνης ζητώντας μόνος του τον θάνατο για το όνομα του Χριστού. Ο Λουκάς γεννήθηκε στη Θράκη από τον Αθανάσιο και τη Δομνίτσα, μέσα σε μια ευσεβή χριστιανική οικογένεια της Αδριανούπολης.

Όταν ορφάνεψε από πατέρα, πριν συμπληρώσει τα έξι του χρόνια, η μητέρα του τον εμπιστεύτηκε σε έναν Ζαγοραΐο πραγματευτή στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί μεγάλωσε ως υπηρέτης και βοηθός, μέσα στον κόσμο του εμπορίου και τις δυσκολίες της σκλαβωμένης πρωτεύουσας. Μια ημέρα, στα δεκατρία του χρόνια, μάλωσε με ένα τουρκόπουλο έξω από το σπίτι του αφέντη του και το νίκησε στον καυγά.

Οι Τούρκοι που μαζεύτηκαν όρμησαν εναντίον του φωνάζοντας και απειλώντας τον με βέβαιο θάνατο μέσα στη μανία τους. Φοβισμένος ο μικρός Λουκάς φώναξε πως δέχεται να γίνει μουσουλμάνος, και έτσι έσβησε προσωρινά η οργή του πλήθους γύρω του. Τον πήραν αμέσως και τον οδήγησαν σε έναν πλούσιο Τούρκο άρχοντα, ο οποίος φρόντισε για τον εξισλαμισμό του και την περιτομή του παιδιού.

Μέσα στο αρχοντικό σπίτι ο Λουκάς δεχόταν περιποιήσεις, υποσχέσεις για πλούσια καριέρα και κάθε ευκολία της νεανικής του ηλικίας. Όμως η συνείδησή του δεν έβρισκε ησυχία ούτε στιγμή, και όλες αυτές οι απολαύσεις του φαίνονταν βαριές, σκοτεινές και ανυπόφορες. Έκλαιγε κρυφά μέσα στη νύχτα και θρηνούσε που δεν μπορούσε να ξεφύγει από το σπίτι εκείνο και τη σκλαβιά του πονηρού.

Κατάφερε όμως με ένα μυστικό μήνυμα να ειδοποιήσει τον παλιό του κύριο από τη Ζαγορά και να του εκφράσει την επιθυμία να φύγει. Εκείνος προσπάθησε να βοηθήσει με την παρέμβαση της ρωσικής πρεσβείας, η οποία όμως απαντούσε με επιφυλάξεις και προϋποθέσεις. Οι διπλωμάτες δέχονταν να τον προστατεύσουν μόνο αν κατάφερνε πρώτα να δραπετεύσει μόνος από το σπίτι του τούρκου αφέντη.

Μετά από λίγες ημέρες ο Λουκάς βρήκε ευκαιρία, άλλαξε τα ρούχα του με χριστιανική φορεσιά και κατάφερε να φτάσει στο λιμάνι. Επιβιβάστηκε σε ένα πλοίο που τον μετέφερε με ασφάλεια στη Σμύρνη, μακριά από τα χέρια των διωκτών του. Στη Σμύρνη ο νέος έτρεξε να εξομολογηθεί σε έναν ιερέα, ο οποίος τον συμβούλευσε να αναζητήσει την οδό της σωτηρίας στο Άγιον Όρος.

Πέρασε από τη Θήρα και τελικά έφτασε στον τόπο της Παναγίας, όπου περιπλανήθηκε από σκήτη σε σκήτη και από μοναστήρι σε μοναστήρι. Στις περισσότερες μονές όμως δεν τον δέχονταν για μοναχό εξαιτίας της μικρής του ηλικίας και της επικίνδυνης ιστορίας του. Η ψυχή του βασανιζόταν από πολλούς πειρασμούς, και ο φόβος μήπως δεν θα έβρισκε τόπο μετανοίας μεγάλωνε μέσα του κάθε ημέρα που περνούσε.

Σκέφτηκε τότε πως αν δεν υπήρχε ησυχία ούτε σε αυτή την αγία γη, όπου έζησαν τόσοι όσιοι και ασκητές, αυτό σήμαινε κάτι βαθύτερο. Πίστεψε ότι ο Θεός ζητούσε από εκείνον την τελευταία και υψηλότερη θυσία, να ξεπλύνει με το αίμα του την πτώση της παιδικής του ηλικίας. Τελικά εκάρη μοναχός στην ιερά μονή Σταυρονικήτα και βρήκε προσωρινή ανάπαυση στη μοναχική του πορεία.

Ο πόθος όμως του μαρτυρίου τον κυρίευσε ολοκληρωτικά και τον οδήγησε στη σκήτη της Αγίας Άννης για πνευματική καθοδήγηση. Εκεί άνοιξε ολόκληρη την καρδιά του στον πνευματικό πατέρα και του φανέρωσε το μυστικό του σχέδιο. Ο γέροντας, βλέποντας τη μικρή ηλικία του νέου, φοβήθηκε μήπως λυγίσει και αρνηθεί την πίστη για δεύτερη φορά στη ζωή του.

Προσπάθησε αρχικά να τον αποτρέψει με λόγια συνετά, αλλά ο Λουκάς έμενε σταθερός στην απόφασή του χωρίς δισταγμό. Αποφάσισε τότε να τον δοκιμάσει με αυστηρό κανόνα και του όρισε οκτακόσιες μετάνοιες την ημέρα και τροφή μόνο ξερό ψωμί και νερό. Ο νέος υποτάχθηκε με χαρά σε αυτή την άσκηση, μελετώντας συνεχώς στον νου του τον ένδοξο θάνατο για χάρη του Χριστού.

Όταν τελικά πήρε την ευλογία για το μαρτύριο, ντύθηκε το Μέγα Σχήμα μέσα σε δάκρυα χαράς και κατάνυξης. Συνοδευόταν από τον ιερομόναχο Βησσαρίωνα, που είχε λάβει εντολή να του δίνει θάρρος μέχρι την τελευταία στιγμή. Μαζί επιβιβάστηκαν στο καράβι και έπλευσαν προς τη Μυτιλήνη, που τότε βρισκόταν σε μεγάλη αναταραχή λόγω άλλων γεγονότων.

Μόλις πάτησε στο νησί, ένιωσε αμέτρητη χαρά να ξεχειλίζει στην καρδιά του και τον πόθο του μαρτυρίου να μεγαλώνει. Σε ένα ξωκκλήσι του χωριού προετοιμάστηκε με αγρυπνίες, με τα άχραντα μυστήρια και με ταπεινά ρούχα πάνω από το ράσο του. Στην πρώτη του εμφάνιση στο δικαστήριο η προσπάθεια δεν καρποφόρησε, και ο νέος επέστρεψε λυπημένος λέγοντας πως η φωτιά του Χριστού δεν είχε ακόμη ανάψει.

Πήρε θάρρος και πήγε ξανά στον Ναζίρ αγά, ζητώντας δικαιοσύνη για την αναγκαστική περιτομή που του είχαν κάνει όταν ήταν παιδί. Στον δρόμο συνάντησε τον μητροπολίτη Μυτιλήνης, έσκυψε με ευλάβεια, του φίλησε το χέρι και του ζήτησε τις άγιες ευχές του. Οι συνοδοί τον χτύπησαν ανελέητα γι' αυτή την κίνηση, αλλά εκείνος δεν πρόφερε ούτε ένα παράπονο για τα χτυπήματα.

Μπροστά στον κριτή ομολόγησε με τόλμη τον Χριστό, αντλώντας από τις Άγιες Γραφές λόγια που γκρέμιζαν τις διεκδικήσεις των διωκτών του. Τον φυλάκισαν τρεις ημέρες με την ελπίδα ότι θα άλλαζε γνώμη, όμως εκείνος ζήτησε να εκτελεστεί μια ώρα αρχύτερα. Στις είκοσι τρεις Μαρτίου του χίλια οκτακόσια δύο βάδισε προς τον τόπο της εκτέλεσης τόσο χαρούμενος που οι φρουροί απορούσαν.

Με γαλήνη άφησε να του βάλουν τη θηλιά στον λαιμό και παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού. Το ιερό λείψανό του έμεινε τρεις ημέρες κρεμασμένο, ευωδιάζοντας μύρο, ενώ έπειτα η θάλασσα το έβγαλε θαυματουργικά στην ακτή των πιστών.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 23 Mars

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Ο Άγιος Βασίλειος της Μαγγαζέας, ο νεαρός μάρτυρας της Σιβηρίας

Ένα δωδεκάχρονο παιδί ξεκίνησε ολομόναχο μέσα από τα άγρια δάση της Σιβηρίας για να βγάλει το ψωμί του στην μακρινή Μαγγαζέα. Εκεί, κάτω από τα χτυπήματα ενός σκληρού εμπόρου με μια αρμαθιά κλειδιά, παρέδωσε…

Lexo jetën
2