EmailFacebookΕπικοινωνία

Οι Οσιομάρτυρες Πατέρες της Λαύρας του Αγίου Σάββα

Δεκαοκτώ μοναχοί ξεψύχησαν πνιγμένοι από τον καπνό μέσα στη σπηλιά όπου άλλοτε προσευχόταν ο όσιος Σάββας ο Ηγιασμένος. Έναν νεαρό μοναχό, τον Ιωάννη, οι Σαρακηνοί τον έσυραν από τα πόδια πάνω στις πέτρες του βουνού, αφού πρώτα του έκοψαν τους τένοντες. Η αιματηρή αυτή τραγωδία συντελέστηκε τη Μεγάλη Πέμπτη του έτους εφτακόσια ενενήντα επτά μετά Χριστόν, μέσα στην έρημο της Παλαιστίνης.

Εκείνη την εποχή ο πατριάρχης Ηλίας ο Δεύτερος ποίμαινε την αγία πόλη, η οποία βρισκόταν ήδη υπό την κυριαρχία των Αγαρηνών. Στην Κωνσταντινούπολη βασίλευαν ο Κωνσταντίνος και η μητέρα του Ειρήνη, ενώ μεταξύ των αραβικών φυλών είχε ξεσπάσει σφοδρός εμφύλιος πόλεμος. Οι βάρβαροι ρήμαζαν χωριά και πόλεις, λεηλατώντας την Ελευθερόπολη, την Ασκάλωνα, τη Γάζα και άλλους ανθηρούς οικισμούς της περιοχής.

Πολλοί κάτοικοι έτρεξαν να βρουν καταφύγιο στα ισχυρά τείχη της Ιερουσαλήμ, που είχαν προηγουμένως ενισχυθεί για κάθε ενδεχόμενο. Οι επιδρομείς, αποτυχημένοι μπροστά στην αγία πόλη, στράφηκαν με μανία εναντίον των μοναστηριών της ερήμου. Πρώτη έπεσε στα χέρια τους η ξακουστή Λαύρα του οσίου Χαρίτωνος, η οποία ερημώθηκε ολοσχερώς και δεν συνήλθε ποτέ ξανά.

Στη Λαύρα του Αγίου Σάββα οι πατέρες ζούσαν τότε υπό την πνευματική καθοδήγηση του ηγουμένου Βασιλείου, αφοσιωμένοι στην προσευχή και την άσκηση. Όταν έμαθαν ότι οι βάρβαροι πλησίαζαν, αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο όπου είχαν δώσει τις μοναχικές υποσχέσεις τους. Έλεγαν μεταξύ τους πως όσοι αρνήθηκαν τον κόσμο για να ακολουθήσουν τον Χριστό δεν φοβούνται εκείνους που σκοτώνουν μόνο το σώμα.

Δύο φορές η θεία πρόνοια απέτρεψε προηγούμενες επιθέσεις, καθώς το ένα βαρβαρικό απόσπασμα διαλύθηκε από στρατιωτικό σώμα κοντά στη Βηθλεέμ. Το δεύτερο σώμα μέθυσε από κρασί που βρήκε σε γειτονικό χωριό και αλληλοσκοτώθηκε στις φιλονικίες που ξέσπασαν. Όμως ο Κύριος επέτρεψε τελικά να δοκιμαστούν οι δούλοι του, όπως άλλοτε ο δίκαιος Ιώβ, για να αναδειχθούν άξιοι των μαρτυρικών στεφάνων.

Στις δεκατρείς Μαρτίου, λίγο πριν την Κυριακή των Βαΐων, εξήντα περίπου Αιθίοπες επιδρομείς όρμησαν στη Λαύρα οπλισμένοι με τόξα και σπαθιά. Έψαχναν θησαυρούς και χρυσάφι μέσα στα φτωχικά κελιά των ασκητών. Μερικοί μοναχοί τόλμησαν να βγουν και να μιλήσουν με πραότητα στους εισβολείς, υπενθυμίζοντας τη φιλοξενία που πρόσφεραν ανέκαθεν σε όλους τους περαστικούς.

Οι Σαρακηνοί όμως απαίτησαν χρυσό και ασήμι, απειλώντας με θάνατο όσους δεν θα παρέδιδαν τα ζητούμενα. Οι πατέρες απάντησαν με ειλικρίνεια ότι μόλις και μετά βίας εξασφάλιζαν τον επιούσιο άρτο και τα φτωχικά ρούχα τους. Οργισμένοι από την απάντηση, οι βάρβαροι εκτόξευσαν βροχή από βέλη εναντίον των ασκητών στην αυλή.

Δεκατρείς οσιομάρτυρες έπεσαν επιτόπου νεκροί από τα τόξα τους, ενώ πολλοί άλλοι τραυματίστηκαν βαριά στο στήθος, στους ώμους και στο πρόσωπο. Στη συνέχεια οι επιδρομείς έσπασαν τις πόρτες των κελιών με τεράστιες πέτρες και άρπαξαν τα λιγοστά υπάρχοντα. Έβαλαν φωτιά στα μοναστικά καταλύματα και ετοιμάζονταν να κάψουν και τον ναό της Λαύρας.

Όταν όμως είδαν στον ορίζοντα να πλησιάζει ένα πλήθος ανθρώπων, νόμισαν ότι έρχεται στρατός από την Ιερουσαλήμ. Τράπηκαν τότε σε άτακτη φυγή κουβαλώντας τη λεία τους, αφήνοντας πίσω τους τους νεκρούς και τους τραυματίες αδελφούς. Ο πατέρας Θωμάς, έμπειρος γιατρός που είχε γλιτώσει, άρχισε αμέσως να περιθάλπει όσους είχαν επιζήσει από την πρώτη επίθεση.

Έβγαζε τα βέλη από τα πληγωμένα σώματα και έπλενε τις φοβερές πληγές των αδελφών του με μεγάλη στοργή. Λίγες ημέρες αργότερα όμως κάποιος ήρθε και τους ειδοποίησε ότι οι βάρβαροι ετοίμαζαν νέα, μεγαλύτερη επιδρομή εναντίον της Λαύρας. Οι πατέρες δεν εγκατέλειψαν τον τόπο τους, αλλά παρέδωσαν τις ψυχές τους στον Χριστό, περιμένοντας το τέλος.

Στις είκοσι Μαρτίου, ανήμερα τη Μεγάλη Πέμπτη, οι Αιθίοπες εξαπολύθηκαν για δεύτερη φορά κατά της μονής με πολύ μεγαλύτερη δύναμη. Άλλους πατέρες αποκεφάλισαν, άλλους έκοψαν στη μέση, σε άλλους συνέτριψαν τα κεφάλια με πέτρες και άλλους κατακρεούργησαν με τα σπαθιά. Συνέλαβαν τον νεαρό Ιωάννη, τον υπεύθυνο των ξενώνων, και τον βασάνισαν αλύπητα στο βουνό.

Έκοψαν τους τένοντες στα χέρια και στα πόδια του και τον έσυραν πάνω στους κοφτερούς βράχους μέχρι τον ναό. Όλο το δέρμα της ράχης του μάρτυρα ξεσχίστηκε από τα αιχμηρά λιθάρια του δρόμου. Ο φύλακας των ιερών σκευών Σέργιος έκρυψε με προσοχή τα άγια αντικείμενα και προσπάθησε να διαφύγει από το μοναστήρι.

Οι βάρβαροι τον συνέλαβαν στη φυγή και του απέκοψαν την αγία κεφαλή, επειδή αρνήθηκε να φανερώσει τον κρυψώνα. Μερικοί άλλοι αδελφοί κατάφεραν να κρυφτούν σε μια σπηλιά έξω από τα τείχη της Λαύρας. Όμως ένας φρουρός που στεκόταν σε λόφο τους εντόπισε και διέταξε όλους να βγουν αμέσως.

Ο όσιος Πατρίκιος ψιθύρισε τότε με γαλήνη στους συμμοναστές του να μείνουν σιωπηλοί και να προσεύχονται. Βγήκε μόνος του στους εχθρούς, έτοιμος να δώσει τη ζωή του για χάρη των αδελφών του. Όταν ρωτήθηκε αν υπήρχαν και άλλοι μέσα, δήλωσε με θάρρος ότι βρισκόταν μόνος στη σπηλιά.

Οι βάρβαροι τον οδήγησαν στη Λαύρα μαζί με τους υπόλοιπους αιχμαλωτισμένους πατέρες. Απαίτησαν τότε λύτρα τέσσερις χιλιάδες χρυσά νομίσματα και τα ιερά σκεύη της μονής. Οι ασκητές απάντησαν ότι δεν διέθεταν τέτοιον πλούτο, παρακαλώντας τους να μη χύσουν αθώο αίμα.

Όμως οι επιδρομείς τους έσυραν προς το σπήλαιο του οσίου Σάββα μέσα στα τείχη της Λαύρας. Στην είσοδο του σπηλαίου άναψαν φωτιά και έριχναν συνεχώς ξερόκλαδα μαζί με κοπριά για να δημιουργηθεί πνιγηρός καπνός. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούσαν να αναγκάσουν τους ασκητές να αποκαλύψουν τους κρυμμένους θησαυρούς και τους ηγουμένους τους.

Δεκαοκτώ οσιομάρτυρες παρέδωσαν την ψυχή τους από την ασφυξία μέσα στο σπήλαιο της προσευχής. Μεταξύ αυτών βρίσκονταν και οι μακάριοι Ιωάννης και Πατρίκιος, που σφράγισαν με τον θάνατό τους τη μαρτυρία της πίστεως. Όσους βρήκαν ακόμη ζωντανούς, τους έβγαλαν έξω και τους ποδοπατούσαν με αγριότητα στο χώμα.

Τέλος, αφού λεηλάτησαν εκκλησία και κελιά, φόρτωσαν τα κλοπιμαία στις καμήλες της μονής και έφυγαν. Οι αδελφοί που είχαν κρυφτεί στις χαράδρες κατέβηκαν αργά τη νύχτα και συγκέντρωσαν τα τίμια λείψανα στον ναό. Πέρασαν όλη εκείνη τη σωτήρια νύχτα του Πάθους κλαίγοντας απαρηγόρητα πάνω από τους κεκοιμημένους πατέρες τους.

Ύστερα έθαψαν με ευλάβεια τα σώματα των οσιομαρτύρων μέσα στον αγιασμένο τόπο της Λαύρας. Λίγο αργότερα η θεία οργή χτύπησε τους βαρβάρους με αιφνίδια θανατηφόρα αρρώστια, και ξεψύχησαν στην έρημο χωρίς τιμή. Τα σώματά τους έγιναν τροφή για τα άγρια θηρία και τα όρνεα της ερήμου.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 20 Mars

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Επτά Παρθένες στην Αμινσό

Μέσα στο καμίνι της φωτιάς, επτά νεαρές γυναίκες έψαλλαν δοξολογίες στον Χριστό, την ώρα που οι φλόγες κατάτρωγαν τα μαρτυρικά τους σώματα. Λίγο νωρίτερα, οι ίδιες είχαν σταθεί άφοβα μπροστά στον ειδωλολάτρη άρχοντα της…

Lexo jetën

Η Δ΄ Στάση των Χαιρετισμών προς την Παναγία

Κάθε χρόνο, είκοσι τρεις ημέρες πριν από το Άγιο Πάσχα, η Εκκλησία ψάλλει την τέταρτη στάση του Ακαθίστου Ύμνου. Σε αυτή τη στάση, η Παναγία υμνείται ως τείχος των παρθένων και ως φωτοδόχος λαμπάδα…

Lexo jetën

Ο Όσιος Νικήτας ο Ομολογητής της Απολλωνιάδος

Όταν η αυτοκρατορική διαταγή έφτασε στην Απολλωνιάδα της Βιθυνίας, ο επίσκοπος Νικήτας στάθηκε όρθιος μπροστά στους απεσταλμένους και αρνήθηκε να παραδώσει τις άγιες εικόνες. Η άρνηση αυτή τον οδήγησε στην εξορία, στα βασανιστήρια και…

Lexo jetën
2