Ο μοναχός Μάλχος και η δοκιμασία της παρακοής
Ένας νέος μοναχός παράκουσε τον γέροντά του και βρέθηκε σκλάβος των Σαρακηνών στην έρημο της Αραβίας. Μια λέαινα μέσα σε σκοτεινή σπηλιά κατασπάραξε τους διώκτες του και τον γλίτωσε από βέβαιο θάνατο, όταν εκείνος έτρεχε ξανά προς τη μετάνοια. Ο Μάλχος γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό κοντά στην Αντιόχεια της Συρίας, που ονομαζόταν Μαρώνεια και απείχε λίγα μόνο στάδια από την πόλη.
Ήταν μοναχογιός σε ευσεβή οικογένεια γεωργών και οι γονείς του τον ήθελαν κληρονόμο της γης και του ονόματός τους. Από νωρίς όμως η καρδιά του ζητούσε άλλη πορεία και αναζητούσε τη μοναχική ζωή με σταθερή επιθυμία. Όταν οι γονείς του επέμειναν να τον παντρέψουν, εκείνος απαντούσε ταπεινά πως προτιμά τον δρόμο του μοναχού από τον κόσμο.
Ο πατέρας του χρησιμοποίησε φοβέρες και η μητέρα του γλυκές παρακλήσεις, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα στην απόφασή του. Τελικά ο νέος έφυγε κρυφά από το πατρικό του, αφήνοντας πίσω σπίτι, γονείς και επικείμενο γάμο για χάρη του Χριστού. Έφτασε στην ερημική περιοχή ανάμεσα στην Ίμμα και τη Βέροια και βρήκε εκεί μια μικρή μοναστική αδελφότητα με ζωή θεάρεστη.
Παραδόθηκε ολόψυχα στις συμβουλές των γερόντων και άρχισε να ασκείται με νηστεία, αγρυπνία και διαρκή προσευχή. Με τους κόπους και τη σιωπή νέκρωνε σιγά σιγά τα πάθη της σάρκας και προχωρούσε στην εσωτερική καθαρότητα. Πέρασαν πολλά χρόνια ειρηνικής μοναχικής ζωής, ώσπου έμαθε πως ο πατέρας του είχε πεθάνει και η μητέρα του είχε χηρέψει.
Τότε γεννήθηκε μέσα του ο λογισμός να επιστρέψει στην πατρίδα, για να παρηγορήσει τη μάνα του και να τακτοποιήσει την κληρονομιά. Σκέφτηκε να πουλήσει το πατρικό βιος και να μοιράσει τα χρήματα στους φτωχούς και στα μοναστήρια, κρατώντας λίγα μόνο για τις ανάγκες του. Όταν φανέρωσε την επιθυμία του στον ηγούμενο, εκείνος τον προειδοποίησε αυστηρά πως πρόκειται για πειρασμό του εχθρού, κρυμμένον κάτω από πρόσχημα καλό.
Του θύμισε τους πολλούς μοναχούς που πλανήθηκαν με παρόμοιο τρόπο και του ανέφερε παραδείγματα από τη Γραφή, ξεκινώντας από την πτώση των πρωτοπλάστων. Έπεσε μάλιστα στα γόνατά του και τον ικέτευσε με δάκρυα να μην εγκαταλείψει την πνευματική του οικογένεια. Ο Μάλχος όμως δεν υπάκουσε και ξεκίνησε για το ταξίδι του προς την πατρίδα.
Ο γέροντας τον προέπεμψε με δάκρυα, σαν να τον συνόδευε σε κηδεία, και του είπε με βαριά καρδιά πως το πρόβατο που βγαίνει από τη μάντρα γίνεται αμέσως τροφή των λύκων. Στον μεγάλο δρόμο που οδηγούσε από τη Βέροια στην Έδεσσα οι ταξιδιώτες κινούνταν συνήθως ομαδικά, για να αποφεύγουν τις επιθέσεις των Σαρακηνών. Ο Μάλχος ενώθηκε με μια συντροφιά εβδομήντα περίπου ανθρώπων, στην οποία υπήρχαν και αρκετές γυναίκες.
Καθώς προχωρούσαν, εμφανίστηκαν ξαφνικά μπροστά τους πολλοί ημίγυμνοι Ισμαηλίτες οπλισμένοι για μάχη. Τους περικύκλωσαν, τους αιχμαλώτισαν όλους και τους οδήγησαν στη σκλαβιά μαζί με τον Μάλχο. Τότε ο μοναχός κατάλαβε τη ματαιότητα του σχεδίου του και την απάτη του διαβόλου που τον είχε ξεγελάσει.
Θυμήθηκε με συντριβή τα λόγια του γέροντα και έκλαψε για την παρακοή του. Όταν μοιράστηκαν οι αιχμάλωτοι, ο Μάλχος έπεσε στα χέρια ενός Άραβα μαζί με μία αιχμάλωτη γυναίκα. Οι δύο ανέβηκαν σε μία καμήλα και ξεκίνησαν για τη μακρινή έρημο.
Η τροφή τους στο ταξίδι ήταν μισοψημένο κρέας και γάλα καμήλας, ενώ ο δρόμος τους πέρασε από αχανείς αραβικές εκτάσεις και ένα μεγάλο ποτάμι. Ο κύριός του τους παρουσίασε στη γυναίκα και τα παιδιά του και τους έβαλε να προσκυνήσουν κατά το έθιμο των Σαρακηνών. Η δέσποινα ανέθεσε στον Μάλχο τις πιο σκληρές δουλειές, να κουβαλά νερό, να σκουπίζει και να καθαρίζει τις ακαθαρσίες του σπιτιού.
Έχασε τη μοναχική εμφάνιση και περπατούσε σχεδόν γυμνός, καλύπτοντας μόνο τα απαραίτητα εξαιτίας του ανελέητου ήλιου. Αργότερα τον έστειλαν να βόσκει τα πρόβατα στην έρημο, πράγμα που του χάρισε απρόσμενη ανάπαυση και ησυχία. Στη μοναξιά της ερήμου θυμόταν τον Ιακώβ και τον Μωυσή, που έβοσκαν επίσης κοπάδια σε άγριους τόπους.
Τρεφόταν με τυρί και γάλα και έψαλλε με ζέση τους ψαλμούς που έμαθε στο μοναστήρι. Ευχαριστούσε τον Θεό, γιατί τη μοναχική ζωή που είχε χάσει στην πατρίδα του την ξαναβρήκε μέσα στην αιχμαλωσία. Ο πονηρός όμως δεν τον άφησε ήσυχο ούτε εκεί και άρχισε νέο πόλεμο, βλέποντας τον δούλο του Θεού να βρίσκει παρηγοριά μέσα στη δυστυχία του.
Ο Σαρακηνός κύριός του χάρηκε με την πιστή υπηρεσία του και αποφάσισε να τον ανταμείψει δίνοντάς του για σύζυγο εκείνη ακριβώς την αιχμάλωτη γυναίκα, με την οποία ταξίδεψαν παλιά πάνω στην ίδια καμήλα. Ο Μάλχος αρνήθηκε φανερά, λέγοντας πως είναι χριστιανός και δεν μπορεί να παντρευτεί γυναίκα της οποίας ο άντρας ζει σε άλλη σκλαβιά. Ο κύριός του εξαγριώθηκε, τράβηξε το σπαθί του και ήταν έτοιμος να τον σκοτώσει εκείνη τη στιγμή.
Από φόβο θανάτου ο Μάλχος αναγκάστηκε να δείξει εξωτερική συγκατάθεση και αγκάλιασε τον λαιμό της γυναίκας. Τη νύχτα οι δύο τους βρέθηκαν μόνοι μέσα στη μικρή σπηλιά που τους είχαν δώσει για κατοικία. Αντί για χαρά τους κυρίεψε βαθύς πόνος και αμοιβαία ντροπή για την κατάστασή τους.
Ο Μάλχος έκλαιγε και αναρωτιόταν αν στα γεράματά του θα έχανε την παρθενία που φύλαξε από τα νιάτα του. Σκέφτηκε μάλιστα να αυτοκτονήσει με το σπαθί, για να μη μολύνει την αφιέρωσή του στον Χριστό. Σήκωσε λοιπόν το μαχαίρι και είπε στη γυναίκα πως προτιμά να γίνει μάρτυρας μέσα στην έρημο, παρά ζωντανός σύζυγος.
Η γυναίκα τότε έπεσε στα πόδια του και τον παρακάλεσε με δάκρυα στο όνομα του Κυρίου να μη χύσει το αίμα του εξαιτίας της. Του φανέρωσε πως κι εκείνη είχε αποφασίσει να φυλάξει αγνότητα μέχρι τέλους, ακόμη κι αν της επέστρεφαν τον άντρα της. Του πρότεινε να ζήσουν φαινομενικά ως αντρόγυνο, για να ησυχάσουν οι κύριοί τους, αλλά πραγματικά ως πνευματικοί αδελφοί ενώπιον του Χριστού.
Ο Μάλχος θαύμασε τη σωφροσύνη της και δέχτηκε με χαρά τη συμφωνία αυτή. Έζησαν μαζί πολλά χρόνια χωρίς ποτέ ο μοναχός να αγγίξει το σώμα της ή να τη δει με σαρκικό μάτι. Οι αφέντες τους εμπιστεύθηκαν απόλυτα και δεν υποψιάζονταν τίποτε για το μυστικό τους.
Πολλές φορές ο Μάλχος έμενε ολόκληρους μήνες μόνος στην έρημο, ως πιστός βοσκός του μεγάλου κοπαδιού. Σε μια τέτοια μοναξιά άρχισε να συλλογίζεται και πάλι τον γέροντά του και τη ζωή του μοναστηριού. Παρατήρησε ένα μυρμήγκι να κουβαλά βάρος μεγαλύτερο από τον εαυτό του και να βοηθείται από τα άλλα μυρμήγκια της φωλιάς.
Σκέφτηκε πως η κοινοβιακή ζωή μοιάζει με τη μυρμηγκοφωλιά, όπου όλα είναι κοινά και κανείς δεν έχει δικά του. Από εκείνη τη στιγμή η νοσταλγία για το μοναστήρι του φούντωσε ασυγκράτητη μέσα στην ψυχή του. Όταν επέστρεψε στο κατάλυμα, η σύντροφός του παρατήρησε αμέσως τη θλίψη στο πρόσωπό του και τον ρώτησε.
Ο Μάλχος της φανέρωσε τους λογισμούς του και εκείνη του πρότεινε να φύγουν μαζί, αρκεί να την οδηγούσε σε γυναικείο μοναστήρι. Μετά από πολλές συζητήσεις ετοίμασαν προσεκτικά τη φυγή τους, ζυγίζοντας μέσα τους ελπίδα και φόβο. Έσφαξε δύο μεγάλα τράγια από το κοπάδι, έκανε ασκιά από τα δέρματά τους και αποξήρανε το κρέας για τον δρόμο.
Ένα βράδυ ξεκίνησαν κρυφά και έφτασαν σε ένα μεγάλο ποτάμι μακριά από το σπίτι του Σαρακηνού. Φούσκωσαν τα ασκιά, κάθισαν επάνω τους και πέρασαν στην απέναντι όχθη χρησιμοποιώντας τα πόδια τους σαν κουπιά. Το κρέας τους όμως βράχηκε και χάθηκε σχεδόν όλο μέσα στο νερό.
Ήπιαν αρκετό νερό από το ποτάμι για τις επόμενες δύσκολες μέρες της ερήμου. Βάδιζαν περισσότερο τη νύχτα, για να γλιτώνουν τον καύσωνα και να μη γίνονται αντιληπτοί από τους διώκτες τους. Συχνά γύριζαν το κεφάλι πίσω, φοβούμενοι μήπως ο κύριός τους τους είχε ήδη ξεκινήσει να τους ψάχνει.
Την τρίτη ημέρα είδαν από μακριά δύο Σαρακηνούς να καταφθάνουν με δύο γρήγορες καμήλες, ακολουθώντας τα ίχνη τους στην άμμο. Κατάλαβαν αμέσως πως ήταν ο κύριός τους και πάγωσαν από τον τρόμο, περιμένοντας να σφαγούν επί τόπου. Με τη βοήθεια του Θεού όμως πρόσεξαν στα δεξιά τους μια βαθιά σπηλιά και έτρεξαν να κρυφτούν μέσα σε αυτήν.
Στάθηκαν λίγο μέσα από την είσοδο, χωρίς να προχωρήσουν στα έγκατά της, από φόβο μη συναντήσουν φίδια ή θηρία. Στην πραγματικότητα βρίσκονταν παγιδευμένοι ανάμεσα στο σπαθί του κυρίου τους και στους κινδύνους του σκοτεινού βάθους. Σύντομα ο Σαρακηνός έφτασε με τον δούλο του, έδεσε τις καμήλες και στάθηκε στην είσοδο με γυμνό σπαθί.
Έστειλε τον υπηρέτη του μέσα να βγάλει τους δραπέτες, για να τους θανατώσει ο ίδιος έξω. Ο δούλος μπήκε φωνάζοντας απειλές, αλλά δεν είδε τους κρυμμένους, επειδή τα μάτια του δεν συνήθισαν ακόμη στο σκοτάδι. Εκείνη τη στιγμή μια λέαινα όρμησε ξαφνικά από τα βάθη της σπηλιάς και τον έπνιξε αμέσως.
Τον έσυρε αιματωμένο στη φωλιά της, χωρίς να αγγίξει καθόλου τους δύο φυγάδες που έτρεμαν ακίνητοι. Ο Σαρακηνός, καθώς δεν άκουσε ξανά τη φωνή του δούλου του, νόμισε ότι οι δραπέτες τον είχαν νικήσει και όρμησε μέσα φουριόζος. Η λέαινα αναγνώρισε αμέσως τη νέα φωνή, βγήκε ξανά μπροστά και τον κατασπάραξε με την ίδια ταχύτητα.
Τους τράβηξε και τους δύο νεκρούς δίπλα από τους κρυμμένους ανθρώπους, χωρίς να τους πειράξει στο ελάχιστο. Ο Μάλχος και η σύντροφός του είδαν τη θαυμαστή πρόνοια του Θεού και δόξασαν με δάκρυα το μεγάλο έλεός Του. Η λέαινα αργότερα πήρε στο στόμα της το μικρό της και βγήκε ήρεμα έξω από τη σπηλιά.
Οι δύο ταξιδιώτες περίμεναν αρκετή ώρα σιωπηλοί, ώσπου βεβαιώθηκαν πως δεν θα επέστρεφε. Βγήκαν στο φως, βρήκαν τις καμήλες δεμένες με τροφή και νερό και έφαγαν επιτέλους χορταστικά. Καβάλησαν τα ζώα και προχώρησαν με χαρά για δέκα ολόκληρες ημέρες μέσα στην έρημο.
Τελικά συνάντησαν ρωμαϊκό στρατιωτικό φυλάκιο και διηγήθηκαν την περιπέτειά τους στον επικεφαλής αξιωματικό. Εκείνος τους έστειλε στον στρατηγό Σαβίνο της Μεσοποταμίας, ο οποίος αγόρασε τις καμήλες τους και τους ξαπέστειλε γενναιόδωρα στην πατρίδα τους. Έτσι, μετά από χρόνια αιχμαλωσίας, πάτησαν ξανά στο χώμα της Συρίας ελεύθεροι και ευγνώμονες.
Ο Μάλχος οδήγησε αμέσως την πνευματική του αδελφή σε γυναικείο κοινόβιο και ο ίδιος επέστρεψε στο μοναστήρι από όπου είχε φύγει με ανυπακοή. Δεν πρόλαβε όμως ζωντανό τον γέροντά του, εκείνον που τον είχε προειδοποιήσει με δάκρυα πριν από τόσα χρόνια. Διηγήθηκε με συντριβή στους αδελφούς όλα όσα έζησε και ομολόγησε πως η παρακοή του υπήρξε η αιτία κάθε δοκιμασίας του.
Εγκαταστάθηκε για πάντα στη μονή και υποσχέθηκε πως ποτέ ξανά δεν θα την εγκατέλειπε για κανέναν λόγο. Νουθετούσε τους νεότερους μοναχούς να μην παρακούουν τον ηγούμενό τους και να μην επιθυμούν επιστροφή στον κόσμο. Έλεγε πως η μοναχική κλήση φυλάσσεται μόνο μέσα στην υπακοή και την ταπείνωση.
Έζησε τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του με αυστηρή άσκηση, νηστεία και διαρκή ευχαριστία προς τον Θεό. Παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Κύριο μέσα στο τέταρτο μετά Χριστόν αιώνα. Άφησε πίσω του ζωντανό παράδειγμα σωφροσύνης για όλες τις γενιές που θα ακολουθούσαν.
Δίδαξε πως η παρθενική αγνότητα δεν νικιέται ούτε από σπαθί ούτε από έρημο ούτε από άγρια θηρία. Όποιος εμπιστεύεται την ψυχή του στον Χριστό μπορεί να πεθάνει σωματικά, ποτέ όμως δεν ηττάται πνευματικά. Σε αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων.
Αμήν.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 26 Mars
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Άγιοι Μοντανός ο Πρεσβύτερος και Μαξίμη η σύζυγός του
Πάνω σε μια γέφυρα του ποταμού Σάββα, ένας ιερέας και η σύζυγός του στάθηκαν μπροστά στον ηγεμόνα Πρόβο και διάλεξαν τον θάνατο αντί για τη θυσία στα είδωλα. Η Αγία Μαξίμη μίλησε με τόσο…
Lexo jetënΗ Σύναξη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ
Όταν ο Χριστός προσευχόταν αιματόβρεχτος στον κήπο της Γεθσημανή, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ κατέβηκε από τον ουρανό για να τον ενισχύσει στην ώρα του Πάθους. Ο ίδιος αυτός Αρχάγγελος είχε φέρει στην Παρθένο Μαρία το…
Lexo jetënΟ Άγιος Ιερομάρτυς Ειρηναίος, Επίσκοπος Σιρμίου
Πάνω στη γέφυρα του ποταμού Σάβα, ένας νεαρός επίσκοπος γονάτισε και προσευχήθηκε για το ποίμνιό του, λίγο πριν τον αποκεφαλίσουν για το όνομα του Χριστού. Οι ίδιοι οι γονείς του και οι συγγενείς του…
Lexo jetënΟ Όσιος Βασίλειος ο Νέος και η ψυχή της Θεοδώρας
Δύο δελφίνια ανέλαβαν κάποτε στη ράχη τους έναν γέροντα ασκητή και τον απέθεσαν ζωντανό στις ακτές της Κωνσταντινούπολης. Ο ίδιος γέροντας είχε λίγο πριν αντικρίσει ένα πεινασμένο λιοντάρι να γονατίζει στα πόδια του σαν…
Lexo jetënΟ Νεομάρτυς Γεώργιος από τη Σόφια
Μέσα στο εργαστήρι ενός τοξοποιού στην Αδριανούπολη, ένας νεαρός στρατιώτης άκουσε τον Χριστό να βρίζεται και δεν άντεξε να σιωπήσει. Λίγες ώρες αργότερα, με χορδή τόξου δεμένη στον λαιμό του, οδηγούνταν μπροστά στον ηγεμόνα…
Lexo jetënΟι Άγιοι Είκοσι Έξι Μάρτυρες της Γοτθίας
Μέσα στις φλόγες μιας εκκλησίας που πυρπολήθηκε εν ώρα θείας λειτουργίας, τριακόσιες οκτώ ψυχές παρέδωσαν το πνεύμα τους ψάλλοντας προς τον Χριστό. Ένας απλός πιστός, καθώς πήγαινε το πρόσφορό του στον ναό, συνελήφθη, ομολόγησε…
Lexo jetën