EmailFacebookΕπικοινωνία

Οι Νεομάρτυρες του Βραχωρίου και το μοιραίο «σαλάμ αλέκουμ»

Ένας απλός μουσουλμανικός χαιρετισμός στην πύλη του Βραχωρίου έκρινε τη ζωή τριών Πελοποννήσιων εμπόρων το χίλια επτακόσια ογδόντα έξι. Ο Λάμπρος, ο Θεόδωρος και ένας τρίτος σύντροφός τους κρεμάστηκαν σε τρία διαφορετικά σημεία της πόλης, επειδή αρνήθηκαν να αλλαξοπιστήσουν. Οι τρεις αυτοί άνδρες κατάγονταν από τον Μωριά και ασκούσαν με επιτυχία το επάγγελμα του εμπόρου στις αγορές της Ηπείρου.

Είχαν παραμείνει για μεγάλο διάστημα στα Γιάννενα, όπου έμαθαν να μιλούν άνετα και την αλβανική διάλεκτο της εποχής. Όταν ένιωσαν πως ήταν καιρός να γυρίσουν στην πατρίδα τους, ξεκίνησαν το ταξίδι της επιστροφής προς την Πελοπόννησο. Φτάνοντας στο Βραχώρι, που είναι το σημερινό Αγρίνιο, αποφάσισαν να διανυκτερεύσουν εκεί πριν συνεχίσουν τον δρόμο.

Στην είσοδο της πόλης στέκονταν οι φοροεισπράκτορες, οι λεγόμενοι γιομπρουκτσήδες, και ζητούσαν τον κεφαλικό φόρο από κάθε Ρωμιό διαβάτη. Οι τρεις έμποροι σκέφτηκαν τότε ένα πονηρό τέχνασμα, ώστε να γλυτώσουν τα χρήματα της διέλευσης. Προσποιήθηκαν τους μουσουλμάνους Αρβανίτες και χαιρέτησαν τους φύλακες με το γνωστό «σαλάμ αλέκουμ» της ανατολίτικης συνήθειας.

Οι φοροεισπράκτορες πείστηκαν εύκολα από την προφορά τους και τους άφησαν ελεύθερα να μπουν στην πόλη χωρίς καμία πληρωμή. Οι τρεις σύντροφοι κατέλυσαν σε ένα φιλόξενο σπίτι, για να ξεκουραστούν λίγο πριν συνεχίσουν τον δρόμο τους νωρίς το άλλο πρωί. Οι Τούρκοι όμως της περιοχής θέλησαν να μάθουν ποιοι ήταν αυτοί οι ξένοι και τι νέα κουβαλούσαν από τα Γιάννενα.

Έστειλαν λοιπόν έναν δικό τους άνθρωπο στο σπίτι που φιλοξενούνταν, με την εντολή να εξακριβώσει την ταυτότητά τους. Ο απεσταλμένος πλησίασε με προσοχή και δεν χτύπησε αμέσως την πόρτα, αλλά στάθηκε απέξω αφουγκραζόμενος τη συζήτηση. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή οι τρεις φιλοξενούμενοι έλεγαν στον νοικοκύρη πως σήμερα γλύτωσαν τον φόρο με ένα απλό «σαλάμ».

Ο Τούρκος κατάλαβε αμέσως πως οι ξένοι ήταν Χριστιανοί και έτρεξε να αναγγείλει το γεγονός στους ανωτέρους του. Οι ασεβείς όρμησαν τότε σαν ανήμερα θηρία στο σπίτι και άρπαξαν τους τρεις άνδρες με βία και αγριότητα. Τους έσυραν κυριολεκτικά στους δρόμους της πόλης και τους οδήγησαν αμέσως μπροστά στον τοπικό δικαστή για ανάκριση.

Παρουσίασαν την κατηγορία πως οι τρεις Ρωμιοί χρησιμοποίησαν τον μουσουλμανικό χαιρετισμό, που ανήκει αποκλειστικά στους πιστούς του Ισλάμ. Ζήτησαν λοιπόν, αν περιγέλασαν την πίστη να τιμωρηθούν, αν όμως αγάπησαν το Ισλάμ να περιτμηθούν και να τιμηθούν επίσημα. Ο δικαστής στράφηκε προς τους τρεις άνδρες και τους ρώτησε ευθέως αν αληθεύουν όσα είπαν εναντίον τους οι κατήγοροι.

Οι μάρτυρες απάντησαν με ειλικρίνεια πως όντως χαιρέτησαν τούρκικα, μόνο και μόνο για να αποφύγουν την πληρωμή του κεφαλικού φόρου. Ξεκαθάρισαν όμως ρητά πως ποτέ δεν αγάπησαν το Ισλάμ ούτε σκέφτηκαν να αλλάξουν την πίστη των πατέρων τους. Ο κριτής τότε τους πίεσε λέγοντας πως οφείλουν αμέσως να γίνουν μουσουλμάνοι, για να σώσουν τη ζωή τους από τα μαρτύρια.

Διαφορετικά τους περίμεναν φοβερά βασανιστήρια και βέβαιος θάνατος, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου που ίσχυε για τέτοιες περιπτώσεις. Οι άγιοι όμως απάντησαν με θάρρος πως είπαν εκείνον τον χαιρετισμό απλώς για να γλυτώσουν λίγα χρήματα από τον φόρο. Δήλωσαν καθαρά πως είναι αδύνατον να αρνηθούν την πίστη του Χριστού και κάλεσαν τον δικαστή να κάνει ό,τι επιθυμεί.

Ο δικαστής εξοργίστηκε από την απάντηση και διέταξε να τους δείρουν αλύπητα και να τους ρίξουν στη φυλακή. Μέσα στο σκοτεινό κελί οι τρεις άνδρες παρηγορούσαν ο ένας τον άλλον και ενίσχυαν την κοινή τους απόφαση. Ο πιο γραμματισμένος από αυτούς μιλούσε στους συντρόφους του με λόγια θερμά και γεμάτα πνευματική δύναμη και ελπίδα.

Τους έλεγε πως κανείς δεν πρέπει να δειλιάσει και να χάσει το ανέλπιστο κελεπούρι που τους χάρισε ο Θεός εκείνη την ώρα. Λίγο μόνο θα υπέφεραν, και θα κέρδιζαν την αιώνια ζωή κοντά στον Κύριο και τους αγίους μάρτυρες της Εκκλησίας. Δεν έπρεπε να λυπηθούν συγγενείς ούτε φίλους ούτε την πρόσκαιρη πατρίδα, παρά να σταθούν ανδρείοι στην ομολογία του Χριστού.

Έτσι θα έφταναν χαρούμενοι στην άλλη πατρίδα, εκεί όπου η μακαριότητα δεν γνωρίζει τέλος και η χαρά είναι αιώνια. Έμειναν αρκετές ημέρες νηστικοί στη φυλακή και μετά τους έφεραν ξανά μπροστά στον δικαστή για νέα αυστηρή ανάκριση. Εκείνος τους ανέκρινε για δεύτερη φορά και διέταξε νέο ξυλοδαρμό και επιστροφή τους στο σκοτεινό κελί της φυλακής.

Πέρασαν άλλες πέντε ημέρες σκληρής δοκιμασίας, και τους οδήγησαν τελικά πίσω στο δικαστήριο για την τελευταία απόφαση. Ο μουσελίμης μαζί με τον κατή συμφώνησαν και εξέδωσαν επίσημα την καταδικαστική απόφαση εις θάνατον δι’ απαγχονισμού. Οι δήμιοι κρέμασαν τον έναν σε έναν πλάτανο κοντά στο τσαρσί, την κεντρική αγορά της πόλης.

Τον δεύτερο τον κρέμασαν έξω από τον ναό του Αγίου Δημητρίου, και τον τρίτο στην άκρη της κεντρικής πλατείας του Βραχωρίου.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 02 Nëntor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Άγιος Αντώνιος ο Ομολογητής, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

Στάθηκε όρθιος μπροστά στον εικονομάχο αυτοκράτορα Λέοντα τον Πέμπτο και κονιορτοποίησε τα επιχειρήματα της αίρεσης με έναν φλογερό αντιρρητικό λόγο. Πλήρωσε αυτή την παρρησία με φρικτά βασανιστήρια, ανίατες πληγές και μακρόχρονη εξορία, που κλόνισαν…

Lexo jetën

Οι Άγιοι Ακίνδυνος, Πηγάσιος και η Συνοδεία τους στην Περσία

Στο παλάτι του Πέρση βασιλιά Σαπώρ του Δευτέρου υπηρετούσαν τρεις κρυφοί χριστιανοί, οι Ακίνδυνος, Πηγάσιος και Ανεμπόδιστος, που οδηγούσαν πολλούς συμπατριώτες τους στην πίστη του Χριστού. Όταν ξέσπασε σκληρός διωγμός, κάποιοι ζηλόφθονες τους συκοφάντησαν…

Lexo jetën
1