Λογγίνος ο Εκατόνταρχος του Σταυρού
Ένας Ρωμαίος αξιωματικός στάθηκε κάτω από τον Σταυρό του Γολγοθά και είδε τη γη να σείεται, τις πέτρες να σχίζονται και τα μνήματα ν’ ανοίγουν. Αυτός ήταν ο εκατόνταρχος Λογγίνος, ο στρατιώτης που με τη λόγχη του κέντησε την πλευρά του Εσταυρωμένου και πήρε ίαση στα άρρωστα μάτια του. Καταγόταν από την Καππαδοκία και υπηρετούσε στην Ιουδαία υπό τις διαταγές του Ποντίου Πιλάτου, στα χρόνια του αυτοκράτορα Τιβερίου.
Είχε αναλάβει με τους άντρες του τη φύλαξη του Κυρίου κατά τη Σταύρωση, ενώ στάθηκε μάρτυρας όλων των φοβερών σημείων που συντάραξαν τη φύση εκείνη την ώρα. Όταν είδε τον ήλιο να σκοτεινιάζει και τους νεκρούς να σηκώνονται από τους τάφους, η ψυχή του λύγισε από δέος και πίστη. Μαζί με τους στρατιώτες του φώναξε με δυνατή φωνή ότι αληθινά αυτός ήταν Υιός Θεού, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ευαγγελιστή Ματθαίου.
Η ομολογία αυτή σφράγισε την υπόλοιπη ζωή του και τον οδήγησε στη μαρτυρική τελείωση. Από εκείνη τη στιγμή ο Λογγίνος δεν ήταν πια απλός Ρωμαίος αξιωματικός, αλλά κήρυκας της σταυρικής θυσίας και της Αναστάσεως του Χριστού. Μετά την ταφή του Κυρίου, ο Λογγίνος ορίστηκε με τον λόχο του να φυλάει σφραγισμένο το ζωηφόρο μνήμα.
Έτσι βρέθηκε αυτόπτης μάρτυρας και της λαμπρής Αναστάσεως, μαζί με δύο πιστούς συντρόφους που μοιράζονταν τον ίδιο φόβο και την ίδια πίστη. Οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων έδωσαν στους στρατιώτες πολλά χρήματα, για να διαδώσουν το ψέμα ότι οι μαθητές έκλεψαν νύχτα το σώμα του Διδασκάλου. Ο Λογγίνος όμως αρνήθηκε να αγγίξει το χρυσάφι και αρνήθηκε ακόμη πιο σταθερά να αποσιωπήσει το θαύμα που είδε με τα μάτια του.
Μαζί με τους δύο φίλους του βαπτίστηκαν από τους αγίους αποστόλους και άφησαν οριστικά τη στρατιωτική ζωή. Πήρε τότε τον δρόμο για την πατρίδα του την Καππαδοκία, για να κηρύξει τον Ιησού ως Υιό του Θεού στους ομογενείς του. Οι δύο σύντροφοί του ακολούθησαν με την ίδια αποφασιστικότητα και τον ίδιο πόθο.
Τα φλογερά λόγια ανθρώπων που είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια τα μεγάλα γεγονότα της Ιουδαίας συγκλόνισαν τις καρδιές των Καππαδοκών. Η πίστη απλώθηκε γρήγορα στις πόλεις και στα γύρω χωριά της περιοχής. Ο Λογγίνος αποσύρθηκε στο χωριό του πατέρα του, ζώντας με ησυχία, νηστεία και προσευχή, χωρίς να σταματά το κήρυγμα.
Όταν οι ιουδαϊκές αρχές της Ιερουσαλήμ έμαθαν για τη δράση του, πλημμύρισαν από φθόνο και πίεσαν τον Πιλάτο να επέμβει. Με πολλά δώρα τον έπεισαν να στείλει αναφορά στον αυτοκράτορα Τιβέριο, με τη συκοφαντία ότι ο Λογγίνος ξεσηκώνει την Καππαδοκία και αρνείται τη ρωμαϊκή εξουσία. Στο γράμμα πρόσθεσαν και πλούσιο χρυσάφι για τον αυτοκράτορα, εξαγοράζοντας ουσιαστικά την καταδικαστική απόφαση.
Σε λίγο καιρό έφτασε διαταγή να θανατωθεί ο πρώην εκατόνταρχος ως εχθρός του Καίσαρος, μαζί με τους δύο πιστούς συναγωνιστές του. Ο Πιλάτος έστειλε αμέσως στρατιώτες στην Καππαδοκία, με εντολή να αποκεφαλίσουν τους τρεις και να φέρουν πίσω την κεφαλή του Λογγίνου. Οι απεσταλμένοι έφτασαν στο χωριό αναζητώντας τον με προσοχή, για να μην προλάβει να ξεφύγει από τα χέρια τους.
Ο άγιος όμως είχε ήδη πληροφορηθεί με αποκάλυψη από τον Θεό για τον μαρτυρικό στέφανο που τον περίμενε. Βγήκε ο ίδιος να τους προϋπαντήσει με χαμόγελο και τους κάλεσε στο σπίτι του ως φιλοξενούμενους. Τους έστρωσε πλούσιο τραπέζι και τους περιποιήθηκε με αγάπη, χωρίς να αποκαλύψει ποιος ήταν.
Όταν η νύχτα προχώρησε, οι στρατιώτες του εμπιστεύτηκαν τον σκοπό της αποστολής τους, ζητώντας να κρατήσει το μυστικό. Ο Λογγίνος έστειλε τότε αμέσως να καλέσουν και τους δύο συντρόφους του, για να βρεθούν όλοι μαζί στην ώρα του μαρτυρίου. Όλη τη νύχτα πέρασε γονατιστός σε προσευχή, ετοιμάζοντας την ψυχή του για τη συνάντηση με τον Κύριο που τόσο αγάπησε.
Το πρωί υποδέχτηκε τους φίλους του με φιλήματα και τους ανήγγειλε ότι έφτασε η ώρα να λυθούν από τα δεσμά της σάρκας. Έπειτα στράφηκε στους απεσταλμένους και τους είπε καθαρά πως αυτός ο ίδιος είναι ο Λογγίνος που αναζητούν. Οι στρατιώτες ταράχτηκαν, ντράπηκαν να σκοτώσουν τον ευεργέτη τους και τους πρότειναν να φύγουν.
Οι τρεις μάρτυρες αρνήθηκαν με σταθερότητα, φόρεσαν λευκά ενδύματα και υπέδειξαν τον τόπο της ταφής τους σε έναν κοντινό λόφο. Με δάκρυα χαράς προσευχήθηκαν για τελευταία φορά και έκλιναν τους αυχένες κάτω από το ξίφος. Έτσι τελειώθηκαν εν Κυρίω, παίρνοντας τον στέφανο που λαχτάρησαν με όλη τους τη δύναμη.
Οι στρατιώτες έθαψαν με σεβασμό τα σώματα στον τόπο που είχε υποδείξει ο ίδιος ο άγιος και πήραν την κεφαλή του Λογγίνου για τον Πιλάτο. Εκείνος και οι Ιουδαίοι, βλέποντας τη μαρτυρική κεφαλή, διέταξαν να την πετάξουν έξω από τα τείχη της πόλεως μέσα σε σωρό σκουπιδιών. Έμεινε εκεί καιρό σκεπασμένη από σκόνη, όμως ο Κύριος φυλάει όλα τα οστά των αγίων του και επρόκειτο σύντομα να δοξάσει τον δούλο του.
Μια ευσεβής χήρα από την Καππαδοκία είχε χάσει το φως και των δύο της ματιών, παρά τις προσπάθειες των γιατρών. Πήρε τον μοναχογιό της και ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει και να ζητήσει τη βοήθεια του Θεού. Φτάνοντας εκεί, το παιδί της αρρώστησε ξαφνικά και σε λίγες μέρες πέθανε, αφήνοντάς τη μέσα σε διπλό σκοτάδι.
Καθώς θρηνούσε απαρηγόρητη, της φανερώθηκε σε όραμα ο άγιος Λογγίνος και τη παρηγόρησε. Της υποσχέθηκε ότι θα δει τον γιο της μέσα στην ουράνια δόξα και ότι θα ξαναπάρει το φως της. Της φανέρωσε επίσης την κεφαλή του, χωμένη στα σκουπίδια έξω από τα τείχη, και της είπε ότι θα την έβρισκε εκείνη ως πηγή της θεραπείας της.
Η χήρα ζήτησε να την οδηγήσουν στον τόπο εκείνο και άρχισε με τα ίδια της τα χέρια να σκάβει μέσα στη σκόνη. Μόλις άγγιξε την αγία κεφαλή, τα μάτια της άνοιξαν αμέσως, είδε το φως του ήλιου και αναγνώρισε το ιερό λείψανο. Δεν χάρηκε όμως τόσο για το φως που ξαναπήρε, όσο για το θησαυρό που της χάρισε ο Θεός μέσα από τη μεσιτεία του μάρτυρα.
Πήρε με ευλάβεια την κεφαλή, την έπλυνε, την άλειψε με αρώματα και τη φύλαξε σαν τον μεγαλύτερο θησαυρό της. Την επόμενη νύχτα της παρουσιάστηκε ξανά ο άγιος μέσα σε άπλετο φως, κρατώντας από το χέρι τον γιο της ντυμένο με λαμπρή νυφική στολή. Της είπε με πατρική γλυκύτητα να κοιτάξει το παιδί της και να παρηγορηθεί, γιατί ο Θεός το συναρίθμησε με τους ουρανίους.
Της παρήγγειλε να τοποθετήσει την κεφαλή του και το σώμα του γιου της μέσα στην ίδια λάρνακα. Η ευλογημένη μητέρα γύρισε στην Καππαδοκία και έθαψε με τιμή τους δύο μαζί, δοξάζοντας ασταμάτητα τον Θεό. Είχε ζητήσει θεραπεία για τα σωματικά της μάτια και πήρε φως και στην ψυχή της.
Έτσι κατάλαβε πως όσοι αγαπούν τον Θεό βλέπουν όλα τα πράγματα να συνεργούν τελικά για το αληθινό τους καλό.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 16 Tetor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιος Γάλλος, ο Απόστολος της Ελβετίας
Δώδεκα μοναχοί ξεκίνησαν κάποτε από την Ιρλανδία για να φέρουν το Ευαγγέλιο στην καρδιά της Ευρώπης, και ένας από αυτούς έμελλε να βαπτίσει χιλιάδες ψυχές στις όχθες της λίμνης Κωνσταντίας. Όταν οι σύντροφοί του…
Lexo jetënΗ διά Χριστόν σαλή Αγία Δόμνα της Τομσκ
Μια αρχοντοπούλα της Ουκρανίας, μορφωμένη και γνώστρια πολλών γλωσσών, έφυγε κρυφά από το σπίτι για να μη χάσει την παρθενία της. Συνελήφθη χωρίς χαρτιά και εξορίστηκε στη μακρινή Σιβηρία, όπου έγινε σαλή για χάρη…
Lexo jetënΟ Παιδομάρτυρας Ιωάννης ο Τουρκολέκας
Στα έντεκα μόλις χρόνια του, ένα παιδί από την Αρκαδία στάθηκε μπροστά στους δημίους του και έκανε τον σταυρό του, αρνούμενο να αλλαξοπιστήσει πάνω από το άψυχο σώμα του πατέρα του. Όταν το τσεκούρι…
Lexo jetën