Οι Παρθενομάρτυρες Ριψιμία και Γαϊανή στην Αρμενία
Η νεαρή Ριψιμία προτίμησε το μαρτύριο από τον αυτοκρατορικό θρόνο, όταν ο Διοκλητιανός μαγεύτηκε από την ομορφιά της και την ήθελε σύζυγό του. Στην Αρμενία, ο βασιλιάς Τηριδάτης διέταξε να της βγάλουν τα μάτια, να της κόψουν τη γλώσσα και να τεμαχίσουν το σώμα της. Έζησε στα χρόνια του Διοκλητιανού και μαρτύρησε γύρω στο διακόσια ενενήντα δύο μετά Χριστόν στα βουνά του Αραράτ.
Ήταν εξαιρετικά όμορφη στο σώμα, σεμνή στο ήθος και είχε αφιερώσει την παρθενία της στον Χριστό από μικρή ηλικία. Ζούσε σε μια κοινότητα γυναικών στη Μικρά Ασία, όπου ηγουμένη ήταν η Γαϊανή, η οποία την είχε αναθρέψει με πνευματική φροντίδα. Όταν ο Διοκλητιανός έψαχνε νύφη ομορφότερη από κάθε άλλη, οι απεσταλμένοι του βρήκαν τη Ριψιμία και έστειλαν στον αυτοκράτορα ένα πορτρέτο της.
Εκείνος γοητεύτηκε αμέσως και της ζήτησε με γράμμα να γίνει σύζυγός του. Η Ριψιμία όμως είχε ως μοναδικό Νυμφίο τον Χριστό και αρνήθηκε κάθε γήινο γάμο. Έτσι οι αδελφές αποφάσισαν να καταφύγουν στην Αρμενία για να σώσουν την αγνότητά τους.
Στον δρόμο υπέφεραν πείνα, δίψα και πολλές άλλες δοκιμασίες με υπομονή και προσευχή. Έφτασαν τελικά κοντά στο όρος Αραράτ και εγκαταστάθηκαν σε ένα αμπέλι, ζώντας πτωχικά και κρυφά από τους διώκτες. Οι πιο δυνατές αδελφές κατέβαιναν στην πόλη και δούλευαν σε ξένα σπίτια για να κερδίσουν λίγο ψωμί και τα απαραίτητα.
Όλες ήταν πρόθυμες να σηκώσουν την εξορία και κάθε βάρος, αρκεί να φυλάξουν καθαρή την παρθενία τους για τον Χριστό. Όταν ο Διοκλητιανός έμαθε ότι η Ριψιμία είχε φύγει στην Αρμενία, έγραψε στον φίλο του, τον βασιλιά Τηριδάτη, για βοήθεια. Του ζητούσε να τη βρει και να του τη στείλει, ή, αν ήθελε, να την παντρευτεί ο ίδιος και να την κρατήσει κοντά του.
Ο Τηριδάτης έστειλε αμέσως ανθρώπους του και περικύκλωσαν την περιοχή για να μην μπορέσει εκείνη να ξεφύγει. Όταν άκουσε για την ασύγκριτη ομορφιά της, της έστειλε δώρα και ρούχα άξια βασίλισσας για να παρουσιαστεί πρεπόντως. Η Ριψιμία όμως, ακολουθώντας τις συμβουλές της Γαϊανής, απέρριψε τα δώρα και αρνήθηκε να πάει στον βασιλιά.
Η Γαϊανή εξήγησε στους απεσταλμένους ότι οι παρθένες αυτές είχαν ήδη μνηστευθεί τον Χριστό και κανείς δεν μπορούσε να τις κάνει επίγειες συζύγους. Όταν ο Τηριδάτης άκουσε την απάντηση, οργίστηκε σφοδρά και αποφάσισε να τη φέρει κοντά του με τη βία. Έστειλε λοιπόν έναν άρχοντά του με στρατό για να σκοτώσει όλες τις παρθένες και να μεταφέρει τη Ριψιμία στο παλάτι σιδηροδέσμια.
Όταν η αγία είδε τους στρατιώτες με τα γυμνά ξίφη, παρακάλεσε τον άρχοντα να μην πειράξει τις άλλες αδελφές και να πάρει μόνο εκείνη. Οδηγήθηκε λοιπόν στον βασιλικό κοιτώνα, κλαίγοντας και προσευχόμενη να φυλάξει ο Θεός την παρθενία της από κάθε ανθρώπινη βία. Θυμόταν πώς ο Κύριος είχε ελευθερώσει τον Ισραήλ από τα χέρια του Φαραώ και πώς είχε φυλάξει τον Ιωνά στην κοιλιά του κήτους τρεις ημέρες.
Θυμόταν επίσης τους τρεις παίδες μέσα στην καιόμενη κάμινο, οι οποίοι έμειναν αβλαβείς από τη φωτιά με τη χάρη του Θεού. Όταν ο Τηριδάτης μπήκε στον κοιτώνα και προσπάθησε να την ατιμάσει, εκείνη με τη βοήθεια του Θεού φάνηκε δυνατότερη από τον δυνατό βασιλιά. Ο Τηριδάτης πάλεψε μαζί της για πολλή ώρα, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να την αγγίξει ούτε να τη νικήσει.
Βγαίνοντας έξω εξαντλημένος, διέταξε να του φέρουν τη Γαϊανή, ελπίζοντας ότι η γερόντισσα θα έπειθε τη μαθήτριά της να υποχωρήσει. Η Γαϊανή όμως, αντί να την πιέσει, της μίλησε για την παρθενία που είχε αφιερώσει στον Χριστό και για το στεφάνι του ουρανού. Της θύμισε πως, αν την θανατώσει ο βασιλιάς, θα χαρεί ακόμη μεγαλύτερη εύνοια κοντά στον αιώνιο Νυμφίο της.
Ο Τηριδάτης, μη βρίσκοντας τίποτε να κάνει, άρχισε να τρέμει και να κυλιέται στο πάτωμα από οργή και ντροπή. Εκείνη τη νύχτα η Ριψιμία κατάφερε να ξεφύγει από το παλάτι και να φύγει κρυφά από την πόλη. Βρήκε τις αδελφές της και τους διηγήθηκε με δάκρυα χαράς πώς έμεινε αμόλυντη με τη βοήθεια του Θεού.
Το πρωί όμως οι στρατιώτες την εντόπισαν ξανά και ετοίμασαν για χάρη της έναν φρικτό και ανήκουστο θάνατο. Πρώτα της έκοψαν τη γλώσσα, την έγδυσαν, της έδεσαν χέρια και πόδια σε στύλους και έκαψαν τις σάρκες της με αναμμένα κεριά. Στη συνέχεια άνοιξαν την κοιλιά της με κοφτερή πέτρα και της έβγαλαν τα μάτια από τις κόγχες.
Τέλος, της έκοψαν το σώμα σε κομμάτια και έτσι παρέδωσε το πνεύμα στον στεφανοδότη Χριστό, φυλάγοντας μέχρι τέλους την παρθενία της. Η γερόντισσα Γαϊανή και δύο άλλες παρθένες υπέμειναν ακόμη μεγαλύτερα και πιο φρικτά βασανιστήρια από τους ειδωλολάτρες. Τους τρύπησαν τα πόδια, τις κρέμασαν ανάποδα και τις έγδαραν ζωντανές μπροστά στα μάτια όλων.
Από πίσω τους έκοψαν τον λαιμό, τράβηξαν τις γλώσσες τους έξω και τις απέκοψαν με μεγάλη σκληρότητα. Έπειτα έσκισαν τις κοιλιές τους με κοφτερές πέτρες, ώστε τα σπλάχνα τους έπεσαν στη γη μπροστά στα πόδια τους. Τελευταία πράξη του μαρτυρίου ήταν ο αποκεφαλισμός τους, με τον οποίο πέταξαν οι ψυχές τους στον ουρανό.
Μαζί τους μαρτύρησαν και άλλες τριάντα δύο παρθενομάρτυρες, ενώ κάποιες πηγές αναφέρουν τριάντα πέντε. Υπέμειναν φοβερά βασανιστήρια και τελικά έπεσαν από το ξίφος για την αγάπη του Χριστού. Τα ιερά σώματά τους ρίχτηκαν έπειτα στα άγρια θηρία για να μη μείνει τίποτε προς ταφή.
Μαζί με τις άγιες αυτές γυναίκες μαρτύρησαν και εβδομήντα άνδρες χριστιανοί, οι οποίοι ήταν κρυμμένοι στην ίδια περιοχή. Προς τιμήν αυτών των μαρτύρων, ο άγιος Γρηγόριος ο Φωτιστής της Αρμενίας οικοδόμησε αργότερα τρεις περικαλλείς ναούς με τη βοήθεια του βασιλιά, ο οποίος μετανόησε ειλικρινά.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 30 Shtator
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Γρηγόριος ο Φωτιστής της Αρμενίας
Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια έμεινε ζωντανός μέσα σε έναν λάκκο γεμάτο φίδια και σκορπιούς, τρεφόμενος κρυφά από το ψωμί μιας φτωχής χήρας. Όταν τον ανέσυραν, θεράπευσε τον ίδιο βασιλιά που τον είχε βασανίσει και οδήγησε…
Lexo jetënΟ Όσιος Γρηγόριος ο θαυματουργός της Βολογκντά
Με τόλμη ασυνήθιστη για μοναχό, ο Όσιος Γρηγόριος στάθηκε μπροστά στον πρίγκιπα Δημήτριο Σεμιάκα και τον κατήγγειλε δημόσια για τις βιαιοπραγίες στις περιοχές της Βολογκντά. Ο οργισμένος ηγεμόνας διέταξε να ρίξουν τον γέροντα από…
Lexo jetënΟ πρώτος Μητροπολίτης του Κιέβου
Έξι επίσκοποι ξεκίνησαν μαζί του από την Κωνσταντινούπολη για να φωτίσουν ένα ολόκληρο έθνος βυθισμένο στα είδωλα. Μέσα σε λίγα μόνο χρόνια βάπτισε αμέτρητους Ρώσους στον Δνείπερο, στο Νόβγκοροντ και στο Ροστόφ, θεμελιώνοντας την…
Lexo jetën