Οι Πέντε Μάρτυρες της Σεβάστειας
Ένας λαμπρός αξιωματικός της αυτοκρατορίας, που κρατούσε για χρόνια κρυφή την πίστη του, στάθηκε ξαφνικά μπροστά στον δικαστή και ζήτησε να μοιραστεί τον ίδιο κλήρο με τους φυλακισμένους χριστιανούς. Πριν δώσει την απόφαση, ο Ευστράτιος έστειλε τη χρυσή του ζώνη στην εκκλησία της Αραυρακινής, ζητώντας από τον Θεό σημάδι μέσα από τα χέρια του πρεσβύτερου Αυξεντίου. Ζούσε στην πόλη Σατάλη της Αρμενίας, την εποχή του φοβερού διωγμού του Διοκλητιανού, όταν οι χριστιανοί έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα στην άρνηση και στο μαρτύριο.
Ως πρώτος νοτάριος της επαρχίας, κατείχε υψηλή θέση στην αυλή του δούκα Λυσία, και η ζωή του ήταν γεμάτη με τιμές. Όταν όμως είδε με τα μάτια του την ένδοξη αντοχή των ομολογητών, ένιωσε βαθιά την επιθυμία να καταταγεί κι αυτός μαζί τους. Δίσταζε όμως, γιατί φοβόταν τα φρικτά βασανιστήρια και την ίδια του την αδυναμία απέναντι στον πόνο.
Έτσι σκέφτηκε να ζητήσει νεύμα από τον ίδιο τον Θεό, αφήνοντας το σύμβολο του αξιώματός του πάνω στην Αγία Τράπεζα. Όταν ο πιστός υπηρέτης του γύρισε με το χαρμόσυνο μήνυμα, χάρηκε με όλη του την ψυχή. Γεμάτος θάρρος πια από εκείνο το ουράνιο σημάδι, κάλεσε φίλους και συγγενείς σε πλούσιο τραπέζι, για να γιορτάσει την κρυφή του απόφαση.
Τους είπε με χαρά πως σύντομα θα κέρδιζε έναν θησαυρό που δεν τελειώνει ποτέ, χωρίς να εξηγήσει τίποτε άλλο. Την επόμενη μέρα, ενώ ο Λυσίας δίκαζε στην κεντρική πλατεία κάποιους φυλακισμένους χριστιανούς, ο Ευστράτιος μπήκε με σταθερό βήμα στο δικαστήριο. Δήλωσε ανοιχτά πως είναι κι αυτός χριστιανός και ζήτησε την ίδια τύχη με τους ομολογητές της πίστης.
Οι στρατιώτες τον γύμνωσαν από τη στολή και του πήραν τη ζώνη του αξιώματος, και κατόπιν τον μαστίγωσαν με σκληρά λουριά. Έπειτα τον κρέμασαν με σχοινιά πάνω από αναμμένο μαγκάλι και τον χτυπούσαν αλύπητα στους ώμους με ραβδιά. Εκείνος όμως έμενε ατάραχος, σαν να μην ήταν το δικό του σώμα αυτό που κατασπαρασσόταν από τις πληγές.
Ευχαριστούσε μάλιστα τον τύραννο που του πρόσφερε τόση μεγάλη χαρά μέσα από τα μαρτύρια. Ομολογούσε δυνατά πως μέσα του κατοικούσε το ίδιο το Πνεύμα του Θεού. Όταν τη νύχτα έριξαν αλάτι και ξύδι στις πληγές, εκείνες έκλεισαν θαυματουργικά μόνες τους.
Συνάδελφος του στη νοταρία, ο Ευγένιος, παρακολουθούσε όλα όσα συνέβαιναν με δέος και θαυμασμό. Βλέποντας τη χάρη που στήριζε τον μάρτυρα, έτρεξε στον δικαστή και ζήτησε να φυλακιστεί κι αυτός μαζί με τους ομολογητές. Νωρίς το πρωί οι αιχμάλωτοι ξεκίνησαν ξυπόλυτοι για τη Νικόπολη, ενώ στον Ευστράτιο φόρεσαν σιδερένια σανδάλια καρφωμένα με μυτερά καρφιά.
Μετά από δύο μέρες βασανιστικής πορείας έφτασαν στην Αραύρακα, την ίδια του τη γενέτειρα. Εκεί τους αναγνώρισε από το παράθυρο του σπιτιού του ο Μαρδάριος, ένας απλός και ταπεινός άνθρωπος. Γέμισε θαυμασμό για τον άρχοντα που εγκατέλειψε για τον Χριστό κάθε ανθρώπινη δόξα και τιμή.
Με την ενθάρρυνση της γυναίκας του αποφάσισε αμέσως να ομολογήσει φανερά την πίστη του και να πάει μαζί τους. Εμπιστεύτηκε την οικογένειά του σε πιστό φίλο και αποχαιρέτησε τα δυο μικρά παιδιά του. Έπειτα παραδόθηκε ο ίδιος στη στρατιωτική φρουρά, ομολογώντας ανοιχτά τον Χριστό.
Έτσι ενώθηκε με τη λαμπρή χορεία των μαρτύρων, χωρίς να φοβηθεί ούτε στιγμή τις απειλές των δημίων. Φτάνοντας στη Νικόπολη, πρώτος βγήκε μπροστά στον Λυσία ο πρεσβύτερος Αυξέντιος. Ύστερα από σύντομη ανάκριση, οι στρατιώτες τον οδήγησαν βαθιά στο δάσος και τον αποκεφάλισαν.
Το σώμα του αφέθηκε να γίνει βορά των άγριων θηρίων, όμως ευσεβείς χριστιανοί το παρέλαβαν την ίδια νύχτα. Ένας κόρακας τους έδειξε μάλιστα και τη θέση όπου βρισκόταν το άγιο κεφάλι. Στη συνέχεια έφεραν τον Μαρδάριο μπροστά στο βήμα, ο οποίος σε κάθε ερώτηση απαντούσε λακωνικά με τα λόγια «είμαι χριστιανός».
Ο τύραννος διέταξε να του τρυπήσουν τους αστραγάλους, να τον κρεμάσουν ανάποδα και να τον χτυπούν με πυρακτωμένα σίδερα. Πριν παραδώσει το πνεύμα, είπε την προσευχή που ακούγεται καθημερινά στις Ώρες της Εκκλησίας. Παρακαλούσε τον Δεσπότη και Πατέρα να ελεήσει τον αμαρτωλό δούλο Του, σύμφωνα με τις δικές Του κρίσεις.
Στη συνέχεια έφεραν τον Ευγένιο, του οποίου η σταθερότητα προκάλεσε την αχαλίνωτη οργή του ηγεμόνα. Διέταξαν να του κόψουν τη γλώσσα και τα χέρια και να του συντρίψουν τα κόκαλα. Έτσι ο μάρτυρας του Χριστού παρέδωσε την ψυχή του μέσα σε πολλούς πόνους.
Λίγο αργότερα ο Λυσίας βγήκε για να επιθεωρήσει τα στρατεύματα και την εκπαίδευση των ανδρών του. Πρόσεξε τότε έναν νεαρό στρατιώτη με ωραίο παράστημα, που λεγόταν Ορέστης. Καθώς ο νέος εκσφενδόνιζε το ακόντιο, ο ηγεμόνας είδε ένα μικρό χρυσό σταυρό να κρέμεται στον λαιμό του.
Ο Ορέστης δεν δίστασε καθόλου και ομολόγησε ότι ήταν μαθητής του Χριστού. Τον συνέλαβαν επιτόπου και τον έστειλαν μαζί με τον Ευστράτιο στον Αγρικόλα, τον ηγεμόνα της Σεβάστειας. Ο Λυσίας φοβόταν ότι θα ξεσηκωνόταν η μεγάλη χριστιανική κοινότητα της Νικόπολης.
Μετά από πέντε μέρες κουραστικής πορείας έφτασαν στη Σεβάστεια και στάθηκαν μπροστά στον σκληρό άρχοντα. Εκείνος θέλησε να παρασύρει τον Ευστράτιο σε φιλοσοφικό διάλογο, νομίζοντας πως θα τον νικήσει εύκολα. Όμως ο ευγενής δούλος του Χριστού, χάρη στη βαθιά παιδεία του, ξεσκέπασε με ισχυρά επιχειρήματα την κενότητα της ειδωλολατρίας.
Παρουσίασε με θαυμαστό τρόπο τη φιλανθρωπία του Θεού προς το ανθρώπινο γένος και την οικονομία της σωτηρίας μέσα από τον Ιησού Χριστό. Ο Αγρικόλας αντιμετώπιζε με πείσμα όλα τα λόγια του. Επειδή ο ηγεμόνας ήθελε να παρατείνει τα μαρτύρια, διέταξε να φέρουν τον Ορέστη και να τον απλώσουν επάνω σε σιδερένιο κρεβάτι, πυρωμένο μέσα στη φωτιά.
Στην αρχή ο νέος είδε με τρόμο το βασανιστήριο που τον περίμενε και ένιωσε την καρδιά του να λιγοψυχά. Ο Ευστράτιος όμως τον ενθάρρυνε με γλυκύτητα και τον στήριξε να αντέξει σταθερά μέχρι το τέλος. Παίρνοντας θάρρος ο Ορέστης έτρεξε μόνος του προς το κρεβάτι, αφού πρώτα σφράγισε τον εαυτό του με το σημείο του Σταυρού.
Λέγοντας «Κύριε, στα χέρια Σου παραδίδω το πνεύμα μου», ξάπλωσε γενναία και παρέδωσε την ψυχή του. Όταν επέστρεψαν τον Ευστράτιο στη φυλακή για την τελευταία του νύχτα στον κόσμο, τον επισκέφθηκε κρυφά ο επίσκοπος Βλάσιος της Σεβάστειας. Εκείνος του υποσχέθηκε ότι θα μετέφερε τα λείψανα των πέντε συμμαρτύρων στην Αραύρακα και θα τα κατέθετε όλα μαζί.
Πέρασαν τη νύχτα με πνευματικές συνομιλίες και θερμή προσευχή, και ο επίσκοπος τέλεσε τη Θεία Λειτουργία μέσα στο μικρό κελί. Τη στιγμή της θείας μετάληψης, ένα ουράνιο φως πλημμύρισε το χώρο και ακούστηκε μια φωνή από ψηλά να καλεί τον μάρτυρα να παραλάβει το στεφάνι του. Με βαθιά κατάνυξη ο Ευστράτιος έπεσε στη γη και ζήτησε από τον Θεό να του χαρίσει την απαραίτητη ανδρεία για την τελική του μάχη.
Έπειτα σηκώθηκε όρθιος και στράφηκε αποφασιστικά προς τη φωτιά, την οποία είχαν ήδη ανάψει για χάρη του. Σφράγισε το καμίνι με το χέρι του και μπήκε μέσα δοξολογώντας τον Θεό, σαν τους Τρεις Παίδες στη Βαβυλώνα. Από εκείνη την ημέρα μέχρι σήμερα, οι πέντε ένδοξοι μάρτυρες δεν έπαψαν να επιτελούν θαύματα μέσω των ιερών λειψάνων τους και των αγίων εικόνων τους.
Στο νησί της Χίου διηγούνται πως κάποτε, μέσα σε βαρύ χειμώνα, κανείς ιερέας δεν μπορούσε να φτάσει στο μακρινό ναό των Πέντε Μαρτύρων για τη γιορτή τους. Μόνον ένας ευσεβής κληρικός αποφάσισε να πάει εκεί και να τελέσει μόνος του την ακολουθία, παρά την παντελή απουσία εκκλησιάσματος. Ξαφνικά εμφανίστηκαν στο ναό πέντε άντρες, ολόιδιοι με τις μορφές της ιερής εικόνας τους.
Στάθηκαν στο ψαλτήρι και έψαλαν με καθαρή φωνή όλους τους ύμνους της γιορτής. Όταν ήρθε η ώρα του Συναξαρίου, ο Ορέστης πλησίασε για να αναγνώσει τα λόγια του μαρτυρίου. Φτάνοντας όμως στο σημείο εκείνο όπου περιγραφόταν ο δικός του δισταγμός, άλλαξε ελαφρά το κείμενο από ντροπή.
Διάβασε «εκείνος μειδίασε με χαρά», αντί για το αληθινό «εκείνος φοβήθηκε με όλη την καρδιά». Τότε επενέβη με αυστηρή φωνή ο Ευστράτιος και τον διέταξε να αναγνώσει ακριβώς όσα συνέβησαν εκείνη τη φοβερή ώρα. Ο Ορέστης κοκκίνισε ολόκληρος και ξαναδιάβασε με ειλικρίνεια τα αληθινά λόγια του ιερού κειμένου.
Στο τέλος της αγρυπνίας οι μάρτυρες έκλεισαν τα βιβλία τους και έγιναν πάλι αόρατοι, φεύγοντας όπως ακριβώς ήρθαν. Ο ευλογημένος εκείνος ιερέας έμεινε άναυδος μπροστά στο μεγαλείο της θείας παρουσίας. Η ζωή των πέντε αγίων ακτινοβολεί μέσα στους αιώνες ως υπόδειγμα ομολογίας και φιλίας στον Χριστό.
Ο Ευστράτιος δίδαξε τον Μαρδάριο, ο Μαρδάριος εμψύχωσε τον Ευγένιο, ο Ευστράτιος στήριξε τον Ορέστη, και όλοι μαζί ακολούθησαν τον δρόμο του Αυξεντίου. Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη τους με ιδιαίτερη ευλάβεια, και η ωραιότατη προσευχή του Μαρδαρίου ακούγεται καθημερινά στις ιερές Ώρες. Στη Λειτουργία του Σαββάτου του Μεσονυκτικού αντηχεί επίσης η μεγαλειώδης προσευχή του μάρτυρα Ευστρατίου.
Έτσι οι πέντε φίλοι εξακολουθούν να ενώνουν τη γη με τον ουρανό.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 13 Dhjetor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιος Γαβριήλ ο Ιερομάρτυρας Αρχιεπίσκοπος Σερβίας
Ένας Σέρβος Πατριάρχης ταξίδεψε ως τη μακρινή Μόσχα για να σώσει την Εκκλησία του από την οικονομική ασφυξία της τουρκοκρατίας. Όταν γύρισε στην πατρίδα του φορτωμένος ελεημοσύνες, βρήκε τον θρόνο του αρπαγμένο και τον…
Lexo jetënΌσιος Αρκάδιος ο διά Χριστόν σαλός της Νοβοτόρσκ
Πάνω σε μια πέτρα, στην κορυφή ενός λόφου μέσα στο δάσος, ένας νεαρός έμπορος από τη Βιάζμα στεκόταν όρθιος όλη τη νύχτα προσευχόμενος. Την ημέρα τον περιγελούσαν στους δρόμους ως σαλό, αγνοώντας ότι ζούσε…
Lexo jetënΌσιος Αρσένιος ο ασκητής του Λάτρους
Μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα βούλιαξε ολόκληρος βυζαντινός στόλος και από όλους τους στρατιώτες σώθηκε μόνο ένας άνθρωπος. Ήταν ο στρατηγός Αρσένιος, ο πατρίκιος των Κιβυρραιωτών, που λίγο αργότερα άφησε για πάντα τη δόξα του…
Lexo jetënΌσιος Γερμανός της Αλάσκας, ο Θαυματουργός
Ένας ταπεινός μοναχός από το Βαλαάμ έγινε ο φωτιστής των ιθαγενών της Αλάσκας και πέρασε σαράντα ολόκληρα χρόνια ασκούμενος μέσα στα δάση μιας ερημικής νήσου του Ειρηνικού Ωκεανού. Όταν στο Σαρόφ τον έπνιγε ένα…
Lexo jetënΔίκαιος Ααρών ο Ιερέας
Η ράβδος του άνθισε θαυματουργικά μέσα στη σκηνή του μαρτυρίου, φανερώνοντας πως ο ίδιος ο Θεός τον ξεχώρισε ανάμεσα σε όλους τους αρχηγούς των δώδεκα φυλών του Ισραήλ. Όταν ο αδελφός του Μωυσής ύψωνε…
Lexo jetënΗ Δικαία Μαριάμ, η αδελφή του Μωυσή
Μια μικρή κοπέλα στάθηκε κρυμμένη στις καλαμιές του Νείλου και παρακολουθούσε το καλάθι που κρατούσε μέσα του τον αδελφό της, τον μελλοντικό Μωυσή. Η ίδια κοπέλα έμελλε αργότερα να ανακηρυχθεί προφήτισσα και να βαδίσει…
Lexo jetënΗ φωτεινή μάρτυς Λουκία των Συρακουσών
Στον τάφο της αγίας Αγάθης, στην Κατάνη, μια νεαρή κοπέλα από τις Συρακούσες είδε σε όραμα τη μάρτυρα να της υπόσχεται τη θεραπεία της μητέρας της και το δικό της στεφάνι. Λίγο αργότερα, η…
Lexo jetënΟ Δίκαιος Νώε και η Κιβωτός της Σωτηρίας
Ένας άνθρωπος έζησε εννιακόσια πενήντα χρόνια και έγινε ο μόνος δίκαιος μέσα σε μια γενιά παραδομένη στην κακία. Ο Θεός τού εμπιστεύτηκε να σώσει κάθε ζωντανό πλάσμα της γης μέσα σε μια ξύλινη κιβωτό.…
Lexo jetënΟι Άγιοι Κτίτορες της Μονής Μαχαιρά
Ένα μαχαίρι, σταλμένο με θαυματουργικό τρόπο από την ίδια την Παναγία, οδήγησε δύο ασκητές να ανακαλύψουν μέσα σε αγριεμένους βάτους μια ξεχασμένη εικόνα της Θεοτόκου. Αυτή η εικόνα, έργο του ευαγγελιστή Λουκά, βρισκόταν κάποτε…
Lexo jetënΟι Άγιοι της Αλάσκας και το μαρτύριο του Πέτρου
Στην Καλιφόρνια του δέκατου ένατου αιώνα, δεκατέσσερις Αλεούτοι κυνηγοί έπεσαν αιχμάλωτοι σε ξένα χέρια και απείλησαν τη ζωή τους για χάρη της ορθόδοξης πίστης. Ένας από αυτούς, ο Πέτρος, άντεξε φρικτά βασανιστήρια ως το…
Lexo jetën