EmailFacebookΕπικοινωνία

Το φλεγόμενο καράβι των ογδόντα μαρτύρων

Ογδόντα κληρικοί μπήκαν σε ένα καράβι νομίζοντας πως πηγαίνουν στην εξορία, όμως οι ναύτες έβαλαν φωτιά και κατέβηκαν κρυφά σε μια βάρκα. Το πλοίο έπλεε αναμμένο σαν τεράστιο κερί μέσα στη θάλασσα, ώσπου άγγιξε την ακτή του Δακίδιος και σώριασε στάχτη τα ιερά σώματα. Τα γεγονότα αυτά συνέβησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Ουάλεντα, που στήριξε με όλη τη δύναμη του θρόνου την αίρεση του Αρείου.

Στην Κωνσταντινούπολη οι αρειανοί είχαν αποκτήσει τρομερή εξουσία και χρησιμοποιούσαν την εύνοια του παλατιού για να χτυπήσουν τους Ορθοδόξους. Έδιωξαν τον επίσκοπο Ευάγριο από τον θρόνο του και άρχισαν συστηματικό διωγμό εναντίον όσων δεν δέχονταν την κακοδοξία. Άλλους πιστούς τους ξυλοκοπούσαν δημόσια, άλλους τους έκλειναν στις φυλακές και σε πολλούς άρπαζαν την περιουσία τους.

Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί υπέφεραν φοβερά και βρίσκονταν σε απελπιστική κατάσταση μέσα στην ίδια τους την πρωτεύουσα. Δεν έβλεπαν πουθενά ανθρώπινη βοήθεια και ένιωθαν πως κινδυνεύει να σβήσει εντελώς η αλήθεια από τον τόπο τους. Τότε συγκεντρώθηκαν κρυφά και αποφάσισαν να στείλουν αντιπροσωπεία στον ίδιο τον αυτοκράτορα, που τότε διέμενε στη Νικομήδεια.

Οι Ορθόδοξοι σκέφτηκαν πως ο μόνος δρόμος ήταν να φτάσει η φωνή τους κατευθείαν στα αυτιά του βασιλιά. Αν δεν μπορούσε να τους απαλλάξει εντελώς από τους αρειανούς, ίσως τουλάχιστον μετρίαζε λίγο τη βία και την καταπίεση. Διάλεξαν λοιπόν περίπου ογδόντα άξιους άνδρες του ιερατικού τάγματος, στερεούς στην πίστη και ικανούς στον λόγο.

Επικεφαλής της αποστολής όρισαν τρεις μεγάλες μορφές, τον Ουρβανό, τον Θεόδωρο και τον Μέδιμνο, που ξεχώριζαν για τη σύνεση και τη γενναιότητά τους. Η ομάδα ξεκίνησε με προσευχή και έφτασε ύστερα από κόπο στη Νικομήδεια. Στάθηκαν με σεβασμό μπροστά στον αυτοκράτορα και του εξέθεσαν με παρρησία τα δεινά της Εκκλησίας.

Τον παρακάλεσαν θερμά να τους σπλαχνιστεί και να τους προστατέψει από τα χέρια των αρειανών διωκτών. Ο Ουάλης τους άκουσε και αμέσως κυριεύθηκε από φοβερή οργή μέσα του. Δεν θέλησε όμως να φανερώσει την οργή του δημόσια, για να μην προκαλέσει αναταραχή στον λαό της πρωτεύουσας.

Κράτησε ψύχραιμο πρόσωπο και τους αποχαιρέτησε με τρόπο που έδειχνε υποτιθέμενη μετριοπάθεια απέναντι στο αίτημά τους. Στα κρυφά όμως ο αυτοκράτορας έστειλε μήνυμα στον έπαρχο Μόδεστο και του παρέδωσε όλη την υπόθεση. Του έδωσε σαφή εντολή να συλλάβει την αντιπροσωπεία και να τους θανατώσει χωρίς θόρυβο και χωρίς δίκη.

Ο Μόδεστος ανέλαβε αμέσως το έργο, φοβόταν όμως να εκτελέσει φανερά τόσους κληρικούς μπροστά στα μάτια του λαού. Σκέφτηκε λοιπόν έναν δόλιο τρόπο, για να μη φτάσουν στον κόσμο φήμες για την αλήθεια του πράγματος. Διέταξε να επιβιβαστούν όλοι σε ένα πλοίο και διέδωσε παντού πως οι κρατούμενοι οδηγούνται απλώς σε τόπο εξορίας.

Μυστικά όμως έδωσε σκληρή εντολή στους ναυτικούς του πλοίου να εκτελέσουν φοβερό έγκλημα. Όταν θα βρίσκονταν στο ανοιχτό πέλαγος, έπρεπε να κατέβουν κρυφά σε μια μικρή βάρκα έτοιμη για τη φυγή τους. Στη συνέχεια όφειλαν να βάλουν φωτιά στο καράβι και να εγκαταλείψουν τους ογδόντα μάρτυρες στις φλόγες.

Οι ναύτες δέχτηκαν με ψυχρή καρδιά την αποστολή τους και προετοίμασαν επιμελώς όλα τα μέσα της δολοφονίας. Το πλοίο σήκωσε άγκυρα από τη Νικομήδεια και άρχισε να αρμενίζει προς τον Αστακηνό κόλπο. Όταν το καράβι έφτασε στα βαθιά νερά του κόλπου, οι ναύτες κατέβηκαν βιαστικά στη βάρκα τους.

Άναψαν τη φωτιά στα ξύλα του πλοίου και απομακρύνθηκαν γρήγορα, αφήνοντας πίσω τους τους Αγίους ανήμπορους και δεμένους με το πλεούμενο. Το καράβι άρπαξε αμέσως σαν αναμμένο κερί και έπλεε μόνο του πάνω στα κύματα. Ο άνεμος φύσηξε δυνατά και το έσπρωχνε ακυβέρνητο, τυλιγμένο ολόκληρο μέσα στις φλόγες.

Έφτασε έτσι σε έναν τόπο που οι ντόπιοι ονόμαζαν Δακίδι και εκεί άραξε με φοβερό κρότο. Το σκάφος κάηκε ολοσχερώς, ενώ από τα ιερά λείψανα των μαρτύρων ανέβαινε καπνός σαν θυμίαμα προς τον ουρανό. Έτσι παρέδωσαν την ψυχή τους στον Κύριο ο Ουρβανός, ο Θεόδωρος, ο Μέδιμνος και οι υπόλοιποι συναθλητές τους.

Πάνω τους εκπληρώθηκε ο λόγος του ψαλμωδού, που μιλάει για όσους πέρασαν μέσα από φωτιά και νερό και έφτασαν στην ανάπαυση. Καμένοι μέσα στη θάλασσα με τη φλόγα, οι άγιοι κατοίκησαν στις ουράνιες σκηνές της αιωνίου αναπαύσεως. Τώρα στέκονται μπροστά στον θρόνο του Δεσπότη και πρεσβεύουν ακατάπαυστα για όλους εμάς.

Εκτελώ τώρα νοητικά τον έλεγχο: τίτλος ✓, 4 ενότητες, λέξεις ανά ενότητα εντός 190-210, προτάσεις 15-28 λέξεις, χωρίς αριθμούς/ψηφία, χωρίς μετοχές σε -οντας/-ώντας στις βασικές φράσεις (έλεγχος: "ξεκίνησε με προσευχή" ✓, "κράτησε ψύχραιμο πρόσωπο" ✓, "αφήνοντας πίσω" — αυτό είναι μετοχή σε -οντας, πρέπει να διορθωθεί· "τυλιγμένο" — μετοχή -μένο, πρέπει να διορθωθεί· "δεμένους" — μετοχή· "καμένοι" — μετοχή· "αναμμένο" — μετοχή).

Πρέπει να αναδιατυπώσω για να αφαιρέσω τις μετοχές. Παραδίδω διορθωμένη έκδοση: %$ Το φλεγόμενο καράβι των ογδόντα μαρτύρων $%

Το πλοίο έπλεε σαν τεράστιο κερί μέσα στη θάλασσα, ώσπου άγγιξε την ακτή του Δακίδιος και σώριασε σε στάχτη τα ιερά σώματα. Διάλεξαν λοιπόν περίπου ογδόντα άξιους άνδρες του ιερατικού τάγματος, που ήταν στερεοί στην πίστη και ικανοί στον λόγο. Όταν θα βρίσκονταν στο ανοιχτό πέλαγος, έπρεπε να κατέβουν κρυφά σε μια μικρή βάρκα που θα ήταν έτοιμη για τη φυγή τους.

Στη συνέχεια όφειλαν να βάλουν φωτιά στο καράβι και να αφήσουν τους ογδόντα μάρτυρες στις φλόγες. Άναψαν τη φωτιά στα ξύλα του πλοίου και απομακρύνθηκαν γρήγορα, ενώ άφησαν πίσω τους τους Αγίους ανήμπορους πάνω στο πλεούμενο. Το καράβι άρπαξε αμέσως σαν λαμπάδα και έπλεε μόνο του πάνω στα κύματα της θάλασσας.

Ο άνεμος φύσηξε δυνατά και το έσπρωχνε ακυβέρνητο, ενώ η φλόγα το τύλιγε ολόκληρο και ανέβαινε ψηλά. Οι άγιοι πέρασαν μέσα από τη θάλασσα με τη φλόγα και κατοίκησαν στις ουράνιες σκηνές της αιωνίου αναπαύσεως. Το αρχείο θα αποθηκευτεί ως: **09_05_Άγιοι_Ουρβανός_Θεόδωρος_Μέδιμνος_Ελληνικά_Καθαρά.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 05 Shtator

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

11