EmailFacebookΕπικοινωνία

Οι Δέκα Μάρτυρες της Κρήτης

Τριάντα ολόκληρες μέρες οι δέκα Κρητικοί ομολογητές υπέμειναν φρικτά βασανιστήρια, μαστιγώσεις, λιθοβολισμούς και σιδερένια νύχια, χωρίς να λυγίσει η πίστη τους. Λίγο πριν τον αποκεφαλισμό τους, μάλιστα, φιλονικούσαν μεταξύ τους ποιος θα δεχόταν πρώτος το μαρτυρικό στεφάνι από το ξίφος του δημίου. Η ιστορία τους ξετυλίγεται στον τρίτο αιώνα μετά Χριστόν, όταν αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο σκληρός διώκτης Δέκιος.

Εκείνος έστειλε στην Κρήτη έναν έπαρχο με το ίδιο όνομα, ομοιότατο σε αγριότητα και μίσος προς τους πιστούς του Χριστού. Μόλις ο νέος ηγεμόνας πάτησε το πόδι του στο νησί, διέταξε αμέσως να αναζητηθούν παντού οι χριστιανοί και να οδηγηθούν μπροστά του για ανάκριση. Άρχισαν τότε να φέρνουν ενώπιόν του πιστούς σταθερούς στην ομολογία, οι οποίοι δοκίμαζαν κάθε λογής βασανιστήρια και κατέληγαν με ποικίλους θανάτους.

Ανάμεσα στους συλληφθέντες ξεχώρισαν δέκα λαμπροί άνδρες από διάφορες πόλεις του νησιού. Η ζωή τους έμελλε να σφραγιστεί από τη γενναιότητα της πίστης και τη χαρά της μαρτυρίας. Όλοι μαζί συγκρότησαν έναν χορό αθλητών της αληθινής λατρείας.

Οι δέκα αυτοί άνδρες κατάγονταν από διαφορετικά μέρη της Κρήτης και είχαν διαφορετική ηλικία και κοινωνική θέση. Από τη Γορτυνία προέρχονταν ο Θεόδουλος, ο Σατορνίνος, ο Εύπορος, ο Γελάσιος και ο Ευνικιανός, πέντε φλογεροί ομολογητές. Από την Κνωσό ήλθε ο Ζωτικός, από τον λιμένα του Πανόρμου ο Αγαθόπους και από την Κυδωνία ο Βασιλείδης.

Τέλος, από το Ηράκλειο ξεκίνησαν για το μαρτύριο ο Εύαρεστος και ο Πόμπιος. Όλοι τους είχαν την ίδια λαχτάρα για την αιώνια ουράνια μακαριότητα και την ίδια αφοσίωση στον Χριστό. Με μεγάλο ζήλο εργάζονταν για τη διάδοση του Ευαγγελίου ανάμεσα στους κατοίκους του νησιού.

Όταν τους κατήγγειλαν, ο έπαρχος είδε μπροστά του ανθηρή νεότητα και αρρενωπό παράστημα, και προσπάθησε να τους παρασύρει. Τους υποσχέθηκε τιμές, αξιώματα και κάθε λογής εγκόσμιες απολαύσεις, αρκεί να αρνηθούν την πίστη τους. Εκείνοι όμως απάντησαν με τη γαλήνη ανθρώπων που έχουν ήδη επιλέξει την ουράνια πατρίδα.

Καμιά υπόσχεση δεν μπορούσε να αλλοιώσει την απόφασή τους να μείνουν πιστοί στον Σωτήρα. Όταν ο έπαρχος είδε πως οι υποσχέσεις του δεν έφερναν κανένα αποτέλεσμα, μεταχειρίστηκε αμέσως τη γλώσσα της βίας. Διέταξε να τους μαστιγώσουν με αγριότητα, να τους σύρουν στο χώμα και να τους λιθοβολήσουν χωρίς έλεος.

Επί τριάντα ημέρες οι άγιοι υπέμειναν χλευασμούς, εμπαιγμούς και φτυσίματα από τον λαό και τους στρατιώτες. Παρά τις φοβερές ταλαιπωρίες, η ψυχή τους έμενε σταθερή και η ομολογία τους ολοένα και πιο φωτεινή. Στις είκοσι οκτώ Δεκεμβρίου ορίστηκε η τελική δίκη, και ο ηγεμόνας κάθισε στο βήμα έτοιμος να επιβάλει την τελευταία απόφαση.

Έφεραν τους μάρτυρες ενώπιόν του γεμάτους ανδρεία, αρετή και βαθιά εσωτερική ειρήνη. Ο δικαστής τους κοίταξε με οργή και τους ρώτησε γιατί κανένας στοχασμός και κανένας χρόνος δεν τους είχε διδάξει το συμφέρον τους. Έπειτα, σαν να ήθελε να τους φοβίσει, απαίτησε να προσφέρουν θυσία στα είδωλα.

Οι άγιοι όμως απάντησαν πως είχαν ήδη δείξει αρκετά με λόγια και πράξεις την πίστη τους στον αληθινό Θεό. Δεν επρόκειτο ποτέ να υποταχθούν σε ψεύτικους θεούς ούτε σε ανθρώπινες διαταγές. Ο ηγεμόνας τους απείλησε με σκληρότερα βασανιστήρια και τους κατηγόρησε ότι υβρίζουν τους μεγάλους θεούς, τον Δία, την Ήρα και τη Ρέα.

Οι άγιοι τότε άνοιξαν το στόμα τους με παρρησία και αποκάλυψαν την αλήθεια για τους ψεύτικους εκείνους θεούς. Είπαν πως ο Δίας υπήρξε άνθρωπος ακόλαστος, γεμάτος μοιχείες και ντροπιαστικά έργα, που με μαγείες άλλαζε μορφή για να αμαρτάνει περισσότερο. Πρόσθεσαν πως όσοι παραδόθηκαν στα ίδια πάθη τον ανακήρυξαν θεό και του έχτισαν ναούς, για να φαίνεται ευάρεστη η δική τους ακολασία.

Τα λόγια αυτά κάρφωσαν τη συνείδηση του δικαστή, που ένιωθε μέσα του την αλήθεια αλλά δεν ήθελε να την αναγνωρίσει. Το πλήθος εξαγριώθηκε ακόμη περισσότερο και κόντεψε να ορμήσει επάνω στους μάρτυρες με τα ίδια του τα χέρια. Μόνο με νεύμα και φωνή του ηγεμόνα κατάφερε ο όχλος να συγκρατηθεί και να ησυχάσει.

Στη συνέχεια ο δικαστής σκέφτηκε με ποιον τρόπο θα τους χάριζε τον πιο φρικτό θάνατο. Ο νους του οργίστηκε καθώς αναζητούσε νέα και ανήκουστα είδη βασανιστηρίων εναντίον τους. Με διαταγή του ηγεμόνα οι δήμιοι άρπαξαν τους αγίους και άρχισαν να τους υποβάλλουν σε ποικίλα βασανιστήρια, εξίσου άγρια και αφόρητα.

Έναν από αυτούς τον κρέμασαν ψηλά και του ξέσχιζαν τις σάρκες με σιδερένια νύχια, ώσπου κομμάτια του σώματος έπεφταν στη γη. Άλλους τους χτυπούσαν με αιχμηρά παλούκια και πέτρες στα πλευρά, έως ότου φάνηκαν τα κόκαλα μέσα από το αίμα. Σε άλλους πάλι έσπασαν με βαριές μολυβένιες ράβδους τις αρθρώσεις και συνέτριψαν τα οστά.

Παρά τη φρίκη όμως των βασανιστηρίων, οι μάρτυρες τα δέχονταν με αξιοθαύμαστη γαλήνη και εσωτερική αγαλλίαση. Όσοι παρακολουθούσαν είχαν την εντύπωση πως οι άγιοι δεν υπέφεραν τόσο από τους πόνους, όσο λυπούνταν για την ανεπάρκεια των μαρτυρίων. Όλος ο κόσμος έτρεξε να δει το παράξενο αυτό θέαμα, πιστοί και άπιστοι μαζί.

Οι μυστικοί χριστιανοί στηρίζονταν στην ομολογία τους και ισχυροποιούνταν στην πίστη τους από την ανδρεία των αθλητών. Οι άπιστοι όμως χαίρονταν με τις πληγές τους και παρακινούσαν τον ηγεμόνα σε ακόμη μεγαλύτερη σκληρότητα και αγριότητα. Όταν ο Δέκιος είδε ότι κανένα βασανιστήριο δεν λύγιζε τους αγίους, εξέδωσε εναντίον τους την τελική απόφαση του θανάτου.

Τους οδήγησαν για αποκεφαλισμό σε έναν τόπο κοντά στην πόλη, που οι ντόπιοι ονόμαζαν Αλώνιον. Στον δρόμο οι μάρτυρες έδειξαν κάτι πρωτόγνωρο και θαυμαστό, μια ιερή φιλονικία γεμάτη αγάπη και ζήλο. Φιλονικούσαν ποιος θα έδινε πρώτος την κεφαλή του στο ξίφος και θα δεχόταν πρώτος το ουράνιο στεφάνι.

Τη διαφωνία την έλυσε ο Θεόδουλος, που πρότεινε να θεωρηθεί πρώτος εκείνος που θα δεχτεί τελευταίος τον θάνατο. Όλοι συμφώνησαν και έψαλαν μαζί τον στίχο του ψαλμωδού για τη λύτρωση της ψυχής από την παγίδα. Έπειτα ζήτησαν από τον Κύριο να δεχτεί το αίμα τους ως θυσία για την πατρίδα και τους συγγενείς τους.

Παρακάλεσαν ακόμη να φωτιστούν οι διώκτες τους και να γνωρίσουν την αλήθεια του Χριστού. Με τη σειρά τους έκλιναν την κεφαλή και παρέδωσαν τις ψυχές τους με χαρά στον Νυμφίο των μαρτύρων. Έναν αιώνα αργότερα ο επίσκοπος Παύλος μετέφερε τα τίμια λείψανά τους στην Κωνσταντινούπολη με μεγάλη τιμή και ευλάβεια.

cat > /tmp/12_23_Άγιοι_Δέκα_Μάρτυρες_Κρήτης_Ελληνικά_Καθαρά. %$ Οι Δέκα Μάρτυρες της Κρήτης $% txt –output /tmp/12_23_Άγιοι_Δέκα_Μάρτυρες_Κρήτης_Ελληνικά_Καθαρά.

**File: `12_23_Άγιοι_Δέκα_Μάρτυρες_Κρήτης_Ελληνικά_Καθαρά. Καμιά υπόσχεση δεν μπορούσε να αλλοιώσει την απόφασή τους να μείνουν πιστοί στον Σωτήρα τους. Έπειτα, σαν να ήθελε να τους φοβίσει, απαίτησε από αυτούς να προσφέρουν θυσία στα είδωλα.

Οι άγιοι όμως απάντησαν πως είχαν ήδη δείξει αρκετά με λόγια και πράξεις τη βαθιά τους πίστη. Δεν επρόκειτο ποτέ να υποταχθούν σε ψεύτικους θεούς ούτε σε ανθρώπινες αυθαίρετες διαταγές. Είπαν πως ο Δίας υπήρξε άνθρωπος ακόλαστος, γεμάτος μοιχείες και ντροπιαστικά έργα, που με μαγείες άλλαζε μορφή για να αμαρτάνει ακόμη περισσότερο.

Μόνο με νεύμα και με τη φωνή του ηγεμόνα κατάφερε ο όχλος να συγκρατηθεί και να ησυχάσει. Ο νους του οργίστηκε καθώς αναζητούσε νέα και ανήκουστα είδη βασανιστηρίων εναντίον των αγίων. Σε άλλους πάλι έσπασαν με βαριές μολυβένιες ράβδους τις αρθρώσεις και συνέτριψαν τα ίδια τα οστά.

Παρά τη φρίκη όμως των βασανιστηρίων, οι μάρτυρες τα δέχονταν με αξιοθαύμαστη γαλήνη και βαθιά εσωτερική αγαλλίαση. Όσοι παρακολουθούσαν είχαν την εντύπωση πως οι άγιοι δεν υπέφεραν τόσο από τους πόνους, όσο λυπούνταν για την ανεπάρκεια των μαρτυρίων τους. Όταν ο Δέκιος είδε ότι κανένα βασανιστήριο δεν λύγιζε τους αγίους, εξέδωσε εναντίον τους την τελική απόφαση του θανάτου με ξίφος.

Στον δρόμο οι μάρτυρες έδειξαν κάτι πρωτόγνωρο και θαυμαστό, μια ιερή φιλονικία γεμάτη αγάπη και ζήλο για τον Χριστό. Όλοι συμφώνησαν και έψαλαν μαζί τον στίχο του ψαλμωδού για τη λύτρωση της ψυχής από την παγίδα του κυνηγού. Παρακάλεσαν ακόμη να φωτιστούν οι διώκτες τους και να γνωρίσουν την αλήθεια του ζώντος Χριστού.

The text has been prepared as the file **`12_23_Άγιοι_Δέκα_Μάρτυρες_Κρήτης_Ελληνικά_Καθαρά.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 23 Dhjetor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Ο Άγιος Θεόκτιστος Αρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ

Όταν άνοιξαν τον τάφο του στο Νόβγκοροντ, ύστερα από αιώνες σιωπής, οι αρχαιολόγοι αντίκρισαν ανέπαφα τα ιερά λείψανα ενός αρχιερέα που είχε διαλέξει τη σιωπή ως δρόμο προς τον Θεό. Πριν γίνει επίσκοπος, ο…

Lexo jetën

Ο Όσιος Παύλος, Αρχιεπίσκοπος Νεοκαισαρείας

Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος έσκυψε μπροστά στον επίσκοπο Νεοκαισαρείας Παύλο και φίλησε με δάκρυα τα καμένα και νεκρωμένα του χέρια. Λίγα χρόνια νωρίτερα, ένα πυρωμένο σιδερένιο στεφάνι είχε λιώσει τις παλάμες του αγίου, επειδή αρνήθηκε…

Lexo jetën
0