Ο Νεομάρτυς Ιωάννης ο Βλάχος
Δεκαεπτά μόλις χρόνων, ένας νέος από αριστοκρατική οικογένεια της Βλαχίας προτίμησε τον θάνατο από την ατίμωση και την άρνηση του Χριστού στην Κωνσταντινούπολη.
Δεκαεπτά μόλις χρόνων, ένας νέος από αριστοκρατική οικογένεια της Βλαχίας προτίμησε τον θάνατο από την ατίμωση και την άρνηση του Χριστού στην Κωνσταντινούπολη.
Με μια μόνο προσευχή ο πρεσβύτερος Μώκιος γκρέμισε στο χώμα το άγαλμα του Διονύσου μέσα στον ίδιο τον ειδωλολατρικό ναό της Αμφίπολης.
Κάθε μέρα διέσχιζε πάνω από έξι χιλιόμετρα κρατώντας μια στάμνα νερό, για να ξεδιψά τους κουρασμένους διαβάτες στην έρημο του Δαβιδγκαρέτζι.
Μια νύχτα η νεκρή μητέρα του εμφανίστηκε στον ύπνο του και τον ικέτευσε να αφήσει την έκλυτη ζωή και να γίνει μοναχός.
Δύο ιερείς του καθεδρικού ναού του Αστραχάν, ο Κύριλλος και ο Πέτρος, κατέγραψαν με κάθε λεπτομέρεια το μαρτύριο του Μητροπολίτη τους.
Μόλις δεκαοκτώ χρονών, ένας νεαρός ράφτης από την Επανωμή μπήκε μόνος του σε ένα καφενείο γεμάτο Γενίτσαρους για να σώσει έναν αδελφό.
Είκοσι καρφιά βρέθηκαν μέσα στον τάφο της ηγουμένης Ολυμπίας, μάρτυρες σιωπηλοί ενός φρικτού μαρτυρίου που η Εκκλησία αγνοούσε για επτά ολόκληρους αιώνες.
Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος χάραζε με το δόρυ του τα όρια της νέας πρωτεύουσας, οι αυλικοί ξαφνιάστηκαν από το ασύλληπτο μέγεθος που ξεδιπλωνόταν μπροστά…
Ένας ηγεμόνας τύφλωσε τους εχθρούς του με το φως του Ευαγγελίου και στο τέλος τυφλώθηκε ο ίδιος μέσα σε ένα κάστρο της Βαυαρίας.
Από απλός μοναχός του Αγίου Όρους έφτασε να στέφει βασιλιά της Σερβίας με τα ίδια του τα χέρια μέσα στον ιερό ναό.