EmailFacebookΕπικοινωνία

Η Παναγία η Γοργοεπήκοος της Μάνδρας

Μια νύχτα του χίλια εννιακόσια επτά στη Σμύρνη, η εικόνα της Παναγίας κατέβηκε μόνη της από το εικονοστάσι και στάθηκε όρθια πάνω στην κούνια του βρέφους. Δεκαετίες αργότερα, μέσα σε φλόγες που είχαν κάψει βιβλία και έπιπλα, η ίδια εικόνα έλαμπε αμέτοχη, χωρίς ούτε ίχνος καπνού πάνω της. Η ιστορία αυτή ξεκινάει γύρω στα χίλια οκτακόσια, όταν ένας μοναχός από το Άγιον Όρος ταξίδευε προς τη Μικρά Ασία για να επισκεφθεί τα αγιορείτικα μετόχια.

Μαζί του κρατούσε αγιογραφημένες εικόνες, καρπούς πολλών νηστειών και προσευχών, για να τις διαθέσει στους πιστούς. Μία από αυτές εικόνιζε την Παναγία τη Γοργοεπήκοο, και την αγόρασε στη Σμύρνη μια ευσεβής οικογένεια. Στο σπίτι αυτό το ιερό εικόνισμα έγινε πολύτιμη κληρονομιά που περνούσε από γενιά σε γενιά.

Έφτανε πάντοτε στα χέρια του πρωτότοκου παιδιού, σαν κρυφή ευλογία της Θεοτόκου για όλο το γένος της οικογένειας. Έτσι έφτασε και στα χέρια της Ιφιγένειας Αναπλιώτου, η οποία διηγήθηκε αργότερα αυτά τα θαυμαστά γεγονότα στους πιστούς. Η ιστορία της εικόνας αυτής δεν έμεινε κλεισμένη σε ένα σπίτι, αλλά γέννησε ένα ολόκληρο μοναστήρι.

Όταν η Ιφιγένεια ήταν ακόμη βρέφος στην κούνια της, οι γονείς της γευμάτιζαν ήσυχα στον κάτω όροφο του σπιτιού τους. Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος από επάνω, και η μητέρα Ελευθερία φοβήθηκε μήπως κάποιος είχε απαγάγει το παιδί της. Όλοι όρμησαν στη σκάλα και ανέβηκαν τρέχοντας στο δωμάτιο, με την καρδιά τους να χτυπά από τρόμο και αγωνία.

Το θέαμα που αντίκρισαν τους άφησε άφωνους και γεμάτους δέος μπροστά στη χάρη της Θεοτόκου. Η εικόνα της Παναγίας είχε κατέβει μόνη της από το εικονοστάσι και στεκόταν όρθια πάνω στο κιγκλίδωμα της κούνιας. Το βρέφος κοιμόταν ήσυχο και αμέριμνο, σαν να το φύλαγε προσωπικά η ίδια η Μητέρα του Θεού.

Έντρομοι κάλεσαν αμέσως τον ιερέα για να ψάλει μια κατανυκτική παράκληση στην Υπεραγία Θεοτόκο. Έπειτα τοποθέτησαν με δέος την εικόνα στο εικονοστάσι, ευχαριστώντας τη Δέσποινα για την ορατή προστασία της. Από εκείνη τη χρονιά, κάθε όγδοη Σεπτεμβρίου γιόρταζαν με αγρυπνία στο σπίτι τους το μεγάλο αυτό σημείο.

Όταν ξέσπασε η Μικρασιατική καταστροφή και ο διωγμός, η οικογένεια κατάφερε με μύριες δυσκολίες να φύγει και να φτάσει στη Μυτιλήνη. Μέσα στα ελάχιστα υπάρχοντα που πρόλαβαν να πάρουν μαζί τους, πρώτη και πολυτιμότερη ήταν η εικόνα της Παναγίας της Γοργοεπηκόου. Στο νέο τόπο εγκατάστασης η Ελευθερία συνέχισε ακούραστα να γιορτάζει την Παναγία την όγδοη Σεπτεμβρίου, σε ανάμνηση του θαύματος της Σμύρνης.

Μια χρονιά, ανήμερα της εορτής, κατέβασε την εικόνα για να την περιποιηθεί και να την στολίσει με ευλάβεια. Καθάρισε το φωτοστέφανο με αμμωνία, χωρίς να γνωρίζει ότι έτσι προκαλούσε φθορά η οποία μένει ορατή μέχρι σήμερα. Στη συνέχεια ακούμπησε την εικόνα στο τραπέζι κάτω από το εικονοστάσι, όπου βρίσκονταν και θρησκευτικά βιβλία.

Ξαφνικά ένας δυνατός αέρας μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο και σήκωσε το πετσετάκι που ακουμπούσε στο αναμμένο καντήλι. Πήρε φωτιά μια άκρη, έπεσε ένα φλεγόμενο κομμάτι στα βιβλία, και σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα όλο το δωμάτιο τυλίχθηκε στις φλόγες. Η Ελευθερία, παρότι βαριάκουγε λόγω της ηλικίας της, άκουσε δυνατούς χτύπους που δεν μπορούσε να εξηγήσει.

Βγήκε στην πόρτα, δεν είδε κανέναν, αλλά οι χτύποι συνέχιζαν ακόμη πιο έντονοι από επάνω. Ανέβηκε λοιπόν στον επάνω όροφο, και μόλις άνοιξε την πόρτα του δωματίου την πετάχτηκαν στο πρόσωπο φλόγες και πυκνοί καπνοί. Ζαλίστηκε, δεν μπορούσε να αναπνεύσει, και με κόπο κατάφερε να φωνάξει τους γείτονες να σπεύσουν για βοήθεια.

Όταν τελικά τα κατάφερε και μπήκε μέσα, αναζητούσε με τα μάτια κάτι ανάμεσα στις φλόγες που ακόμη κρατούσαν. Και τότε αντίκρισε κάτι που έκοβε την ανάσα κάθε ανθρώπου που το άκουγε. Η εικόνα της Παναγίας στεκόταν ανάμεσα στις φλόγες και στους καπνούς, με το γλυκύτατο μειδίαμά της.

Την κοιτούσε από μακριά χαμογελαστή, εντελώς ανέγγιχτη από τη φωτιά, χωρίς ούτε ίχνος καπνού πάνω στο πρόσωπό της. Έλαμπε ακριβώς όπως την είχε γυαλίσει η ίδια λίγες ώρες πριν, σαν να σεβάστηκαν οι φλόγες τη Θεοτόκο. Όλη η οικογένεια φύλαξε αυτό το θαύμα σαν πολύτιμο μαργαριτάρι μέσα στην καρδιά της.

Τον Ιανουάριο του χίλια εννιακόσια εξήντα πέντε, τέσσερις μοναχές κατέβηκαν στην Αθήνα με τον πόθο να ιδρύσουν ένα ησυχαστήριο. Έμεναν προσωρινά στο εξοχικό πατρικό μιας εξ αυτών, στα Μελίσσια, και αναζητούσαν τόπο κατάλληλο για το μοναστήρι τους. Είχαν στο νου τους να παραγγείλουν από το Άγιον Όρος μια εικόνα της Παναγίας της Γοργοεπηκόου, στο όνομα της οποίας θα αφιέρωναν το έργο.

Μια μέρα ήρθε να τις επισκεφθεί η Ιφιγένεια Αναπλιώτου, και καθώς ετοιμαζόταν να φύγει, έκανε λόγο για την οικογενειακή της εικόνα. Τους εξήγησε ότι την είχε φέρει από τη Σμύρνη και ότι ερχόταν πάντα στο πρωτότοκο παιδί της γενιάς. Όταν τη ρώτησαν ποιας Παναγίας ήταν, εκείνη απάντησε ότι ήταν η Γοργοεπήκοος, και οι μοναχές αναγάλλιασαν.

Της ζήτησαν να τους εμπιστευθεί την εικόνα, και εκείνη αρνήθηκε ευγενικά την πρώτη φορά. Προς το Πάσχα όμως τους έστειλε μήνυμα ότι θα τους έδινε την εικόνα όταν θα έχτιζαν το μοναστήρι. Είχε και η ίδια κρυφό πόθο να αφιερώσει εκκλησία στην Παναγία, χωρίς όμως να έχει την οικονομική δυνατότητα.

Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς οι μοναχές ζήτησαν την εικόνα για λίγο, ώστε να βγάλουν φωτογραφίες πριν την πρώτη υπαίθρια Λειτουργία. Όταν πήγαν να την επιστρέψουν, η Ιφιγένεια τους είπε με συγκίνηση να την κρατήσουν για πάντα. Από εκείνη την ευλογημένη ώρα η εικόνα της Γοργοεπηκόου βρίσκεται στα χέρια της αδελφότητας.

Η Λειτουργία στο Καπανδρίτι δεν τελέστηκε ποτέ, επειδή προέκυψαν διάφορα εμπόδια στην πορεία. Μια γυναίκα μάλιστα τους εξήγησε ότι είδε στον ύπνο της πως το μοναστήρι θα χτιζόταν επάνω σε μια οροσειρά. Έτσι κατέληξαν στη Μάνδρα, μαζί με δύο δικηγόρους και τον διοικητή της αστυνομίας Κηφισιάς.

Όταν η γυναίκα αντίκρισε από μακριά το βουνό, αναφώνησε ότι εκεί της είχε υποδείξει η Παναγία. Ανέβηκαν με πολύ κόπο στην κορυφή, σε τόπο απότομο, άνυδρο, γεμάτο πέτρες και θάμνους. Με θεϊκό σημάδι στην ηγουμένη επέλεξαν τελικά αυτή την τοποθεσία της Μάνδρας.

Ο αείμνηστος Νικόλαος Σταμίδης δώρισε αμέσως είκοσι πέντε στρέμματα στις μοναχές, ξεκινώντας ένα ολόκληρο ιερό έργο. Στις είκοσι πέντε Μαρτίου ανέβηκαν όλοι μαζί στην κορυφή και έστησαν ένα πρόχειρο προσκυνητάρι της Παναγίας. Κάθε μέρα οι μοναχές ξεκινούσαν από τα Μελίσσια, σκαρφάλωναν στο βουνό, και πάλευαν μόνες τους να ανοίξουν στοιχειώδες δρομάκι.

Τις Κυριακές κατέβαιναν είκοσι και τριάντα άνθρωποι από τη γύρω περιοχή και βοηθούσαν με προθυμία στις εργασίες. Ο Γιώργος Λιάσκος, κάτοικος του τόπου, είχε δει από τα δεκαέξι του χρόνια μια μυστηριώδη μοναχή στην κορυφή του βουνού. Την έβλεπαν συχνά και άλλοι τσέλιγκες και εργάτες που χτυπούσαν τα πεύκα για ρετσίνι.

Εκείνη του είχε πει ότι, όταν έρθει η ώρα, θα του ζητούσε να της δώσει και το άλλο μισό της κάπας. Μόλις λοιπόν αντίκρισε τις τέσσερις κοπέλες, κατάλαβε αμέσως τι σήμαιναν εκείνα τα παλιά λόγια. Πήγε λοιπόν και τους είπε ότι θα τους πρόσφερε το άλλο μισό οικόπεδο από τη νότια πλευρά.

Έφτιαξαν αρχικά ένα μικρό εκκλησάκι και εγκαταστάθηκαν εκεί τον Δεκέμβριο του χίλια εννιακόσια εξήντα έξι. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε η μοναστική ζωή στην ερημιά της Μάνδρας. Στην αρχή λίγοι ανέβαιναν να προσκυνήσουν, αλλά σιγά σιγά έρχονταν άνθρωποι με παράξενες εμπειρίες.

Έλεγαν ότι είδαν την Παναγία στον ύπνο τους να τους καλεί ως η Μαρία, η μητέρα του Μανώλη. Τους έλεγε πως μένει επάνω στα μεταλλεία του Σκαλιστήρη και τους ρωτούσε γιατί δεν πήγαιναν να την δουν. Αν και οι μοναχές ζούσαν μόνες τους στην απομόνωση, είχαν την Παναγία προστάτη και φύλακα.

Κάθε πρωί στην «Πάσα πνοή» και κάθε εσπερινό στο «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου», η εικόνα χτυπούσε σαν με ένα πετράδι. Ήταν το διακριτικό σημάδι ότι η Μητέρα του Κυρίου βρισκόταν εκεί παρούσα ανάμεσά τους. Ύστερα από πολλά εμπόδια, ο Μητροπολίτης Αττικής και Μεγαρίδος ζήτησε σχέδιο της μονής.

Υπέγραψε τελικά το διάταγμα της ίδρυσης, με βασιλική βούλα, μέσα στο έτος χίλια εννιακόσια εβδομήντα δύο. Στις έξι Αυγούστου του προηγούμενου έτους είχε ήδη μπει ο θεμέλιος λίθος του μοναστηριού. Δύο χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο, έγιναν τα εγκαίνια και ο Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός με αγιασμό.

Το χίλια εννιακόσια εξήντα οκτώ, στα νταμάρια της Πεντέλης, ο Σπυρίδων Καστανάς εργαζόταν δεμένος με σκοινιά λόγω του μεγάλου ύψους. Ξαφνικά τα σκοινιά κόπηκαν και ο εργάτης έπεσε από ψηλά, μπροστά στα μάτια των έντρομων συναδέλφων του. Έτρεξαν να τον περιμαζέψουν φοβούμενοι το χειρότερο, αλλά τον βρήκαν να κάθεται ήρεμος πάνω σε μια πέτρα.

Δεν είχε ούτε γρατζουνιά, και έβγαλε από την τσέπη του την εικόνα της Παναγίας της Γοργοεπηκόου. Τους είπε ότι την ώρα που έπεφτε, φώναξε μονάχα «Παναγία μου» με όλη του την ψυχή. Είδε τότε ολοφάνερα τη Θεοτόκο να τον βαστάζει στα χέρια της και έτσι δεν έπαθε απολύτως τίποτα.

Λίγο αργότερα, τον Νοέμβριο του χίλια εννιακόσια εξήντα εννέα, ο νεαρός Εμμανουήλ Κυριακουλάκης δούλευε σε μηχανουργείο στον Πειραιά. Μια μπουκάλα οξυγόνου εξερράγη και τύλιξε στις φλόγες τρεις εργάτες, εκ των οποίων ο ένας τελικά πέθανε. Ο Μανώλης νοσηλεύτηκε στο ΚΑΤ με βαρύτατα εγκαύματα και πνευμονία, και οι γιατροί απέλπισαν την οικογένεια.

Πέντε καθηγητές είπαν πως ήταν ζήτημα αν θα άντεχε μέχρι το πρωί. Η οικογένεια στράφηκε με ελπίδα στην Παναγία και η συγκάτοικος Άννα Σακελαράκη τους έδωσε την εικόνα της Γοργοεπηκόου. Την τοποθέτησαν επάνω στον άρρωστο, ενώ η θεία Ειρήνη Χριστοφορίδου επέστρεφε στο σπίτι κλαίγοντας από αγωνία.

Στον δρόμο είδε την εικόνα να μεγαλώνει μπροστά της και να της κλείνει το πέρασμα. Μια φωνή τής είπε καθαρά ότι ο Μανώλης θα γινόταν εντελώς καλά μέσα σε λίγο διάστημα. Έχασε αμέσως τη φωνή της, λύγισαν τα γόνατά της, και λιποθύμησε λίγα μέτρα μακριά από την πόρτα της.

Το πρωί στο νοσοκομείο βρήκαν τον νέο πολύ καλύτερα, και σε έναν μήνα ήταν τελείως υγιής. Χρόνια αργότερα, τον Μάιο του χίλια εννιακόσια ογδόντα έξι, ο Αντώνιος Καφούρος νοσηλευόταν στην Αυστραλία με κύστη στον εγκέφαλο. Η αδελφή του ανέβηκε τη Μεγάλη Παρασκευή στη Μονή της Μάνδρας και προσευχήθηκε με καυτά δάκρυα στη Γοργοεπήκοο.

Το ίδιο βράδυ, μετά τον Επιτάφιο, της τηλεφώνησαν ότι δεν χρειάστηκε καμία εγχείρηση. Οι γιατροί δεν βρήκαν πλέον τίποτα και ο αδελφός της ήταν εντελώς καλά. Το καλοκαίρι του χίλια εννιακόσια ογδόντα επτά, ο σύζυγος της Θέκλας Περιορέλλη υπέστη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Η κατάσταση χειροτέρευσε επικίνδυνα όταν προστέθηκε και πνευμονικό οίδημα μέσα στο νοσοκομείο της Νίκαιας. Ο γιατρός πληροφόρησε τη σύζυγο πως ο άντρας της πέθαινε και δεν υπήρχε πια καμία ιατρική ελπίδα. Εκείνη κρατούσε στα χέρια της μια μικρή εικόνα της Παναγίας της Γοργοεπηκόου, την οποία έδωσε στον ετοιμοθάνατο να ασπαστεί.

Βγήκε στον διάδρομο και παρακαλούσε τη Θεοτόκο να κάνει το θαύμα της, για τα παιδιά και για κείνη. Δεν πέρασαν δέκα λεπτά και ο γιατρός βγήκε έκπληκτος από την εντατική, φωνάζοντας ότι έγινε θαύμα. Τρία χρόνια αργότερα, στις δεκαέξι Δεκεμβρίου του χίλια εννιακόσια ενενήντα, ο σύζυγος της Σουζάνας Τροχαλάκη έπαθε έμφραγμα και εγκεφαλικό.

Μέσα στη νύχτα η γυναίκα βγήκε στην αυλή της, κοίταξε απέναντι το μοναστήρι, και ζήτησε βοήθεια από την Παναγία. Μετά από δέκα λεπτά ο σύζυγος συνήλθε και ρώτησε ποια ήταν η άγνωστη γυναίκα που μπήκε στο σπίτι τους. Η μυστηριώδης επισκέπτρια τού ζητούσε να φέρουν τα Άγια των Αγίων, δηλαδή τη Θεία Κοινωνία.

Κάλεσαν αμέσως τον ιερέα, ο σύζυγος κοινώνησε, και έπεσε σε βαθύ λήθαργο μέχρι το βράδυ. Όταν ξύπνησε, περιέγραψε μια ψηλή, μελαχρινή γυναίκα με μακριά ρούχα και μαντήλι στο κεφάλι. Είπε ότι έπειτα η γυναίκα έφυγε και πήγε να καθίσει απέναντι, πάνω σε ένα ψηλό ύψωμα.

Από εκείνη την ημέρα ο άντρας έγινε εντελώς καλά, χάρη στη θαυματουργική επέμβαση της Γοργοεπηκόου. Τον Νοέμβριο του χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, η Φραγκίσκα Γκέλη επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη μονή. Με τον σύζυγό της είχαν αγωνιστεί χρόνια ολόκληρα με εξετάσεις, φάρμακα και χειρουργεία για να αποκτήσουν παιδί.

Γονάτισε μπροστά στη θαυματουργή εικόνα και έκλαψε με λυγμούς, ζητώντας βοήθεια από τη Μητέρα του Θεού. Καθώς έφευγε, έταξε στην Παναγία τα δύο βραχιόλια της, ενώ ο σύζυγος έταξε τη βάπτιση του παιδιού στη μονή. Μετά από δύο εβδομάδες ήταν έγκυος, και τον Αύγουστο του επόμενου έτους κράτησαν στην αγκαλιά τους δίδυμα.

Επέστρεψαν στη μονή με δάκρυα χαράς και κρέμασαν τα βραχιόλια στην εικόνα γεμάτοι ευγνωμοσύνη. Έτσι η Παναγία η Γοργοεπήκοος συνεχίζει να ακούει και σήμερα κάθε καρδιά που στρέφεται με πίστη προς Εκείνη.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 08 Shtator

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Η Γέννηση της Υπεραγίας Θεοτόκου

Ένας άγγελος κατέβηκε από τον ουρανό για να αναγγείλει σε μια στείρα και γερασμένη μητέρα ότι θα γεννούσε την πιο ευλογημένη κόρη του κόσμου. Η Άννα, πνιγμένη στα δάκρυα, και ο Ιωακείμ, διωγμένος από…

Lexo jetën

Η Διήγηση της Αγάπης και του Νικήτα του Χαρτουλαρίου

Ένας Διάκονος έψαχνε απελπισμένος στις ερήμους έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να συμφιλιώσει ζωντανούς και νεκρούς. Ο Νικήτας ο Χαρτουλάριος, ένας απλός υπάλληλος μιας ευαγούς οικίας, άνοιγε με την προσευχή του τις κλεισμένες πύλες…

Lexo jetën

Η Εικόνα της Αγίας Σοφίας του Κιέβου

Πάνω σε ένα ασημένιο φεγγάρι πατά η Παναγία, ενώ γύρω της επτά Αρχάγγελοι κρατούν φλογισμένα σπαθιά, αστραπές και βασιλικά στέμματα. Κάτω από τα πόδια της απλώνεται μια σκάλα με επτά σκαλοπάτια, που οδηγούν στους…

Lexo jetën

Η Παναγία η Γαυριώτισσα του Παρνασσού

Κάτω από πελώρια δέντρα γαύρους, στα ριζά ενός βράχου του Παρνασσού, βρέθηκε με θαυμαστό τρόπο η ιερή εικόνα της Παναγίας. Από εκείνο ακριβώς το σημείο άρχισε να αναβλύζει νερό σαν αγίασμα, εκεί όπου σήμερα…

Lexo jetën

Η Παναγία η Γιάτρισσα του Ταϋγέτου

Ένας ετοιμοθάνατος φυματικός από το Γύθειο αρνήθηκε να ταξιδέψει στην Ελβετία και ανέβηκε στα χίλια μέτρα του Ταϋγέτου, για να ζητήσει θεραπεία από την Παναγία. Όταν επέστρεψε στους γιατρούς της Αθήνας, εκείνοι έμειναν άναυδοι,…

Lexo jetën

Η Παναγία η Πλατανιώτισσα και το θαύμα του Ιερού Πλατάνου

Μέσα στην κουφάλα ενός πελώριου πλατανιού, που ζει πάνω από χίλια χρόνια κοντά στα Καλάβρυτα, λειτουργεί ένας ολοζώντανος ναός της Θεοτόκου. Εκεί, στον φλοιό του δέντρου, βρίσκεται αχειροποίητη η μορφή της Παναγίας, πανομοιότυπη με…

Lexo jetën

Η Παναγία η Σκιαδενή της Ρόδου

Δύο ή τρεις ασκητές παρατήρησαν για πολλά βράδια ένα φως ανάμεσα στα πυκνά δέντρα του βουνού Σκιάδι και ανακάλυψαν εκεί την κρυμμένη εικόνα της Παναγίας. Όταν τη μετέφεραν στο ασκηταριό τους, εκείνη εξαφανιζόταν και…

Lexo jetën

Σύναξη της Παναγίας της Νάπης στην Κύπρο

Ένας κυνηγός ακολούθησε τα επίμονα γαβγίσματα του σκυλιού του και αντίκρισε μέσα σε μια κρυφή σπηλιά την ολόφεγγη εικόνα της Θεοτόκου. Η εικόνα είχε κρυφτεί εκεί στα ταραγμένα χρόνια της εικονομαχίας και έμεινε αλώβητη…

Lexo jetën
2