Ο Όσιος Μακάριος ο θαυματουργός της Κολγιαζίν
Όταν έσκαψαν τάφρους για να θεμελιώσουν νέο ναό στη μονή της Κολγιαζίν, βρήκαν το λείψανο του ιδρυτή της άφθαρτο μέσα στη γη, ύστερα από τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια ταφής. Την ώρα του θανάτου του, οι αδελφοί ανακάλυψαν επάνω στο σώμα του βαριές σιδερένιες αλυσίδες, για τις οποίες κανείς ποτέ δεν είχε υποψιαστεί τίποτε. Ο Όσιος γεννήθηκε στο χωριό Γκρίμπκοβο, κοντά στην πόλη Κασίν, από τον επιφανή βογιάρο Βασίλειο Κόζα και τη σύζυγό του Ειρήνη.
Στον κόσμο ονομαζόταν Ματθαίος και από μικρός αγάπησε τη μελέτη των θείων Γραφών με ασυνήθιστο πάθος. Οι γονείς του όμως δεν ήθελαν να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και τον έπεισαν να νυμφευθεί την Ελένη Γιαχόντοβα. Ο νεαρός Ματθαίος δέχθηκε υπάκουα τη θέλησή τους και έζησε με τη σύζυγό του βίο σεμνό και αγνό.
Μεταξύ τους είχαν συμφωνήσει πως όποιος επέζηνε θα έπαιρνε αμέσως το αγγελικό σχήμα. Έναν χρόνο μετά τον γάμο κοιμήθηκαν οι γονείς του και ύστερα από δύο χρόνια εκδημεί και η σύζυγός του. Έτσι ελευθερώθηκε από κάθε κοσμικό δεσμό.
Χωρίς αναβολή ο Ματθαίος μοίρασε όλη την περιουσία του στους φτωχούς και κατευθύνθηκε στη μονή του Αγίου Νικολάου του Κλομπούκωφ. Εκεί εκάρη μοναχός με το όνομα Μακάριος και επιδόθηκε με ζήλο σε όλα τα διακονήματα. Υπάκουε όχι μόνο στον ηγούμενο αλλά και στους νεότερους αδελφούς με βαθιά ταπείνωση και πραότητα.
Μετά από αρκετά χρόνια ζήτησε την ευλογία του ηγουμένου, για να αναζητήσει τόπο ησυχαστικό. Βρήκε μια έρημη περιοχή ανάμεσα σε δύο μικρές λίμνες, δεκαοκτώ βέρστια μακριά από το Κασίν, μέσα σε πυκνό δάσος. Εκεί έστησε κελλί και άρχισε σκληρή άσκηση με νηστεία, ολονύκτιες αγρυπνίες και αδιάλειπτη προσευχή.
Τα άγρια θηρία πλησίαζαν ήμερα κοντά του και έτρωγαν την πενιχρή τροφή από τα χέρια του. Σύντομα έφθασαν επτά γέροντες από την παλιά του μονή, ζητώντας να μείνουν μαζί του. Άλλοι ασκητές προστέθηκαν από διάφορα μέρη και γύρω από το κελλί του υψώθηκαν νέα καλύβια.
Έτσι σχηματίσθηκε μια ολόκληρη ερημική αδελφότητα, που χρειαζόταν πλέον ναό για τη θεία λειτουργία και την κοινή προσευχή. Με την ευλογία του αρχιερέως Τβέρ ανήγειραν μικρή ξύλινη εκκλησία αφιερωμένη στην Ζωαρχική Τριάδα. Στην περιοχή ζούσε όμως ένας γαιοκτήμονας ονόματι Ιωάννης Κολιάγκα, που έβλεπε με κακία την αύξηση της αδελφότητος.
Φοβήθηκε ότι τα κτήματά του θα περιέρχονταν στο μοναστήρι και αποφάσισε να σκοτώσει τον Όσιο. Όμως ξαφνικά πέθανε η οικογένειά του και ο ίδιος προσβλήθηκε από βαριά αρρώστια, που τον έριξε στο κρεββάτι. Αναγνώρισε τότε την παιδαγωγία του Θεού και ζήτησε να τον μεταφέρουν στα πόδια του ασκητή.
Με δάκρυα ομολόγησε το κακό του σχέδιο και παρακάλεσε τον Μακάριο να τον συγχωρήσει. Εκείνος του απάντησε με γαλήνη ότι ο Θεός τον συγχωρεί και τον δίδαξε για τη ματαιότητα των επιγείων αγαθών. Ο Κολιάγκα συγκλονίσθηκε τόσο, ώστε εγκατέλειψε τον κόσμο και εκάρη μοναχός κοντά στον Όσιο.
Παρέδωσε όλα τα χωράφια του στη μονή και ο Μακάριος, για ταπείνωση, ονόμασε το μοναστήρι Κολγιαζίν προς τιμήν του πρώην εχθρού του. Η αδελφότητα μεγάλωνε συνεχώς και χρειαζόταν πλέον επίσημο ηγούμενο, παρότι ο ίδιος ο Όσιος αρνιόταν με σθένος να αναλάβει αυτό το αξίωμα. Μετά από πολλές παρακλήσεις δέχθηκε τέλος ο Μακάριος και χειροτονήθηκε ηγούμενος από τον επίσκοπο Τβέρ Μωυσή.
Η αδελφότητα τον υποδέχθηκε με ανείπωτη χαρά και πανηγυρική λιτανεία. Παρά το νέο αξίωμα συνέχισε να φορά παλιά και μπαλωμένα ράσα και να εργάζεται μαζί με τους αδελφούς στα ταπεινότερα διακονήματα. Συναντούσε τους μοναχούς με γλυκύτητα και τους αποκαλούσε «καλέ γέροντα», αναφέροντας το όνομα του καθενός.
Καθιέρωσε αυστηρό κοινοβιακό τυπικό και απαγόρευσε κάθε οινοπνευματώδες ποτό μέσα στη μονή. Όλοι έπρεπε να τρώνε μαζί στην κοινή τράπεζα και όχι χωριστά στα κελλιά τους. Ο μεγάλος ασκητής Ιωσήφ ο Βολοκολάμσκος επισκέφθηκε τη μονή και θαύμασε την ευταξία της.
Ο γέροντας Μητροφάνης Μπυβάλτσεφ, που είχε ζήσει εννέα χρόνια στο Άγιον Όρος, δήλωσε πως μάταια κοπίασε να φθάσει εκεί, αφού η ίδια κοινοβιακή ζωή υπήρχε και στην Κολγιαζίν. Πολλοί ασθενείς και δαιμονισμένοι θεραπεύθηκαν με την προσευχή του Οσίου ακόμη και όσο εκείνος ζούσε σωματικά. Από τη μονή του εξήλθαν επίσης μεγάλοι ασκητές, μεταξύ των οποίων ο όσιος Παΐσιος του Ουγκλίτς, που ήταν ανηψιός του Μακαρίου και ίδρυσε τη δική του μονή του Πέπλου.
Ο Όσιος Μακάριος έφθασε σε βαθιά γεράματα χωρίς να εγκαταλείψει ποτέ το αυστηρό κανόνα του. Παρότι το σώμα του εξασθενούσε, στεκόταν στην προσευχή μέρα και νύκτα σαν στερεός στύλος. Τον Μάρτιο του έτους χίλια τετρακόσια ογδόντα τρία τον κατέλαβε βαριά ασθένεια και κατάλαβε ότι πλησίαζε το τέλος του.
Κάλεσε τότε τους αδελφούς και τους έδωσε τις τελευταίες πατρικές παραγγελίες του. Τους προέτρεψε να φροντίζουν για τη σωτηρία τους, να μένουν στους κόπους και την αδιάλειπτη προσευχή, να φυλάγουν την καθαρότητα ψυχής και σώματος. Τους βεβαίωσε επίσης ότι, αν είχε παρρησία ενώπιον του Θεού, η μονή δεν θα φθαρεί αλλά θα αυξηθεί.
Αφού ευλόγησε και ασπάσθηκε όλους, κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων και παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. Ήταν η δεκάτη εβδόμη Μαρτίου και είχε διανύσει το ογδοηκοστό πρώτο έτος της ηλικίας του. Τότε ακριβώς ανακάλυψαν επάνω του τις βαριές αλυσίδες, που φορούσε κρυφά σε όλη του τη ζωή.
Τον έθαψαν κοντά στον ξύλινο ναό και ο τόπος γέμισε αμέσως από προσκυνητές και ευλαβικές προσφορές. Τριάντα οκτώ χρόνια αργότερα, όταν ο έμπορος Μιχαήλ Μπορόνκωφ ανέλαβε να ανεγείρει νέο πέτρινο ναό, έσκαψαν στο έδαφος βαθιές τάφρους θεμελιώσεως. Στον τόπο της ταφής βρήκαν τον τάφο του ιδρυτή ανέπαφο, με ευωδία να αναβλύζει από εκείνον.
Ο ηγούμενος Ιωάσαφ ασπάσθηκε με δάκρυα την ιερή ανακάλυψη και συγκεντρώθηκαν αδελφοί και πλήθος λαού. Όταν άνοιξαν την κάσα, το σώμα του Οσίου βρέθηκε εντελώς άφθαρτο, ακόμη και τα ράσα διατηρούσαν τη λάμψη τους. Ήταν η εικοστή έκτη Μαΐου του έτους χίλια πεντακόσια είκοσι ένα.
Πολλοί ασθενείς που πλησίαζαν με πίστη τα νεοαποκαλυφθέντα λείψανα έβρισκαν αμέσως θεραπεία. Ο μεγάλος ηγεμών της Μόσχας και ο μητροπολίτης Δανιήλ συγκάλεσαν σύνοδο στην πρωτεύουσα, για να εξετάσουν το γεγονός. Η σύνοδος κατέταξε τον Όσιο Μακάριο στον χορό των αγίων και όρισε τοπική εορτή την ημέρα της κοιμήσεως και την ημέρα της ανακομιδής.
Αργότερα η σύνοδος του έτους χίλια εξακόσια σαράντα επτά καθόρισε την πανταχού τιμή του ως μεγάλου θαυματουργού της ρωσικής εκκλησίας. Στην ανακομιδή των λειψάνων κατέγραψαν οι μοναχοί δεκατέσσερα θαύματα του Οσίου. Ένας πτωχός ονόματι Ιωάννης, που είχε ξεραμένα και συσπασμένα τα πόδια του επί δώδεκα έτη, ίσιωσε αμέσως και στάθηκε όρθιος, μόλις τον ράντισαν με τον αγιασμό στη λάρνακα.
Ο νεαρός Γρηγόριος, που κειτόταν παράλυτος δέκα ολόκληρα χρόνια, σήκωσε μόνος του τα μέλη του και προσκύνησε τα ιερά λείψανα. Δύο γυναίκες απαλλάχθηκαν από βαριά οιδήματα και κωφότητα και πολλοί δαιμονισμένοι ελευθερώθηκαν από τα ακάθαρτα πνεύματα. Η μονή της Κολγιαζίν έγινε προσκύνημα ολόκληρης της Ρωσίας και την επισκέφθηκαν αυτοκράτορες, όπως ο Ιβάν ο τέταρτος και ο Βόρις Γκοντούνωφ με τη βασιλική του οικογένεια.
Στα ταραγμένα χρόνια της Πολωνικής εισβολής η μονή πυρπολήθηκε και τα λείψανα εκσφενδονίσθηκαν από την ασημένια λάρνακα. Όμως η ευλάβεια του λαού δεν έσβησε ποτέ. Η Εκκλησία της Ρωσίας τιμά μέχρι σήμερα τον όσιο πατέρα Μακάριο της Κολγιαζίν στις δεκαεπτά Μαρτίου και στις είκοσι έξι Μαΐου ως μεγάλο θαυματουργό και πρότυπο μοναχικής ταπεινώσεως.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 17 Mars
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Γαβριήλ ο Μικρός, ο Γεωργιανός οσιομάρτυρας του Νταβίτ-Γκαρέτζι
Στο μικρό ραφτάδικό του στην Τιφλίδα μοίραζε σχεδόν όλο το κέρδος της ημέρας στους φτωχούς της γειτονιάς. Δολοφονήθηκε από Νταγκεστανούς ληστές τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, καθώς συνόδευε έναν αρχιδιάκονο πίσω στο σπίτι του. Ο Άγιος…
Lexo jetënΟ Άγιος Μάρτυς Μαρίνος και η φλόγα της ομολογίας
Μπροστά στα μάτια όλων, ένας νέος χριστιανός όρμησε στον βωμό των ειδώλων και τσαλαπάτησε τις θυσίες που μόλις είχαν προσφερθεί στα ψεύτικα θεά. Οι ειδωλολάτρες ιερείς τον άρπαξαν αμέσως, του έσπασαν τα δόντια με…
Lexo jetënΟ Όσιος Αλέξιος, ο άνθρωπος του Θεού
Τη νύχτα του γάμου του, ο νεαρός Αλέξιος έδωσε στη νύφη του το χρυσό δαχτυλίδι και τη ζώνη του και έφυγε κρυφά από τη Ρώμη. Ζήτησε ψωμί ως ζητιάνος στο κατώφλι του ίδιου του…
Lexo jetënΠατρίκιος, ο φωτιστής της Ιρλανδίας
Σε ηλικία δεκαέξι ετών, ο νεαρός Πατρίκιος αρπάχθηκε από πειρατές και πουλήθηκε ως σκλάβος βοσκός στα άγρια βουνά της Ιρλανδίας. Έξι ολόκληρα χρόνια αιχμαλωσίας μεταμορφώθηκαν για εκείνον σε παράδεισο προσευχής, καθώς η ψυχή του…
Lexo jetën