Ο Ιερομάρτυς Αθανάσιος ηγούμενος της Μονής Μπρεστ
Μέσα στη νύχτα ενός φθινοπώρου, μέσα σε ένα δάσος της Πολωνίας, ένας ηγούμενος έπεσε μόνος του μέσα στον λάκκο που του είχαν σκάψει οι δήμιοί του. Ο Άγιος Αθανάσιος του Μπρεστ θάφτηκε ζωντανός, χωμένος κάτω από χώμα και άμμο, επειδή αρνήθηκε να σιωπήσει απέναντι στην Ουνία. Γεννήθηκε γύρω στα χίλια πεντακόσια ενενήντα επτά μετά Χριστόν, σε μια Λευκορωσική οικογένεια πιστή στην Ορθοδοξία.
Η εποχή του σημαδεύτηκε από τη βίαιη επιβολή της Ουνίας, που είχε σφραγιστεί λίγο πριν από τη γέννησή του στο Μπρεστ. Οι Ορθόδοξοι κάτοικοι των ρωσικών εδαφών, που είχε καταλάβει η Πολωνική εξουσία, υπέφεραν διωγμούς και πιέσεις από τα Ιησουιτικά τάγματα. Πολλοί πλούσιοι περνούσαν στον Ρωμαιοκαθολικισμό για να κερδίσουν προνόμια, ενώ οι φτωχοί κατέφευγαν σε άγριες περιοχές.
Σε αυτό το βαρύ κλίμα μεγάλωσε ο μικρός Αθανάσιος, αποκτώντας υψηλή μόρφωση και μαθαίνοντας ρωσικά, πολωνικά, ελληνικά και λατινικά. Για ένα διάστημα εργάστηκε ως δάσκαλος στα σπίτια Πολωνών εμπόρων, γνωρίζοντας από κοντά τη νοοτροπία των ισχυρών της εποχής του. Η ψυχή του όμως ποθούσε τη μοναχική ζωή και την υπεράσπιση της πατρώας πίστεως, και έτσι ετοιμαζόταν σιωπηλά για τον δρόμο της θυσίας του.
Σε ηλικία τριάντα ετών, το χίλια εξακόσια είκοσι επτά μετά Χριστόν, ο Αθανάσιος έλαβε το μοναχικό σχήμα κάτω από τον ηγούμενο Ιωσήφ, στη Μονή του Αγίου Πνεύματος στο Βίλνο. Από εκεί τον έστειλαν στο μοναστήρι Κουπιάτσκι, και στον δρόμο συνάντησε έναν ανάπηρο, τον οποίο σήκωσε στους ώμους του με αγάπη. Εκείνος ο φτωχός άνθρωπος τού δίδαξε τη νοερά αδιάλειπτη προσευχή του Χριστού, που έγινε για τον Άγιο πνευματική παρακαταθήκη.
Στο μοναστήρι Κουπιάτσκι φυλασσόταν η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που είχε εμφανιστεί στον τόπο εκείνο πολλά χρόνια νωρίτερα. Η εικόνα αυτή σφράγισε όλη την μετέπειτα πορεία του Οσίου με τρόπο μυστικό και προσωπικό. Κάποια φορά άκουσε φωνή από την εικόνα, που του ζητούσε να πάει στη Μόσχα και να ζητήσει βοήθεια από τον αυτοκράτορα της Ρωσίας.
Ο Αθανάσιος υπάκουσε με προθυμία και πέτυχε όσα του υπέδειξε η Θεοτόκος. Μετά την επιστροφή του, με παράκληση των αδελφών, χειροτονήθηκε ιερομόναχος το χίλια εξακόσια τριάντα δύο. Λίγο αργότερα έγινε ηγούμενος της Μονής του Αγίου Συμεών στο Μπρεστ, για να σηκώσει εκεί τον σταυρό μιας ολόκληρης διωκόμενης Εκκλησίας.
Η ζωή του πια ανήκε στους πιστούς που υπέφεραν. Το χίλια εξακόσια σαράντα επτά ο Όσιος ταξίδεψε στη Βαρσοβία, στον βασιλιά της Πολωνίας Βλαδίσλαβο, και κατάφερε να εξασφαλίσει προνόμια και ελευθερία για τις ορθόδοξες κοινότητες του Μπρεστ. Οι τοπικές αρχές όμως αρνήθηκαν να εφαρμόσουν τη βασιλική απόφαση και απαίτησαν να γίνουν όλοι Ουνίτες.
Η ανώτατη ορθόδοξη ιεραρχία της Βαρσοβίας έμεινε αδιάφορη απέναντι σε αυτό το βαρύ ζήτημα. Ο Αθανάσιος προσευχόταν μόνος, με στενοχώρια και πόνο, ζητώντας φωτισμό από τον Θεό για τη συνέχεια. Καθώς διάβαζε κάποτε τον Ακάθιστο Ύμνο, άκουσε φωνή της Παναγίας που τον προέτρεπε να ελέγξει τη Βουλή με τη βοήθεια της εικόνας της.
Έδωσε τότε σε όλα τα μέλη της Βουλής μικρές εικόνες της Θεοτόκου, με λόγια προειδοποίησης για την τιμωρία του Θεού. Μίλησε με θάρρος μπροστά στον ίδιο τον βασιλιά υπέρ της ορθοδόξου πίστεως. Η παρρησία του εξόργισε τους Ουνίτες ιεράρχες και τους πολιτικούς άρχοντες.
Τον αποκάλεσαν τρελό, τον φυλάκισαν, τον καθαίρεσαν από ιερέα και τον έστειλαν για δίκη στον Μητροπολίτη Κιέβου Πέτρο Μογίλα. Ο φωτισμένος εκείνος ιεράρχης τον δικαίωσε και χαρακτήρισε άδικη την απόφαση της Βαρσοβίας. Ο Όσιος επέστρεψε στο μοναστήρι του γεμάτος ευγνωμοσύνη προς τον Θεό.
Για δέκα ολόκληρα χρόνια ο Άγιος ζούσε ανάμεσα σε ανθρώπους με κακή διάθεση απέναντί του και αγωνιζόταν αδιάκοπα για την Ορθοδοξία. Άκουσε ξανά φωνή της Παναγίας που τον προέτρεπε να μιλήσει εκ νέου ενώπιον της Βουλής εναντίον της Ουνίας. Δεν πρόλαβε όμως να φτάσει, γιατί τον συνέλαβαν και τον μετέφεραν σιδηροδέσμιο στη Βαρσοβία.
Τον υποπτεύθηκαν άδικα για συνεργασία με τη Μόσχα, χωρίς να βρουν κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο εις βάρος του. Μέσα από τη φυλακή έγραψε γράμμα στον βασιλιά, υπενθυμίζοντας την παλιά υπόσχεσή του προς την Ορθόδοξη Εκκλησία. Μετά τον θάνατο του Μητροπολίτη Πέτρου Μογίλα, ο Αθανάσιος επέστρεψε για λίγο στο μοναστήρι του με την ψυχή του γεμάτη ειρήνη.
Την πρώτη Ιουλίου του χίλια εξακόσια σαράντα οκτώ ήρθαν στρατιώτες και τον συνέλαβαν για τρίτη και τελευταία φορά. Του είπαν ότι παραμέρισε την αγία Ουνία, και ο Όσιος έκανε τον σταυρό του και επανέλαβε τα λόγια του. Τον έκλεισαν στη φυλακή του κάστρου και μετά τον μετέφεραν στη μεγαλύτερη φυλακή πίσω από την πόλη.
Οι Ιησουίτες μοναχοί τον επισκέπτονταν συνεχώς και τον πίεζαν να αρνηθεί την Ορθοδοξία. Η απάντησή του παρέμενε σταθερή και ατάραχη. Ο Άγιος αποκρίθηκε στους Ιησουίτες πως, όπως εκείνοι αγαπούν τις ανέσεις του κόσμου, έτσι ο ίδιος αγαπά τώρα να πεθάνει για την Ορθοδοξία.
Ο διευθυντής των φυλακών τον παρέδωσε ολοκληρωτικά στα χέρια τους, λέγοντας να κάνουν με αυτόν ό,τι θέλουν. Τον μετέφεραν στο δάσος και τον βασάνισαν με φωτιά, προσπαθώντας να λυγίσουν την σιδερένια του πίστη. Έπειτα κάλεσαν έναν οπλοφόρο στρατιώτη και ετοίμασαν δίπλα του τον λάκκο.
Για τελευταία φορά τον προέτρεψαν να αλλάξει τις απόψεις του, και εκείνος αποκρίθηκε ότι θα πεθάνει με όσα είχε πει νωρίτερα. Ο στρατιώτης πυροβόλησε, αλλά ο Άγιος έμεινε όρθιος, στηριγμένος στο δέντρο που βρισκόταν πίσω του. Τότε αποφάσισαν να τον ρίξουν στον λάκκο για να τελειώσουν το έργο τους.
Ο Όσιος σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και έπεσε σιγά σιγά μόνος του μέσα. Επάνω του έριξαν χώμα και άμμο ενώ ήταν ακόμη ζωντανός, και έτσι ξαπλωμένον τον βρήκαν αργότερα. Εκείνη τη νύχτα στο Μπρεστ οι μοναχοί και πολλοί πιστοί έμειναν άγρυπνοι, σαν να αισθάνονταν μυστικά τη θυσία του πατέρα τους.
Το μαρτύριό του συντελέστηκε τη νύχτα της τέταρτης προς πέμπτη Σεπτεμβρίου του χίλια εξακόσια σαράντα οκτώ. Την πρώτη Μαΐου οι μοναχοί βρήκαν το ιερό σώμα του ομολογητή και μάρτυρος Αθανασίου μέσα στη γη. Το πήραν νύχτα με ευλάβεια και την επόμενη ημέρα το έθαψαν στο Μοναστήρι του Μπρεστ, ψάλλοντας με δάκρυα.
Το σώμα του Αγίου παρέμεινε άφθαρτο, μαρτυρώντας στους πιστούς τη δόξα με την οποία τον τίμησε ο Θεός. Το χίλια οκτακόσια δεκαοκτώ, λόγω μεγάλης πυρκαγιάς, το ιερό λείψανο κάηκε σχεδόν ολοκληρωτικά μέσα στον ναό. Ένα μέρος του όμως διασώθηκε από τη φωτιά και φυλάσσεται μέχρι σήμερα στην Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στο Μπρεστ.
Ο βίος του γράφτηκε για πρώτη φορά τον δέκατο έβδομο αιώνα από μοναχούς που γνώριζαν προσωπικά το μαρτύριο και την προσευχητική του πορεία. Η ανακομιδή των ιερών του λειψάνων έγινε στις είκοσι Ιουλίου του χίλια εξακόσια εβδομήντα εννέα. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του δύο φορές κάθε χρόνο, στις είκοσι Ιουλίου και στις πέντε Σεπτεμβρίου.
Ο Άγιος Αθανάσιος υπήρξε ακοίμητος φύλακας της Ορθοδοξίας μέσα σε εποχή σκληρών δοκιμασιών και βίαιων μεταστροφών. Η ζωή του δείχνει πως η πίστη δεν λυγίζει ούτε στη φυλακή, ούτε στη φωτιά, ούτε στον λάκκο. Στέκεται όρθια, στηριγμένη στον Χριστό και στη Μητέρα Του.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 05 Shtator
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Ζαχαρίας και Ελισάβετ, οι γονείς του Προδρόμου
Μέσα στον ναό του Σολομώντα, ανάμεσα στο θυσιαστήριο και τα Άγια των Αγίων, σφαγιάστηκε ένας γέροντας ιερέας από τα στρατιώματα του Ηρώδη. Το αίμα του πήξε πάνω στο μάρμαρο και έμεινε σκληρό σαν πέτρα,…
Lexo jetënΗ μαρτυρική τελείωση του αγίου πρίγκιπα Γκλεμπ
Ο μάγειρας του ίδιου του πρίγκιπα έγινε ο δήμιός του, σφάζοντάς τον με μαχαίρι κοντά στο Σμολένσκ, μέσα στο ίδιο του το πλοιάριο. Ο νεαρός Γκλεμπ δεν αντιστάθηκε καθόλου, παρά παρακάλεσε μόνο με πραότητα…
Lexo jetënΤο φλεγόμενο καράβι των ογδόντα μαρτύρων
Ογδόντα κληρικοί μπήκαν σε ένα καράβι νομίζοντας πως πηγαίνουν στην εξορία, όμως οι ναύτες έβαλαν φωτιά και κατέβηκαν κρυφά σε μια βάρκα. Το πλοίο έπλεε αναμμένο σαν τεράστιο κερί μέσα στη θάλασσα, ώσπου άγγιξε…
Lexo jetën