EmailFacebookΕπικοινωνία

Η Νύχτα του Αίματος στο Σινά και τη Ραϊθώ

Τριάντα οκτώ μοναχοί έπεσαν νεκροί μέσα στα κελιά και τα μονοπάτια του Σινά, χτυπημένοι από βάρβαρους που ξεχύθηκαν χωρίς προειδοποίηση. Την ίδια ημέρα, τριάντα εννέα ακόμη πατέρες σφαγιάστηκαν στη Ραϊθώ, κοντά στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας. Τα γεγονότα αυτά κατέγραψε ο Αιγύπτιος μοναχός Αμμώνιος, που έζησε από κοντά την τραγωδία και μας άφησε μια συγκλονιστική μαρτυρία.

Ο ίδιος είχε αφήσει το ησυχαστήριό του στην περιοχή Κανωβού της Αλεξάνδρειας, με σκοπό να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και να γνωρίσει τους ασκητές του Σινά. Έφτασε στο όρος μετά από πορεία δεκαοκτώ ημερών μέσα στην έρημο, μαζί με άλλους μοναχούς. Εκεί συνάντησε ανθρώπους που η ζωή τους έμοιαζε αγγελική, με αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή και βαθιά σιωπή.

Όλη την εβδομάδα έμεναν κλεισμένοι στα κελιά τους, αφιερωμένοι στην προσευχή και τη μελέτη. Το Σάββατο το βράδυ συγκεντρώνονταν στον ναό για ολονύκτια αγρυπνία και την Κυριακή κοινωνούσαν των αχράντων μυστηρίων. Τροφή τους ήταν λίγοι χουρμάδες, βελανίδια και νερό, χωρίς κρασί, χωρίς λάδι, σχεδόν χωρίς ψωμί.

Σε εκείνη την ειρηνική ζωή έπεσε ξαφνικά η συμφορά σαν κεραυνός. Πλήθος βαρβάρων, που ονομάζονταν Βλεμμύες, εισέβαλε στην ευρύτερη περιοχή του Σινά και άρχισε ανελέητη σφαγή. Οι πατέρες που βρέθηκαν στα κελιά τους, στις σπηλιές και στα γύρω ασκητήρια έπεφταν ο ένας μετά τον άλλο.

Στο Χωρήβ, στην Τεθροβίλη και στην Κιδάρ οι μοναχοί θανατώθηκαν χωρίς έλεος. Ο Αμμώνιος μαζί με άλλους πατέρες πρόλαβε να κλειστεί σε έναν οχυρωμένο πύργο, υπό την καθοδήγηση του ηγουμένου Δουλά, ανθρώπου πράου και υπομονετικού, που τον παρομοίαζαν με τον Μωυσή. Οι βάρβαροι πλησίαζαν απειλητικά και τίποτα δεν φαινόταν να μπορεί να τους σταματήσει.

Τότε όμως συνέβη κάτι παράδοξο. Στην κορυφή του όρους φάνηκε ξαφνικά τεράστια φλόγα και όλο το βουνό σκεπάστηκε από καπνό. Οι επιδρομείς πάγωσαν από τον φόβο μπροστά στο θέαμα.

Έτρεξαν να σωθούν, εγκαταλείποντας όπλα και καμήλες, σαν να τους κυνηγούσε αόρατη δύναμη. Οι μοναχοί κατέβηκαν από τον πύργο δοξάζοντας τον Θεό, που τους χάρισε αναπάντεχη σωτηρία. Όταν άρχισαν να ψάχνουν τα γύρω μέρη, αντίκρισαν εικόνες που έσπαζαν την καρδιά τους.

Βρήκαν τριάντα οκτώ πατέρες σφαγμένους, ο καθένας στο σημείο όπου τον είχαν προλάβει οι επιδρομείς. Άλλοι ήταν αποκεφαλισμένοι, άλλοι κομμένοι στα δύο, άλλοι είχαν χάσει χέρια, πόδια ή μάτια από τα φοβερά χτυπήματα. Δύο μόνο έπνεαν ακόμη, ο Ησαΐας και ο Σάββας, βαριά πληγωμένοι μέσα σε μια λίμνη αίματος.

Οι αδελφοί έθαψαν τους κεκοιμημένους με δάκρυα και φρόντισαν με αγάπη τους δύο πληγωμένους. Ο Ησαΐας παρέδωσε την ψυχή του τη δεύτερη ώρα της νύχτας, χωρίς να μπορέσει να αντέξει τις πληγές του. Ο Σάββας έζησε λίγο περισσότερο, αν και τα τραύματά του δεν ήταν τόσο βαριά όσο των άλλων.

Λυπόταν όμως πικρά που δεν αξιώθηκε να μαρτυρήσει μαζί με τους συνασκητές του. Παρακαλούσε τον Κύριο με δάκρυα να συμπληρώσει διά μέσου του τον αριθμό των σαράντα μαρτύρων. Την τέταρτη ημέρα από τη σφαγή ο Θεός άκουσε την προσευχή του και τον δέχτηκε κοντά στους άλλους αγίους.

Έτσι ολοκληρώθηκε ο χορός των σαράντα οσιομαρτύρων του Σινά. Λίγες ώρες αργότερα έφτασε στους πατέρες σπαρακτική είδηση από έναν Ισμαηλίτη οδοιπόρο. Τους ανήγγειλε ότι την ίδια μέρα οι ασκητές της Ραϊθώ, στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, είχαν σφαγιαστεί όλοι ανεξαιρέτως.

Η Ραϊθώ απείχε περισσότερο από δύο ημέρες πορείας, ήταν ένας τόπος με δώδεκα πηγές και πολλούς φοίνικες, όπου ασκητές ζούσαν σε σπηλιές και πετρώδη ρήγματα. Λίγο αργότερα έφτασε στο Σινά ένας από τους ελάχιστους που είχαν γλιτώσει και διηγήθηκε όσα είχε δει με τα μάτια του. Ο γέροντας Δουλάς τον ρώτησε με πόνο τα πάντα.

Ο μοναχός μίλησε με συγκίνηση για τη ζωή των πατέρων της Ραϊθώ, που έμοιαζαν με αγγέλους πάνω στη γη. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο γέροντας Μωυσής από τη Φαράν, που ασκήτευε εβδομήντα τρία χρόνια και είχε χάρισμα θαυματουργίας. Πολλούς ειδωλολάτρες και Ισμαηλίτες είχε οδηγήσει στον Χριστό με σημεία και θεραπείες.

Ζούσε με ελάχιστους χουρμάδες και νερό και φορούσε ρούχα που ο ίδιος κατασκεύαζε από φύλλα φοινίκων. Η ζωή του ήταν μια αδιάκοπη συνομιλία με τον Θεό. Ο επιζών αδελφός θυμήθηκε και έναν άλλο θαυμαστό πατέρα, τον Ιωσήφ τον Αναλιτινό, που είχε χτίσει μόνος του το κελί του κοντά στη θάλασσα.

Κάποτε ένας αδελφός που πήγε να τον συμβουλευτεί τον είδε να στέκεται μέσα στο κελί τυλιγμένος ολόκληρος σε φλόγα. Έπεσε από τον τρόμο και έμεινε αναίσθητος για ώρες, ώσπου συνήλθε και άκουσε ταπεινά την πνευματική του διδαχή. Όταν ο γέροντας κατάλαβε ότι αποκαλύφθηκε το χάρισμά του, έφυγε κρυφά για να αποφύγει την ανθρώπινη δόξα.

Έξι ολόκληρα χρόνια κανείς δεν τον είδε, αν και ο ίδιος εξακολουθούσε να κοινωνεί κάθε εβδομάδα μαζί με τους αδελφούς, αόρατος για όλους. Στο τέλος επέστρεψε στον μαθητή του Γελάσιο για να του ζητήσει να τον ενταφιάσει, και αναπαύθηκε ειρηνικά. Όταν τον μετέφεραν στην εκκλησία, το πρόσωπό του έλαμπε σαν του προφήτη Μωυσή.

Στη Ραϊθώ ζούσαν συνολικά σαράντα τρεις πατέρες, ηλικιωμένοι ασκητές που είχαν περάσει δεκαετίες στην προσευχή. Μια ημέρα έφτασαν δύο άντρες και τους προειδοποίησαν ότι τριακόσιοι βάρβαροι από την Αιθιοπία πλησίαζαν με πλοίο για επιδρομή. Οι πατέρες έστησαν φύλακες κοντά στη θάλασσα και μαζεύτηκαν στον ναό για ολονύκτια προσευχή.

Την πρώτη ώρα της νύχτας φάνηκε το καράβι των επιδρομέων να πλησιάζει με ανοιγμένα πανιά. Οι κάτοικοι της Φαράν, διακόσιοι περίπου άνδρες, οπλίστηκαν για να υπερασπιστούν τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Οι μοναχοί συγκεντρώθηκαν στον περιτοιχισμένο ναό τους, παραδίδοντας τη ζωή τους στον Θεό.

Με την αυγή οι βάρβαροι αποβιβάστηκαν και έδωσαν αιματηρή μάχη με τους ντόπιους, σκοτώνοντας εκατόν σαράντα επτά από αυτούς. Έπειτα όρμησαν στο μοναστήρι, αναζητώντας υποτιθέμενους θησαυρούς και κραυγάζοντας άγρια για να τρομοκρατήσουν τους ασκητές. Ο ηγούμενος Παύλος στάθηκε στο μέσον του ναού και μίλησε στους αδελφούς με δύναμη και ηρεμία.

Τους θύμισε ότι αφιέρωσαν τη ζωή τους στον Χριστό μέσα στην έρημο και πως τώρα ο Κύριος τους καλούσε κοντά Του. Τους ζήτησε να μη φοβηθούν, αλλά να δεχτούν τον θάνατο με χαρά, όπως οι παλιοί μάρτυρες της Εκκλησίας. Όλοι απάντησαν ομόφωνα ότι θα έπιναν με ευγνωμοσύνη το ποτήρι της σωτηρίας, καλώντας το όνομα του Κυρίου.

Μόλις τελείωσαν την προσευχή τους, ακούστηκε από το άγιο βήμα φωνή που τους καλούσε προς ανάπαυση. Οι βάρβαροι ανέβηκαν πάνω από τα τείχη με μακριά δοκάρια και εισέβαλαν στον ναό με γυμνά σπαθιά. Στην πόρτα του ναού καθόταν ένας σεβάσμιος γέροντας ονόματι Ιερεμίας, τον οποίο πίεσαν να φανερώσει τον ηγούμενο.

Ο γέροντας τους αντιμετώπισε με θάρρος και αρνήθηκε να μιλήσει, ονομάζοντάς τους εχθρούς του Χριστού. Τον γύμνωσαν, τον έδεσαν και τον χρησιμοποίησαν ως στόχο για τα βέλη τους, ώσπου παρέδωσε την ψυχή του πρώτος ανάμεσα στους μάρτυρες. Στη συνέχεια προχώρησε μπροστά ο ηγούμενος Παύλος και τους είπε ήρεμα ότι αυτόν αναζητούσαν.

Τον ρώτησαν για χρυσάφι και εκείνος απάντησε ότι δεν είχε τίποτε άλλο εκτός από τα φθαρμένα ράσα του. Οργισμένοι τον γέμισαν πληγές, του χτύπησαν το κεφάλι με πέτρα και τελικά του το έσχισαν στα δύο. Ο Παύλος έπεσε νεκρός πλάι στον Ιερεμία, νικητής μαζί του απέναντι στον διάβολο.

Οι βάρβαροι ξεχύθηκαν τότε μέσα στον ναό και έσφαξαν αλύπητα όλους τους αδελφούς, από τους γεροντότερους μέχρι τους πιο νέους. Ανάμεσα στους αναιρεθέντες ξεχώρισε ένας νεαρός μαθητής, ο Σέργιος, μόλις δεκαπέντε ετών, που τον μεγάλωνε από βρέφος ο γέροντας Αδάμ. Οι επιδρομείς λυπήθηκαν την ομορφιά του και θέλησαν να τον πάρουν μαζί τους ζωντανό.

Εκείνος όμως δεν δέχτηκε να ζήσει χωρισμένος από τους πατέρες του και άρπαξε το σπαθί ενός βαρβάρου, χτυπώντας τον στον ώμο. Οι επιδρομείς μανιασμένοι τον κατακρεούργησαν, ενώ ο νεαρός χαμογελούσε και ευλογούσε τον Κύριο που δεν τον παρέδωσε στα χέρια των αμαρτωλών. Ο μοναχός που διηγείται τα γεγονότα κρύφτηκε κάτω από φοινικόκλαδα και γλίτωσε από βέβαιο θάνατο.

Όταν οι βάρβαροι έφυγαν για να επιστρέψουν στο πλοίο τους, το βρήκαν συντριμμένο στην ακτή. Στην οργή τους έσφαξαν όλους τους αιχμαλώτους και έκαψαν τους φοίνικες της περιοχής. Λίγο αργότερα έφτασαν εξακόσιοι μαχητές από τη Φαράν και έδωσαν σκληρή μάχη, εξοντώνοντας τους επιδρομείς μέχρι τον τελευταίο.

Από τους πατέρες της Ραϊθώ διασώθηκαν τελικά μόνο τρεις, ο Δόμνος, ο Ανδρέας και ο Ωρίων, σοβαρά πληγωμένοι. Ο Δόμνος, καταγωγής Ρωμαίος, αναπαύθηκε λίγες ώρες αργότερα και ενταφιάστηκε μαζί με τους υπόλοιπους τριάντα εννέα μάρτυρες. Έτσι, την ίδια ημέρα και την ίδια ώρα, στο όρος Σινά και στη Ραϊθώ, σφραγίστηκαν με αίμα δύο μοναστικές κοινότητες που είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στον Χριστό.

Ο πιστός άρχοντας Βεδιανός, που είχε θεραπευτεί παλαιότερα από τον γέροντα Μωυσή, ήρθε με τους ανθρώπους του και έφερε λευκές στολές για τους κεκοιμημένους. Μαζί με τους επιζώντες μετέφεραν τα τίμια λείψανα ψάλλοντας, κρατώντας κλαδιά φοινίκων και βαΐων, και τους ενταφίασαν με τιμή. Όταν αργότερα ο μοναχός που γλίτωσε έφτασε στο Σινά και άκουσε τα όσα είχαν συμβεί εκεί, οι πατέρες έκλαψαν πικρά για τη διπλή τραγωδία.

Όλοι θαύμασαν την παράδοξη πρόνοια του Θεού, που οδήγησε δύο αδελφές κοινότητες στον ίδιο μαρτυρικό δρόμο την ίδια στιγμή. Ο γέροντας Δουλάς παρηγόρησε τους αδελφούς, λέγοντας ότι οι μάρτυρες κέρδισαν τον στέφανο και πρεσβεύουν πλέον για όλους. Ο Αμμώνιος επέστρεψε στην Αίγυπτο, εγκαταστάθηκε σε μικρό κελί κοντά στη Μέμφιδα και κατέγραψε όσα έζησε, για να μη χαθεί η μνήμη τους.

Η Εκκλησία τιμά τους αγίους Πατέρες κάθε χρόνο στις δεκατέσσερις Ιανουαρίου, ως πρότυπα μοναχικής ανδρείας και υπομονής.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 14 Janar

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Άγιος Μελέτιος ο Επίσκοπος Ριαζάν και Φωτιστής της Σιβηρίας

Σχεδόν τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια περπάτησε στις παγωμένες εκτάσεις της ανατολικής Σιβηρίας, φέρνοντας το φως του Χριστού σε νομαδικούς λαούς που δεν είχαν ακούσει ποτέ το Ευαγγέλιο. Με την ακούραστη ιεραποστολική του δράση οδήγησε…

Lexo jetën

Η Νίνα και ο Φωτισμός της Ιβηρίας

Μια νεαρή κοπέλα από την Καππαδοκία, συγγενής του Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου, ταξίδεψε χιλιόμετρα για να βρει τον άρραφο χιτώνα του Χριστού. Όταν έφτασε επιτέλους στη Μτσχέτα, ολόκληρο το βασίλειο της Ιβηρίας έμελλε να αλλάξει πίστη…

Lexo jetën

Ο Άγιος Σάββας ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος Σερβίας

Σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών, ο Ραστισλάβος εγκατέλειψε κρυφά το βασιλικό παλάτι του πατέρα του και κατέφυγε στο ρωσικό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος στο Άγιον Όρος. Όταν ο πατέρας του έστειλε στρατιώτες να τον…

Lexo jetën

Ο Όσιος Στέφανος του Χηνολάκκου

Λίγο πριν παραδώσει την ψυχή του, ο Όσιος Στέφανος είδε καθαρά την ώρα της αναχώρησής του και την προανήγγειλε στους μαθητές του. Μερικοί από τους αδελφούς αξιώθηκαν να δουν με τα μάτια τους τους…

Lexo jetën

Ο Ιερομάρτυς Πλάτων, πρώτος Επίσκοπος Εσθονίας

Τουφεκίστηκε από τους άθεους επαναστάτες της Μόσχας, αφού πρώτα υπέστη φρικτά βασανιστήρια μέσα στο κελί της φυλακής του. Μόλις δύο μήνες μετά τη χειροτονία του ως πρώτος Επίσκοπος Εσθονίας, η πατρίδα του βρέθηκε κάτω…

Lexo jetën
2