EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο νεομάρτυρας Ιωάννης ο Ράπτης από τα Ιωάννινα

Μέσα στις φλόγες ενός μεγάλου καμινιού, στην Κωνσταντινούπολη του δέκατου έκτου αιώνα, ένας νέος ράπτης πήδησε μόνος του και άρχισε να ψάλλει το «Χριστός Ανέστη». Λίγο πριν, είχε αρνηθεί δωροδοκίες, υποσχέσεις και απειλές των Τούρκων, που τον πίεζαν να γίνει μουσουλμάνος και να σωθεί. Ο νεομάρτυρας Ιωάννης γεννήθηκε στο μικρό χωριό Τέροβο των Ιωαννίνων, από γονείς ευσεβείς και ταπεινούς χριστιανούς της σκλαβωμένης Ηπείρου.

Σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε στα Ιωάννινα και έμαθε την τέχνη του ράπτη, που τον συντηρούσε με τίμιο και ειρηνικό τρόπο. Όταν πέθαναν οι γονείς του, αποφάσισε να φύγει στην Κωνσταντινούπολη για να βρει εργασία και να ξεκινήσει νέα ζωή. Στη Βασιλεύουσα έζησε επί Πατριάρχου Ιερεμίου του Πρώτου και επί σουλτάνου Σουλεϊμάν του Δευτέρου, σε εποχή πολύ δύσκολη για τους χριστιανούς.

Η πόλη ήταν πια κάτω από τους Τούρκους και πολλοί έμποροι και τεχνίτες αλλαξοπιστούσαν, χάνοντας τον Χριστό για λίγα κέρδη. Ο Ιωάννης άνοιξε μικρό εργαστήρι στην αγορά και δούλευε με ευσυνειδησία, προσευχή και αγάπη προς τους ανθρώπους που τον γνώριζαν. Επειδή ήταν προικισμένος με σωματικές και ψυχικές αρετές, ξεχώριζε ανάμεσα στους άλλους τεχνίτες της αγοράς.

Η δουλειά του προχωρούσε με ευλογία και η πελατεία του μεγάλωνε, καθώς τιμούσε κάθε παραγγελία και κάθε λόγο που έδινε. Όμως η ψυχή του δεν λαχταρούσε τα γήινα αγαθά, αλλά τη βασιλεία του Θεού και τη σωτηρία της ψυχής του. Οι Κωνσταντινουπολίτες τον αποκαλούσαν «Ηπειρώτη», επειδή καταγόταν από τη μακρινή Ήπειρο των αγωνιστών.

Γύρω του πολλοί χριστιανοί έμποροι είχαν αρνηθεί τον Χριστό και είχαν δεχθεί τη θρησκεία του Μωάμεθ για κέρδος. Ο νεαρός Ιωάννης δεν φοβόταν να τους ελέγξει με θάρρος για την προδοσία τους και να στηρίξει όσους κρατούσαν ακόμη την πίστη. Με σύνεση και παρρησία τους θύμιζε πως κανένα κέρδος του κόσμου δεν αξίζει την απώλεια του Χριστού.

Οι αποστάτες όμως γέμισαν φθόνο και μίσος, βλέποντας την προκοπή του και την ακέραιη μαρτυρία της ζωής του. Άρχισαν να σκέφτονται με ποιο τρόπο θα τον συκοφαντούσαν, ώστε να τον εξαφανίσουν από τη μέση. Ο Ιωάννης γνώριζε καλά τα σχέδιά τους, αλλά κρατούσε την καρδιά του ατάραχη και πρόθυμη να μαρτυρήσει.

Τη Μεγάλη Παρασκευή πήγε στον πνευματικό του πατέρα, στον πρωτοπρεσβύτερο της Κωνσταντινουπόλεως, και εξομολογήθηκε με δάκρυα όλη την ψυχή του. Του φανέρωσε τη μανία των γειτόνων του και τον πόθο που έκαιγε μέσα του, να χύσει το αίμα του για τον Χριστό. Ο πνευματικός είδε τη νεαρή ηλικία και θέλησε να τον προφυλάξει από πειρασμό κενοδοξίας ή από πτώση μέσα στα βασανιστήρια.

Του είπε να εξετάσει καλά την καρδιά του, μήπως ο διάβολος του υποβάλλει τέτοιο λογισμό, για να τον ρίξει αργότερα σε άρνηση και ντροπή. Τον συμβούλεψε να προετοιμαστεί με νηστεία, αγρυπνία και θερμή προσευχή, ώστε ο ίδιος ο Θεός να του φανερώσει τον δρόμο. Ο Ιωάννης δέχτηκε ταπεινά τη συμβουλή και έφυγε με ειρήνη στην καρδιά, πιστεύοντας στη δύναμη του Χριστού.

Δύο φορές προηγουμένως είχε ζητήσει την ίδια ευλογία και ο πνευματικός τον είχε αποτρέψει με αγάπη. Τώρα όμως πέρασε όλη τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής σε προσευχή και κατάνυξη, παρακαλώντας τον Κύριο να τον στηρίξει. Πίστευε πως ο Χριστός δεν θα τον παραδώσει στους εχθρούς, αλλά θα τον δυναμώσει με τη Χάρη Του.

Τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου είδε στον ύπνο του ένα παράδοξο και θαυμαστό όραμα, που του χάρισε βέβαιη παρηγοριά. Βρισκόταν μέσα σε μεγάλη φωτιά, αλλά δεν καιγόταν, παρά ευφραινόταν και έψαλλε ύμνους στον Θεό. Έμοιαζε με τους τρεις παίδες στη βαβυλωνιακή κάμινο, που η φλόγα τους δρόσιζε αντί να τους κατακαίει.

Όταν ξύπνησε, έτρεξε με χαρά στον πνευματικό του και του διηγήθηκε λεπτομερώς το όραμα της νύχτας. Ο πνευματικός κατάλαβε πως ήταν θέλημα Θεού και του έδωσε επιτέλους την ευχή του με δάκρυα στα μάτια. Του ευχήθηκε να νικήσει τον νοητό λύκο και να στεφανωθεί με τον στέφανο του μαρτυρίου.

Ο Ιωάννης κοινώνησε τα άχραντα μυστήρια και πήρε δύναμη από τον ίδιο τον αναστάντα Χριστό. Έπειτα προχώρησε με γαλήνη προς το εργαστήριό του, σαν να πορευόταν σε χαρμόσυνο γάμο και πανηγύρι. Εκεί τον περίμεναν ήδη οι μνησίκακοι γείτονές του, έτοιμοι να εκτελέσουν το σκοτεινό τους σχέδιο.

Άρχισαν να μιλούν δυνατά μεταξύ τους, λέγοντας πως αυτός ο νέος είχε αρνηθεί τάχα τον Χριστό στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας. Ο Ιωάννης τους κοίταξε κατάματα και ρώτησε αν εννοούσαν εκείνον ή κάποιον άλλον περαστικό. Εκείνοι του είπαν φανερά πως μιλούσαν για αυτόν και απαιτούσαν να ομολογήσει τη συμφωνία τους.

Ο μάρτυρας απάντησε με θάρρος πως ποτέ δεν αρνήθηκε τον Χριστό, ούτε στα Τρίκαλα ούτε σε άλλο μέρος της γης. Είπε καθαρά πως ζει και θα ζει πάντοτε για τον Χριστό, τον Θεό του, και είναι έτοιμος να πεθάνει για χάρη Του. Με τα λόγια αυτά περιφρόνησε ακόμη και την ίδια τη θρησκεία του Μωάμεθ, χωρίς δισταγμό ή φόβο.

Οι Τούρκοι άναψαν από οργή και όρμησαν επάνω του, σαν να ήταν έτοιμοι να τον σκοτώσουν επιτόπου. Τον άρπαξαν με βία και τον έσυραν αμέσως μπροστά στον κριτή της πόλεως, κατηγορώντας τον ως αποστάτη. Ο νέος προχωρούσε γοργά, με φωτεινό πρόσωπο και χαμόγελο γαλήνιο σαν να πήγαινε σε συμπόσιο.

Μπροστά στον κριτή έγιναν οι ίδιοι κατήγοροι, μάρτυρες και δικαστές, στήνοντας μια άδικη και προσχηματική δίκη. Τον κατηγόρησαν πως στα Τρίκαλα είχε ασπαστεί τον μωαμεθανισμό και πως τώρα κρυβόταν πάλι στα χριστιανικά. Ο κριτής προσπάθησε να τον δελεάσει, καθώς εκτιμούσε την ικανότητά του ως άξιου τεχνίτη και προικισμένου νέου.

Στην αρχή του φέρθηκαν με ψεύτικη συμπόνια και τον παρακαλούσαν με μειλίχια λόγια να σωθεί από τον θάνατο. Όταν είδαν πως στεκόταν ασάλευτος στην πίστη του, άρχισαν να τον τρομοκρατούν με σκληρές απειλές και φοβέρες. Επειδή τίποτε δεν τους έφερνε αποτέλεσμα, διέταξαν να τον δείρουν ανελέητα με χοντρά ραβδιά, σαν άγρια θηρία.

Στη συνέχεια τον έριξαν στη φυλακή, για να σκεφτούν τι θα έκαναν με τον νέο αυτόν αγωνιστή. Την επόμενη μέρα τον έβγαλαν ξανά μπροστά στο κριτήριο και τον ρώτησαν αν άλλαξε γνώμη. Ο μάρτυρας ομολόγησε πάλι τον Χριστό με την ίδια παρρησία και τους χτυπήματα δυνάμωσαν χωρίς έλεος.

Στεκόταν σαν αδάμας, σιωπηλός μέσα στους πόνους, σαν να χτυπούσαν κάποιον άλλον και όχι τον ίδιο. Ψιθύριζε ταπεινά προς τον Κύριο πως ποτέ δεν θα αρνιόταν την πίστη του, ό,τι και αν του έκαναν. Έλεγε πως ως δούλος του Χριστού ακολουθεί τον Χριστό και πεθαίνει για τον Χριστό, για να ζήσει αιώνια μαζί Του.

Τον γύρισαν πάλι στη φυλακή, σέρνοντάς τον από τα μαλλιά, ραπίζοντάς τον και ποδοπατώντας τον με μίσος. Έπειτα τον έδεσαν με βαριές αλυσίδες, αφήνοντάς τον μέσα σε σκοτάδι και πείνα. Την άλλη ημέρα ο μάρτυρας οδηγήθηκε ξανά μπροστά στους άδικους κριτές για νέα ανάκριση.

Όταν επανέλαβε με τόλμη την ίδια ομολογία της πίστεώς του, οι Τούρκοι ξεκίνησαν πάλι το άγριο δάρσιμό του. Καθώς τον χτυπούσαν, εκείνος έψαλλε ολόκαρδα το «Χριστός ανέστη εκ νεκρών», γιατί έτρεχαν τότε οι ημέρες του Πάσχα. Όλο του το σώμα γέμισε πληγές και τραύματα, και το χώμα γύρω του κοκκίνισε από το άγιο αίμα του.

Φαινόταν πως δεν υπέφερε με δικό του σώμα, μα δανεικό και ξένο, τόσο γαλήνια αντιμετώπιζε τα βασανιστήρια. Άλλοτε έψαλλε τον αναστάσιμο ύμνο και άλλοτε γύριζε στους βασανιστές με θαρραλέα και πύρινα λόγια. Τους έλεγε να χτυπούν με όση δύναμη είχαν, γιατί ποτέ δεν θα τον χώριζαν από τον Χριστό του.

Ντροπιασμένοι από τη γενναιότητά του, τον έριξαν πάλι στη φυλακή και τον βασάνισαν με πείνα και δίψα. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως προσπάθησε να τον γλιτώσει, πληρώνοντας πολλά χρήματα για να καθυστερήσει η εκτέλεση. Όμως ο Ιωάννης παρέμενε ακλόνητος στην ομολογία του, χωρίς να δέχεται καμία υποχώρηση από τους τυράννους του.

Έτσι τελικά τον καταδίκασαν να καεί ζωντανός έξω από τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Όταν τον οδηγούσαν στον θάνατο, αλυσοδεμένον σαν πρόβατο επί σφαγή, οι βασανιστές τον χτυπούσαν στο πρόσωπο. Τον έβριζαν με αισχρά λόγια, ενώ κάποιοι περαστικοί τον λυπούνταν και του ζητούσαν να μη χάσει έτσι τη νεότητά του.

Ο μάρτυρας όμως βάδιζε με μεγαλοπρέπεια, σαν να πορευόταν να λάβει μεγάλες τιμές και βασιλικά στεφάνια. Όταν έφτασε στον τόπο της εκτελέσεως, βρήκε μια τεράστια φωτιά αναμμένη και έτοιμη να τον δεχτεί. Χωρίς να περιμένει να τον σπρώξουν, ανέβηκε μόνος του στις φλόγες και στάθηκε στο κέντρο της πυράς.

Τότε οι Τούρκοι, βλέποντας με τι πόθο επιθυμούσε τον θάνατο, τράβηξαν την αλυσίδα του και τον έβγαλαν έξω. Ο μάρτυρας τους κοίταξε με παράπονο και τους ρώτησε γιατί τον εμποδίζουν να γίνει ευπρόσδεκτη θυσία στον Χριστό. Οι κριτές άλλαξαν γνώμη και αποφάσισαν να μην τον αφήσουν να χαρεί τον μαρτυρικό θάνατο που ποθούσε.

Διέταξαν τον δήμιο να του κόψει το κεφάλι με το ξίφος και έπειτα να ρίξει το σώμα του στη φωτιά. Έτσι ο νέος του Χριστού μάρτυρας Ιωάννης ο Ηπειρώτης δέχτηκε τον στέφανο του μαρτυρίου στις δεκαοκτώ Απριλίου του χιλιοστού πεντακοσιοστού εικοστού έκτου έτους. Πιστοί χριστιανοί μάζεψαν με ευλάβεια τα διασωθέντα οστά του και τα μετέφεραν στον πατριαρχικό ναό, δοξάζοντας τον Χριστό.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 18 Prill

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Όσιος Ευθύμιος, ο Φωτιστής της Καρελίας

Στις παγωμένες ακτές της Λευκής Θάλασσας, ένας μοναχός έχτισε μοναστήρι ανάμεσα σε ειδωλολατρικούς πληθυσμούς, που αργότερα θα γινόταν φάρος ορθοδοξίας στον Βορρά. Λίγα χρόνια μετά την ίδρυσή του, δύο νεαροί αδελφοί από το Νόβγκοροντ…

Lexo jetën

Η Εικόνα της Παναγίας του Μαξίμου

Μέσα στη νύχτα του χίλια διακόσια ενενήντα εννέα, η Παναγία στάθηκε στον ύπνο του Μητροπολίτη Μαξίμου και του παρέδωσε με τα ίδια της τα χέρια το ιερό ωμοφόριο. Όταν εκείνος άνοιξε τα μάτια του…

Lexo jetën

Κοσμάς ο Ομολογητής, ο Επίσκοπος της Χαλκηδόνος

Όταν ο αυτοκράτορας Λέων ο Αρμένιος διέταξε να κατεβάσουν τις ιερές εικόνες από τους ναούς, ένας επίσκοπος ορθώθηκε μπροστά του ασυμβίβαστος. Ο Κοσμάς ο Ομολογητής, μαζί με τον συνασκητή του Όσιο Αυξέντιο, πλήρωσε αυτή…

Lexo jetën

Ο Όσιος Ιωάννης ο Ησυχαστής και η πίστη που νίκησε τον φόβο

Στην Κωνσταντινούπολη των διωγμών, ένας νεαρός μοναχός από τη Θεσσαλονίκη στάθηκε όρθιος μπροστά στον αυτοκράτορα Λέοντα τον Αρμένιο. Μαζί με τον δάσκαλό του Γρηγόριο τον Δεκαπολίτη και τον Ιωσήφ τον Υμνογράφο, ύψωσε φωνή για…

Lexo jetën

Ο Εμίρης Τούνομ και το θαύμα του Αγίου Φωτός

Μπροστά στην κλειστή Αγία Πόρτα του Ναού της Αναστάσεως, ένας Τούρκος φρουρός είδε το Άγιο Φως να σχίζει την κολόνα και να ανάβει τις λαμπάδες του Ορθοδόξου Πατριάρχη. Εκείνη τη στιγμή ο εμίρης Τούνομ…

Lexo jetën

Ο Ιερομάρτυρας Πατριάρχης Κύριλλος ο Έκτος

Στις τέσσερις Μαρτίου του χίλια οκτακόσια δεκατρία ανέβηκε στον οικουμενικό θρόνο, και λίγα χρόνια αργότερα κρεμάστηκε με την πατριαρχική του στολή μέσα στην Αδριανούπολη. Μαζί με είκοσι επτά κληρικούς και προύχοντες πέθανε στην αγχόνη,…

Lexo jetën

Οι Όσιοι Κολλυβάδες Πατέρες του Αγίου Όρους

Το χίλια επτακόσια πενήντα τέσσερα, στη Σκήτη της Αγίας Άννης, λίγοι μοναχοί ορθώθηκαν για χάρη μιας μεγάλης παραδόσεως. Ένας ληστής, ο καπετάν Μάρκος, έπνιξε αργότερα δύο από αυτούς μέσα στη θάλασσα του Άθωνα. Όλα…

Lexo jetën

Οσία Αθανασία η Θαυματουργός εξ Αιγίνης

Δεκαέξι μόλις μέρες μετά τον γάμο της, βάρβαροι πειρατές χτύπησαν την Αίγινα και έσφαξαν τον σύζυγό της μέσα στο χωράφι όπου εργαζόταν. Λίγο αργότερα, αυτοκρατορικό διάταγμα την υποχρέωσε να ξαναπαντρευτεί, αυτή τη φορά έναν…

Lexo jetën
1