EmailFacebookΕπικοινωνία

Η Αχειροποίητος Εικόνα του Χριστού στα Καμουλιανά

Μέσα σε ένα ταπεινό σπίτι της Καππαδοκίας, μια ειδωλολάτρισσα γυναίκα είδε τον ίδιο τον Χριστό να νίβει το πρόσωπό του και να αποτυπώνει τη μορφή του πάνω σε λευκό μαντήλι. Εκατό χρόνια αργότερα, ο επίσκοπος που έσκαψε τον τοίχο του σπιτιού της βρήκε το καντήλι ακόμη αναμμένο και το θυμιατό να ευωδιάζει. Η ιστορία αυτή αποδίδεται στον Γρηγόριο Νύσσης, αν και η πατρότητα του κειμένου ανήκει σε μεταγενέστερο συγγραφέα.

Στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, γύρω στο διακόσια ογδόντα εννέα μετά Χριστόν, ζούσε στα Καμουλιανά μια αρχοντική γυναίκα ονόματι Βάσσα. Ο σύζυγός της Κάμουλος ήταν τοπάρχης της περιοχής και άπιστος, που εκτελούσε με ζήλο τις διαταγές του αυτοκράτορα για διωγμό των χριστιανών. Η Βάσσα όμως φωτίστηκε κρυφά από τη θεία χάρη και αναγνώρισε τον αληθινό Θεό μέσα στην καρδιά της.

Φύλαγε την πίστη της κρυμμένη από φόβο προς τον σκληρό σύζυγό της, ζώντας σε αγρυπνίες, νηστείες και θερμές προσευχές. Παρακαλούσε καθημερινά τον Κύριο να την αξιώσει του αγίου βαπτίσματος, κρατώντας την ψυχή και το σώμα της σε καθαρότητα και παρθενία. Μια νύχτα, καθώς προσευχόταν με δάκρυα και συντετριμμένη καρδιά, άκουσε τη φωνή του Κυρίου να της μιλά απευθείας.

Ο Χριστός την παρηγόρησε λέγοντας ότι κατέβηκε από τους ουρανούς για τη σωτηρία των ανθρώπων και τώρα έρχεται και προς εκείνη. Της παρήγγειλε να ετοιμάσει μέσα σε στολισμένο δωμάτιο μια καθαρή τράπεζα με λευκό μαντήλι και αγγείο γεμάτο νερό. Η Βάσσα έκανε με προσοχή όσα της είπε η θεία φωνή και έπεσε στο έδαφος έξω από το δωμάτιο.

Κατά την πέμπτη φυλακή της νυκτός κατέβηκε ο Δεσπότης Χριστός μαζί με όλες τις ουράνιες δυνάμεις, που έψαλλαν τον επινίκιο ύμνο. Ο ίδιος που είχε νίψει κάποτε τα πόδια των μαθητών του, ένιψε τώρα το άγιο πρόσωπό του με το νερό του αγγείου. Έπειτα σπόγγισε τη θεανδρική μορφή του με το καθαρό μαντήλι που είχε ετοιμάσει η ευλαβική γυναίκα.

Αμέσως αποτυπώθηκε πάνω στο ύφασμα ο πανάγιος χαρακτήρας του προσώπου του, ολοζώντανος και αληθινός. Η Βάσσα ευχαρίστησε τον Κύριο με ασταμάτητη χαρά και δάκρυα, χωρίς να μπορεί να χορτάσει από τη θέα του θαύματος. Από εκείνη τη στιγμή η γυναίκα μετονομάστηκε Ακυλίνα και θεωρήθηκε αξία της θείας αποκαλύψεως.

Έκρυψε τον άγιο χαρακτήρα του Κυρίου σε μια γωνιά του σπιτιού της, καθώς φοβόταν ακόμη τον άπιστο σύζυγό της. Τιμούσε όμως καθημερινά την εικόνα με ευλάβεια και άναβε καντήλι μπροστά της και θυμίαμα. Όταν προγνώρισε την κοίμησή της, φρόντισε με σύνεση για το ιερό κειμήλιο που είχε δεχθεί από τον ουρανό.

Έγραψε όλη την ιστορία της θαυμαστής αποκαλύψεως και τοποθέτησε το έγγραφο μαζί με την άγια εικόνα. Έπειτα σφράγισε προσεκτικά τον τόπο μέσα στον τοίχο, ώστε να παραμείνει κρυμμένος ο θησαυρός. Πέρασαν περισσότερα από εκατό χρόνια μέσα σε σιωπή και αναμονή, ώσπου ο Θεός αποκάλυψε το μυστικό.

Στα χρόνια του ευσεβούς αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου, γύρω στο τριακόσια ενενήντα δύο μετά Χριστόν, ο επίσκοπος Γρηγόριος έλαβε θεία αποκάλυψη. Πληροφορήθηκε με ακρίβεια ότι μέσα στο σπίτι της Ακυλίνας στα Καμουλιανά βρισκόταν κρυμμένη η αχειροποίητος εικόνα του Σωτήρα. Έσπευσε αμέσως στον υποδειγμένο τόπο, γεμάτος συγκίνηση και ευλάβεια για το μέγα μυστήριο που τον περίμενε.

Όταν έσκαψε τον τοίχο του σπιτιού, βρήκε ένα μικρό σεντούκι όπου φυλασσόταν η ιερή εικόνα του Κυρίου. Μέσα ακριβώς στον τόπο αυτόν είδε το καντήλι να καίει ακόμη ζωντανό, αν και είχαν περάσει πάνω από εκατό χρόνια από την τοποθέτησή του. Δίπλα βρήκε επίσης ένα μικρό θυμιατό που εξακολουθούσε να ευωδιάζει με την ίδια λεπτή και ουράνια οσμή.

Ο ίδιος ο επίσκοπος είδε με τα μάτια του το μέγα αυτό θαύμα και θέλησε να το φανερώσει σε όλους τους πιστούς. Πήρε με δέος τον αχειροποίητο χαρακτήρα του Κυρίου και τον μετέφερε με τιμή στη μητρόπολη της Καισαρείας. Από εκεί άρχισαν να συμβαίνουν πλήθος ιατρειών, που θύμιζαν τα θαύματα της ενανθρωπήσεως του Σωτήρα.

Τυφλοί έβλεπαν ξανά το φως, χωλοί περπατούσαν, παράλυτοι σηκώνονταν και δαιμονισμένοι ελευθερώνονταν από τα δεσμά τους. Έτσι φανερώθηκε το πλήρωμα της χάριτος και η δωρεά του Αγίου Πνεύματος προς τους ευσεβείς πιστούς. Ο Λόγος του Ανάρχου Πατρός, αυτός που σαρκώθηκε για χάρη μας, ζει και βασιλεύει στους αιώνες.

Η νέα Βηθλεέμ των Καμουλιανών έγινε έτσι τόπος προσκυνήματος και μαρτυρίας της άπειρης φιλανθρωπίας του Θεού προς τους ταπεινούς ανθρώπους.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 09 Gusht

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιγνάτιος της Ιαμπλέτσνα

Μέσα στη φλεγόμενη μονή, ένας γέροντας μοναχός έτρεξε στο καμπαναριό για να χτυπήσει την καμπάνα και να ειδοποιήσει τους κατοίκους της περιοχής. Εκεί, πάνω στο σχοινί της καμπάνας, οι Γερμανοί στρατιώτες τον χτύπησαν με…

Lexo jetën

Ο Όσιος Ψόης και η συνάντηση με τον Χριστό

Δύο φορές ο Όσιος Ψόης κράτησε στα χέρια του τον ίδιο τον Χριστό χωρίς αρχικά να τον αναγνωρίσει, μία πλένοντας τα πληγωμένα από καρφιά πόδια ενός ξένου ταξιδιώτη. Άλλη φορά πάλι σήκωσε στους ώμους…

Lexo jetën

Οι Μάρτυρες των Χαλκών Πυλών

Πάνω από τις Χαλκές Πύλες της Κωνσταντινούπολης δέσποζε μια θαυματουργή χάλκινη εικόνα του Σωτήρα, που στεκόταν εκεί από τα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Όταν ο αυτοκράτορας έστειλε στρατιώτη να την ξεκρεμάσει, ένα πλήθος πιστών…

Lexo jetën
1