EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Αββάς Μακάριος ο Μέγας της Σκήτης

Δαμάζοντας έναν επιδρομέα που ξαφορτωνε τα φτωχικά του πράγματα στις καμήλες, ο Αββάς τον βοήθησε να φύγει με την ησυχία του. Όταν μια συκοφαντημένη κοπέλα τον κατηγόρησε ψευδώς για βιασμό, εκείνος δέχθηκε ξυλοδαρμό και εργάστηκε σιωπηλά για να συντηρήσει τη μάνα και το παιδί. Ο Μακάριος γεννήθηκε γύρω στα τριακόσια μετά Χριστόν στο χωριό Ζίζβερ, στο Δέλτα του Νείλου, και ξεκίνησε τη ζωή του ως καμηλιέρης σε φτωχή αιγυπτιακή οικογένεια.

Νεαρός ακόμη άκουσε μέσα του την κλήση του Θεού και αποσύρθηκε σε ένα ταπεινό κελί κοντά στο χωριό του, για να αφοσιωθεί στην προσευχή και στην άσκηση. Όταν οι κάτοικοι θέλησαν με κάθε τρόπο να τον χειροτονήσουν πρεσβύτερο, εκείνος έφυγε κρυφά σε άλλο μέρος για να μη χάσει την ησυχία της ψυχής του. Έτσι η ταπείνωση συνόδευσε από την αρχή κάθε του βήμα.

Όταν η αλήθεια αποκαλύφθηκε και η κοπέλα παραδέχθηκε τη συκοφαντία της, ολόκληρο το χωριό έτρεξε να του ζητήσει συγχώρεση μέσα σε δάκρυα και ντροπή. Εκείνος όμως απέφυγε τη δόξα και τους επαίνους και έφυγε νύχτα προς τη Σκήτη, στην απομακρυσμένη και άγρια κοιλάδα που σήμερα ονομάζεται Ουάντι Νάτρουμ. Ήταν τότε γύρω στα τριάντα και ρίχτηκε με ζήλο σε κάθε ασκητικό αγώνισμα της ερήμου.

Έτρωγε μια φορά την εβδομάδα λίγο ψωμί και νερό, κοιμόταν όρθιος ακουμπισμένος στον τοίχο του κελιού του και αγωνιζόταν να κρατά τον νου του ελεύθερο από κάθε ξένο λογισμό. Έλεγε ότι το σώμα όποιου εργάζεται για την κάθαρση της ψυχής αναλώνεται από τον φόβο του Θεού, όπως καίγεται η ξύλινη γέφυρα μέσα στη φωτιά. Ζούσε αποστασιοποιημένος από κάθε υλικό αγαθό, φτωχός και ελεύθερος στην καρδιά.

Νύχτα και μέρα καθόταν στο κελί του και έπλεκε φύλλα φοίνικα, ενώ ο νους του ανέβαινε αδιάκοπα στον ουρανό μέσα από την κρυφή προσευχή. Δεν επεκτεινόταν σε μακρές προσευχές, αλλά επαναλάμβανε με συντριβή: Κύριε, ελέησέ με όπως θέλεις και όπως γνωρίζεις εσύ. Όταν ένας αδελφός τον ρώτησε πώς θα προοδεύσει στον δρόμο της σωτηρίας, ο Μακάριος τον έστειλε στο νεκροταφείο να υβρίσει πρώτα και ύστερα να επαινέσει τους κεκοιμημένους.

Όταν εκείνος επέστρεψε, ο γέροντας του εξήγησε ότι, αν θέλει να σωθεί, οφείλει να γίνει σαν νεκρός απέναντι στις προσβολές και στους επαίνους των ανθρώπων. Οι δαίμονες μάνιαζαν βλέποντας τη γαλήνη του και τον προκαλούσαν με κάθε τρόπο. Ένα ακάθαρτο πνεύμα του ομολόγησε κάποτε ότι τον νικά μόνο σε ένα σημείο, στην ταπείνωση.

Έτσι ο Αββάς διέκρινε καθαρά τις παγίδες των αόρατων εχθρών. Η φήμη της αρετής του απλώθηκε σε όλη την Αίγυπτο και πλήθος ανθρώπων κατέβαινε στη Σκήτη ζητώντας μια λέξη παρηγοριάς ή θεραπείας. Ο γέροντας τους δεχόταν με χαρά και απλότητα, χωρίς να κρίνει κανέναν, και έδινε στον καθένα όσα είχε ανάγκη.

Για να τιμήσει τους επισκέπτες έπινε μαζί τους λίγο κρασί, όμως μετά στερούσε τον εαυτό του από νερό όσες ημέρες χρειαζόταν για να εξισορροπήσει αυτή τη μικρή παρηγοριά. Έλεγαν γι αυτόν ότι έγινε επίγειος θεός, γιατί όπως ο Θεός σκεπάζει τον κόσμο με την πρόνοιά Του, έτσι κι εκείνος σκέπαζε τα σφάλματα των ανθρώπων με την αγάπη του. Επισκέφθηκε τον Μέγα Αντώνιο, ο οποίος τον δέχθηκε ως πνευματικό κληρονόμο και του παρέδωσε τη ράβδο του.

Όταν επέστρεψε στη Σκήτη, άρχισαν να συγκεντρώνονται γύρω του μαθητές, και έτσι έγινε ο θεμελιωτής αυτού του φημισμένου κέντρου της ορθόδοξης μοναχικής ζωής. Ανάμεσα στους πρώτους μαθητές του ξεχώρισαν ο Αββάς Μωυσής, ο Σισώης, ο Ησαΐας και ο Ζαχαρίας, αληθινά αστέρια του πνευματικού ουρανού. Κάθε μοναχός ζούσε σε ξεχωριστό κελί και εργαζόταν με τα χέρια του, ώστε να εξασφαλίζει την τροφή του και να ελεεί τους φτωχούς.

Το Σάββατο το βράδυ συγκεντρώνονταν όλοι μαζί για ολονύχτια αγρυπνία και κοινωνούσαν τα άχραντα Μυστήρια. Σε ηλικία σαράντα ετών, με την επιμονή του Μεγάλου Αντωνίου, ο Μακάριος δέχθηκε τη χάρη της ιεροσύνης και έλαβε πλούσια χαρίσματα θεραπείας, διάκρισης λογισμών και προφητείας. Στα τριακόσια εβδομήντα τέσσερα μετά Χριστόν ο αρειανός Λούκιος εξόρισε τους πιστούς πατέρες σε ένα νησί του Δέλτα, εκείνοι όμως οδήγησαν τους ειδωλολάτρες κατοίκους στην πίστη του Χριστού.

Επιστρέφοντας θριαμβευτικά στην έρημο, ο γέροντας αισθάνθηκε σύντομα ότι πλησιάζει το τέλος του. Παρακάλεσε τους μαθητές του να κλαίνε εδώ τα δάκρυα της μετανοίας πριν τους κάψει η φωτιά της αιωνιότητας. Κοιμήθηκε εν ειρήνη σε ηλικία ενενήντα ετών.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 19 Janar

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Η σοφή παρθένος της Νικομήδειας

Μια νεαρή κοπέλα από αρχοντική γενιά της Νικομήδειας έβαλε το κεφάλι της κάτω από το σπαθί ενός βάρβαρου στρατιώτη με δική της θέληση. Η Αγία Ευφρασία προτίμησε να πεθάνει με ένα έξυπνο τέχνασμα παρά…

Lexo jetën

Μάξιμος και Δομέτιος, τα βασιλόπαιδα της Νιτρίας

Δύο νεαρά βασιλόπαιδα εγκατέλειψαν τα ανάκτορα και τις τιμές του αυτοκρατορικού τους πατέρα για να ζήσουν σε ένα φτωχικό λιθόκτιστο κελλάκι στην έρημο της Νιτρίας. Εκεί, μέσα στη σιωπή και την αδιάλειπτη προσευχή, έφθασαν…

Lexo jetën

Ο Όσιος Μακάριος ο Ρωμαίος του Νόβγκοροντ

Έφυγε κρυφά από τη Ρώμη ντυμένος με ένα παλιό ένδυμα, χωρίς χρήματα, αναζητώντας τη σωτηρία στην Ορθόδοξη Ανατολή. Στις άγριες όχθες του ποταμού Λέζνα, αρκούδες έρχονταν κοντά του ζητώντας τροφή και τον άφηναν να…

Lexo jetën

Ο διά Χριστόν Σαλός Θεόδωρος του Νόβγκοροντ

Μοίρασε ολόκληρη την πλούσια πατρική του περιουσία στους φτωχούς και έμεινε χωρίς στέγη και χωρίς ρούχα στο φοβερό κρύο του ρωσικού χειμώνα. Έπαιζε μάλιστα έναν πλαστό καβγά πάνω στη γέφυρα του Βόλχοβ με τον…

Lexo jetën

Το Θαύμα του Μεγάλου Βασιλείου στη Νίκαια

Ένας ολόκληρος καθεδρικός ναός σφραγίστηκε με κλειδαριές και φρουρούς, και περίμενε ποιανού η προσευχή θα τον άνοιγε. Οι Αρειανοί προσευχήθηκαν τρεις μέρες και τρεις νύχτες χωρίς αποτέλεσμα, ενώ ο Μέγας Βασίλειος χρειάστηκε μία μόνο…

Lexo jetën
2