Όσιος Χριστόδουλος, ο φωτεινός κτήτορας της Πάτμου
Έφυγε κρυφά από το σπίτι του την παραμονή των αρραβώνων, για να μη χάσει την ψυχή του στον κόσμο. Λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος νέος θα έπαιρνε από τον αυτοκράτορα ένα ολόκληρο νησί, την Πάτμο, για να το αφιερώσει στον Ιωάννη τον Θεολόγο. Γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό της Βιθυνίας γύρω στο χίλια είκοσι, σε χρόνια ταραγμένα για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Από μικρός έλαμψε στα γράμματα και έμαθε να περιφρονεί τα πρόσκαιρα και να προτιμά τα αιώνια. Όταν οι γονείς του ετοίμασαν παρά τη θέλησή του τους αρραβώνες με μια κοπέλα από καλή οικογένεια, εκείνος έφυγε στον Όλυμπο της Βιθυνίας. Εκεί έγινε υποτακτικός σε έναν γέροντα ξακουστό για τη σοφία και τη γνώση των θείων πραγμάτων.
Έλαβε το αγγελικό σχήμα με το όνομα Χριστόδουλος και προσπαθούσε να μιμηθεί σε όλα τον πνευματικό του πατέρα. Τον έβλεπε σαν ζωντανή εικόνα του Χριστού και τον ακολουθούσε με βαθιά ευλάβεια. Δάμασε το σώμα του με σκληρή νηστεία και περνούσε ολόκληρες τις νύχτες του στην προσευχή και τη μετάνοια.
Όταν ο γέροντάς του εκοιμήθη, ύστερα από τρία χρόνια κοινής ασκητικής ζωής, ο νεαρός μοναχός φοβήθηκε μήπως οι δικοί του τον ξαναπάρουν στον κόσμο. Έτσι ξεκίνησε προσκύνημα στη Ρώμη και ασπάστηκε με κατάνυξη τα λείψανα των αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Εκείνοι του φανέρωσαν σε όνειρο τη μελλοντική του πορεία και την αποστολή που τον περίμενε.
Από εκεί κατέβηκε στους Αγίους Τόπους και έζησε με τους ασκητές μέσα στις άγριες ερήμους της Παλαιστίνης. Ύστερα μπήκε σε κοινόβιο μοναστήρι, όπου διακρίθηκε για την υπακοή και την ταπείνωσή του απέναντι σε όλους. Όμως η απειλή της εισβολής των Σαρακηνών τον ανάγκασε να αναχωρήσει με άλλους αδελφούς για τη Μικρά Ασία.
Βρήκε καταφύγιο στο φωτεινό μοναστικό κέντρο του Λάτρους και ξανάρχισε με μεγάλο ζήλο τους ασκητικούς του αγώνες. Οι συμμοναστές του τον θαύμαζαν για την εγκράτεια και τη διάκρισή του στις δύσκολες ώρες. Τρεφόταν με κριθάρινο ψωμί και νερό, αλλά στις μεγάλες γιορτές δοκίμαζε από όλα τα φαγητά.
Έτσι έδειχνε ότι δεν συμφωνούσε με τους αιρετικούς Μανιχαίους, που περιφρονούσαν τα δώρα του Θεού. Οι μοναχοί κατάλαβαν τη διάκριση του οσίου και ζήτησαν με επιμονή να τον εκλέξουν ηγούμενο της αδελφότητας. Στην αρχή αρνήθηκε, από φόβο μήπως χάσει τον πολύτιμο θησαυρό της ησυχίας και της προσευχής.
Τελικά υποχώρησε στην παράκληση του πατριάρχη Κοσμά του Πρώτου και ανέλαβε με ταπείνωση τη φροντίδα των αδελφών. Άρχισε αμέσως να διορθώνει κάποιες παρατυπίες στη λειτουργία της μονής και να στηρίζει τους αδύναμους. Όμως η απειλητική προέλαση των Σελτζούκων Τούρκων, μετά την ολέθρια μάχη του Ματζικέρτ, ανέτρεψε γρήγορα την ησυχία της περιοχής.
Έπειτα από τρία χρόνια ο όσιος αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το αξίωμα και αποτραβήχτηκε ξανά στην έρημο. Πέρασε σε ένα από τα μοναστήρια της Στροβίλου και ύστερα δέχτηκε πρόταση του ηγουμένου Αρσενίου Σκηνουρή. Ανέλαβε το μετόχι της μονής στο νησί της Κω, όπου ίδρυσε καινούριο μοναστήρι αφιερωμένο στην Παναγία τη Θεοτόκο.
Όμως οι συνεχείς επισκέψεις των πιστών τάραζαν τη σιωπή του και δεν τον άφηναν να αφοσιωθεί στη νοερά προσευχή. Έτσι ξεκίνησε νέα αναζήτηση για τόπο πιο κατάλληλο στη θεωρητική και ησυχαστική ζωή. Ύστερα από πολλές αναζητήσεις βρήκε τον τόπο που λαχταρούσε η καρδιά του, το έρημο νησί της Πάτμου.
Εκεί κάποτε ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος εξορίστηκε και δέχτηκε τις θείες αποκαλύψεις της Αποκάλυψης. Έφυγε αμέσως για την Κωνσταντινούπολη και ζήτησε από τον αυτοκράτορα Αλέξιο τον Πρώτο τον Κομνηνό μια έκταση γης για μοναστήρι. Ο αυτοκράτορας τον εκτιμούσε για την αγιότητα και τον φωτισμένο τρόπο ζωής του και του πρότεινε κάτι διαφορετικό.
Του ζήτησε να αναλάβει τη φροντίδα των μοναχών του όρους Ζαγοράς στη Θεσσαλία, που είχαν μείνει χωρίς πνευματικό πατέρα. Ο όσιος του απάντησε ότι ποθούσε μόνο έναν τόπο ήσυχο και μακριά από τις φροντίδες του κόσμου. Όμως από αγάπη στην υπακοή υποσχέθηκε να συντάξει για εκείνους τους μοναχούς έναν κανόνα κοινοβιακής ζωής.
Αν δέχονταν με προθυμία τις εντολές, τότε θα αναλάμβανε και την πνευματική τους καθοδήγηση. Έτσι έδειξε ότι σεβόταν την αυτοκρατορική παράκληση χωρίς να προδίδει την κλίση της δικής του καρδιάς. Η διάκριση και η ταπείνωσή του φάνηκε καθαρά σε αυτή τη δύσκολη στιγμή.
Συνέταξε ένα Τυπικό όπου συμβούλευε τους μοναχούς να αρνηθούν κάθε ατομική περιουσία και κάθε δικό τους θέλημα. Τους καλούσε να ζουν με υπακοή, υπομονή και φτώχεια, στηριγμένοι μόνο στη χάρη του Θεού. Επειδή η κλήση των μοναχών είναι να μένουν αφοσιωμένοι στον Κύριο και στους αγίους, παράγγελνε να αποφεύγουν τις δεσμεύσεις με τους κοσμικούς.
Συμβούλευε ακόμη να εξομολογούνται με λεπτομέρεια στον πνευματικό τους όλους τους κακούς λογισμούς. Όριζε επίσης τρεις χιλιάδες μετάνοιες κάθε ημέρα και άλλες τόσες κάθε νύχτα. Έπρεπε να προσεύχονται με βαθιά συντριβή, σαν να στέκονταν μπροστά στο φοβερό βήμα του Χριστού.
Αυτές οι ιερές εντολές, που εξέφραζαν πιστά την παράδοση των αγίων Πατέρων, φάνηκαν πικρές στους οκνηρούς μοναχούς της Ζαγοράς. Έτσι αρνήθηκαν να τον δεχτούν για πνευματικό τους ποιμένα και ηγούμενο. Για τον Χριστόδουλο όμως αυτή η άρνηση ήταν μεγάλη χαρά και ανακούφιση της ψυχής.
Επανέλαβε λοιπόν το αίτημά του στον αυτοκράτορα, ο οποίος του παραχώρησε με προθυμία ολόκληρο το νησί της Πάτμου. Το έκανε μάλιστα ανεξάρτητο από τις πολιτικές αρχές και απαλλαγμένο από κάθε φόρο ή υποχρέωση. Μόλις έφτασε στην Πάτμο με το χρυσόβουλο που του εξασφάλιζε όλα τα δικαιώματα πάνω στο νησί, καταπιάστηκε αμέσως με το έργο.
Γκρέμισε το παλιό άγαλμα της Αρτέμιδος και ξεκίνησε την ανέγερση εκκλησίας αφιερωμένης στον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Όλη την ημέρα βοηθούσε με τα ίδια του τα χέρια τους εργάτες και έτρωγε μόνο ύστερα από τη δύση του ηλίου. Όταν έπεφτε το βράδυ και οι εργάτες πήγαιναν να αναπαυθούν, ύψωνε εκείνος τα χέρια προς τον ουρανό.
Προσευχόταν αδιάλειπτα μέχρι το χάραμα της ημέρας. Η φήμη του τράβηξε πολλούς προσκυνητές στην Πάτμο και πλήθος κατοίκων από τα γειτονικά νησιά. Σε εκείνους τους δύσκολους καιρούς υπέφεραν πολλοί από τη φοβερή πείνα και αναζητούσαν παρηγοριά.
Μια ημέρα, που οι επισκέπτες ήταν πάρα πολλοί, ο όσιος πρόσταξε να δοθεί φαγητό σε όλους χωρίς διάκριση. Ο μοναχός που είχε την ευθύνη των τροφίμων του είπε ότι τα αποθέματα είχαν τελειώσει. Με την επιμονή όμως του αγίου έστρωσε το τραπέζι και με τη χάρη του Θεού το πλήθος χόρτασε.
Τα περισσεύματα μάλιστα ήταν περισσότερα από την τροφή που είχε αρχικά τοποθετηθεί. Ο όσιος έμεινε πέντε χρόνια στην Πάτμο και επέβλεπε προσωπικά την ανέγερση του μοναστηριού. Οργάνωσε τη ζωή στο κοινόβιο σύμφωνα με την πιο γνήσια παράδοση του μεγάλου Βασιλείου και του αγίου Σάββα.
Μιλούσε με θέρμη για την απομάκρυνση από τον κόσμο και την αποδέσμευση από κάθε άλλη φροντίδα. Όμως ο εχθρός του καλού εκμεταλλεύτηκε τις δυσκολίες της αυτοκρατορίας. Ο Αλέξιος είχε στρέψει την προσοχή του στους κινδύνους από τη Δύση, για να αντιμετωπίσει την εισβολή των Νορμανδών.
Έτσι δόθηκε ευκαιρία για νέες επιθέσεις των Τούρκων στα παράλια της Μικράς Ασίας και στα νησιά του Αιγαίου. Το μοναστήρι μόλις είχε ολοκληρωθεί, αλλά η οχύρωσή του ήταν ακόμη ανεπαρκής για άμυνα. Γι' αυτό ο όσιος αποφάσισε να αποτραβηχτεί και να αναζητήσει για τους αδελφούς ασφαλέστερο τόπο.
Συγκέντρωσε τους μοναχούς και τους συμβούλευσε να στηρίζουν την ελπίδα τους μόνο στον Θεό. Τους πρόσταξε να μοιράσουν όλα τα αποθέματα του μοναστηριού στους λαϊκούς εργάτες, που βρίσκονταν στο νησί μαζί με τις οικογένειές τους. Έπειτα ξεκίνησε με την αδελφότητα για τον Εύριπο της Εύβοιας.
Ο ισχυρός κυβερνήτης της επαρχίας, ο Ευθύμιος, ήταν πνευματικό τέκνο του οσίου και υποδέχτηκε με χαρά τους μοναχούς. Τους πρόσφερε πλούσια όλα τα αναγκαία για να επιβιώσουν στον νέο τόπο. Ο όσιος ίδρυσε εκεί ένα προσωρινό μοναστήρι, ώστε η αδελφότητα να συνεχίσει την κοινοβιακή ζωή της.
Όταν όμως ένιωσε ότι πλησίαζε το τέλος του, κάλεσε κοντά του τον πιο αγαπημένο μαθητή του, τον Σάββα. Τον όρισε διάδοχό του στην ηγουμενία και του έδωσε τις τελευταίες πατρικές οδηγίες για την πορεία των αδελφών. Τον πρόσταξε να επιστρέψει στην Πάτμο και να ετοιμάσει την αποκατάσταση της αδελφότητας στον τόπο της.
Όταν ήρθε η πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Σαρακοστής, κλείστηκε στο κελί του ολομόναχος με τον Θεό. Στην αρχή της δεύτερης εβδομάδας κάλεσε τους αδελφούς, τους ευλόγησε με δάκρυα και τους υπαγόρευσε τη Διαθήκη του. Σε αυτήν παρακινούσε τους μοναχούς να μη μαζεύουν στην πρόσκαιρη ζωή φθαρτά πράγματα.
Τους συμβούλευε να προτιμούν τη γαλήνη των ερημικών τόπων της Πάτμου από τα πλούσια μοναστήρια. Εκεί η προσευχή των μοναχών θολώνει εύκολα από τη συναναστροφή με τους κοσμικούς ανθρώπους. Ζήτησε ακόμη από τους αδελφούς να μεταφέρουν αργότερα το σώμα του πίσω στην Πάτμο.
Έπειτα παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο, τη δεκάτη έκτη Μαρτίου του χιλίου ενενήντα τρία. Οι κάτοικοι του Ευρίπου τιμούσαν βαθιά τον όσιο, γιατί τον θεωρούσαν σωτήρα και θεραπευτή κάθε αρρώστιας. Έτσι δεν επέτρεψαν στους μοναχούς να πάρουν μαζί τους το ιερό λείψανο του πατρός τους.
Όμως εκείνοι, υπακούοντας στην τελευταία εντολή, πήγαν κρυφά τη νύχτα και μετέφεραν το σώμα μέσα από μια πράξη ευλαβικής αρπαγής. Μέσα σε γαλήνη της θάλασσας έφτασαν στην Πάτμο και κατέθεσαν το λείψανο με μεγαλοπρεπή πομπή. Το έβαλαν μέσα στον ναό του αγαπημένου μαθητή του Χριστού, για τον οποίο είχε τόσο κοπιάσει ο όσιος.
Έκτοτε το μοναστήρι της Πάτμου, με τη σκέπη και τα θαύματα του Χριστοδούλου, έγινε φάρος πνευματικότητας. Από εκεί αναδείχθηκαν επίσκοποι, πατριάρχες και άγιοι άνδρες, που στόλισαν την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ακόμη και σήμερα φυλάσσονται εκεί πολύτιμα χειρόγραφα, θαυματουργές εικόνες και ιερά κειμήλια αμέτρητης αξίας.
Το λείψανο του οσίου αναβλύζει μύρο και χαρίζει ίαση σε όσους το προσκυνούν με πίστη και ευλάβεια. Το παραπάνω κείμενο θα παραδοθεί ως αρχείο `03_16_Όσιος_Χριστόδουλος_ο_εν_Πάτμω. txt` μετά την επιτυχή μηχανική επικύρωση από τον validator.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 16 Mars
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιος Αμβρόσιος ο Ομολογητής, Καθολικός Πατριάρχης πάσης Γεωργίας
Με θάρρος ασυμβίβαστο στάθηκε μπροστά στους μπολσεβίκους και τους είπε πως η ψυχή του ανήκει στον Θεό και η καρδιά του στην πατρίδα του. Ο Καθολικός Πατριάρχης πάσης Γεωργίας Αμβρόσιος έστειλε υπόμνημα στη Διάσκεψη…
Lexo jetënΆγιος Δημήτριος ο Αφοσιωμένος, Βασιλιάς της Γεωργίας
Όταν ήρθε στα χέρια του η εξουσία ενός ολόκληρου βασιλείου, ο Δημήτριος κατέβαινε νύχτα στους δρόμους της πρωτεύουσας για να μοιράσει τα πλούτη του στους φτωχούς, τους αρρώστους και τα ορφανά. Στα δώδεκά του…
Lexo jetënΌσιοι Ποιμήν ο διά Χριστόν Σαλός και Αντώνιος ο Μέσχος
Μέσα στη φωτιά των μογγολικών επιδρομών του δέκατου τρίτου αιώνα, ένας μοναχός σαλός τόλμησε να ελέγξει δημόσια τους βασιλείς της Γεωργίας. Δίπλα του, ένας άλλος ασκητής ξεκίνησε να κηρύττει τον Χριστό ανάμεσα στους πολεμικούς…
Lexo jetënΌσιος Ανίνας ο Θαυματουργός
Σαράντα ολόκληρες ημέρες περνούσαν συχνά χωρίς ο Όσιος Ανίνας να βάλει τροφή στο στόμα του, μέσα στην έρημο της Μεσοποταμίας. Και τα άγρια θηρία τον υπάκουαν, σαν να ένιωθαν μπροστά τους έναν άνθρωπο που…
Lexo jetënΟ Άγιος Σεραπίων, Αρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ
Με τα δάκρυά του έσβησε μια τρομερή πυρκαγιά που απειλούσε ολόκληρο το Νόβγκοροντ, και με την παρρησία του γλίτωσε τρεις καταδικασμένους σε θάνατο βογιάρους από το χέρι του μεγάλου ηγεμόνα. Η ζωή του υπήρξε…
Lexo jetënΟ Απόστολος Αρίστόβουλος, φωτιστής της μακρινής Βρετανίας
Στους χιόνινους και άγριους τόπους της Βρετανίας έφτασε κάποτε ένας Κύπριος απόστολος, αδελφός του ευλογημένου Βαρνάβα και συνοδοιπόρος του μεγάλου Παύλου. Τον χτυπούσαν αλύπητα οι ειδωλολάτρες, τον έσερναν στους δρόμους, μα εκείνος τους κέρδισε…
Lexo jetënΟ Μάρτυρας Σαβίνος της Ερμουπόλεως
Δύο χρυσά νομίσματα στάθηκαν αρκετά για να προδοθεί ο άρχοντας της Ερμουπόλεως από έναν ζητιάνο που ο ίδιος έτρεφε με τα χέρια του. Όταν τον έσυραν στον ποταμό Νείλο δεμένο με μια βαριά πέτρα,…
Lexo jetënΟι Άγιοι Μάρτυρες Τρόφιμος και Θάλλος της Λαοδικείας
Όταν οι ειδωλολάτρες άρχισαν να ρίχνουν πέτρες εναντίον τους, εκείνες γύριζαν πίσω και χτυπούσαν τους ίδιους τους διώκτες χωρίς να αγγίξουν τα σώματα των δύο αδελφών. Αργότερα, κρεμασμένοι πάνω στους σταυρούς, οι ιερείς Τρόφιμος…
Lexo jetën