Ο Όσιος Αλέξιος, ο άνθρωπος του Θεού
Τη νύχτα του γάμου του, ο νεαρός Αλέξιος έδωσε στη νύφη του το χρυσό δαχτυλίδι και τη ζώνη του και έφυγε κρυφά από τη Ρώμη. Ζήτησε ψωμί ως ζητιάνος στο κατώφλι του ίδιου του πατρικού του σπιτιού, χωρίς κανείς να τον αναγνωρίσει για δεκαεπτά χρόνια. Καταγόταν από αρχοντική ρωμαϊκή οικογένεια στα χρόνια του αυτοκράτορα Αρκαδίου, που βασίλεψε στα τέλη του τέταρτου αιώνα και στις αρχές του πέμπτου.
Ο πατέρας του Ευφημιανός ήταν συγκλητικός, πλούσιος, ελεήμων και πολύ αγαπητός μέσα στη ρωμαϊκή κοινωνία της εποχής εκείνης. Η μητέρα του Αγλαΐς υπήρξε για χρόνια άτεκνη και παρακαλούσε με δάκρυα τον Θεό να της χαρίσει παιδί. Όταν τελικά γεννήθηκε ο Αλέξιος, οι γονείς τον ανέθρεψαν με φόβο Θεού και του χάρισαν λαμπρή μόρφωση και βαθιά γνώση των ιερών Γραφών.
Μέσα του όμως άναψε νωρίς ο πόθος της παρθενίας και της αφιερώσεως στον Χριστό, και κάτω από τα πολυτελή ρούχα του φορούσε κρυφά τρίχινο σάκο. Οι γονείς του, μη γνωρίζοντας τον εσωτερικό του αγώνα, του ετοίμασαν γάμο με μια ευγενική κόρη από βασιλικό γένος της Ρώμης. Μέσα στον νυφικό θάλαμο ο Αλέξιος ψιθύρισε λίγα λόγια στη νύφη του και της εμπιστεύθηκε το δαχτυλίδι του.
Έφυγε αθόρυβα από το σπίτι, πήρε λίγο χρυσάφι και πολύτιμα πετράδια και επιβιβάστηκε σε καράβι που ταξίδευε προς την Ανατολή. Έφτασε στη Λαοδίκεια και από εκεί ακολούθησε καραβάνι εμπόρων που κατευθυνόταν στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Στην πόλη αυτή φυλασσόταν το άγιο εκείνο εκμαγείο του Κυρίου που δεν είχε φτιαχτεί από χέρι ανθρώπου.
Μόλις έφτασε, μοίρασε όλα τα χρήματα και τα τιμαλφή του στους πτωχούς και έμεινε μόνο με κουρελιασμένα ρούχα. Κάθισε στον νάρθηκα του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου και έζησε εκεί δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια. Τρεφόταν με λίγο ψωμί και νερό από τις ελεημοσύνες των προσκυνητών και κάθε Κυριακή κοινωνούσε τα Άχραντα Μυστήρια.
Το πρόσωπό του μαράθηκε από τη νηστεία και τις αγρυπνίες, και η όψη του άλλαξε ολότελα. Στη Ρώμη η μάνα του φόρεσε σάκο και έκλαιγε απαρηγόρητη, ενώ η νύφη του περίμενε τον άντρα της σαν τρυγόνα. Ο Ευφημιανός είχε στείλει υπηρέτες παντού για να τον αναζητήσουν.
Μερικοί από τους απεσταλμένους του Ευφημιανού έφτασαν ως την Έδεσσα και πέρασαν μπροστά από τον Αλέξιο. Του έδωσαν μάλιστα ελεημοσύνη χωρίς να καταλάβουν ποιον είχαν μπροστά τους, γιατί η όψη του είχε αλλοιωθεί εντελώς από την άσκηση. Εκείνος αναγνώρισε τους δούλους του και ευχαρίστησε τον Θεό που έπαιρνε ψωμί από τα χέρια των δικών του ανθρώπων.
Μια νύχτα η Υπεραγία Θεοτόκος φανερώθηκε στον νεωκόρο του ναού και του φανέρωσε ότι ο φτωχός εκείνος στον νάρθηκα ήταν άνθρωπος του Θεού. Όταν οι κάτοικοι της πόλης άρχισαν να τον τιμούν, ο Όσιος φοβήθηκε τη δόξα των ανθρώπων και έφυγε κρυφά με πλοίο για την Ταρσό της Κιλικίας. Όμως αντίθετοι άνεμοι, ή μάλλον η Θεία Πρόνοια, οδήγησαν το καράβι στο λιμάνι της Ρώμης.
Ο Αλέξιος κατάλαβε το θέλημα του Θεού και πήγε στο πατρικό του σπίτι ως άγνωστος ζητιάνος. Ζήτησε από τον πατέρα του λίγη ελεημοσύνη και άδεια να μείνει σε κάποια γωνιά της αυλής. Ο Ευφημιανός, που είχε γίνει ακόμη πιο πονόψυχος μετά τον χαμό του γιου του, τον δέχτηκε με συμπάθεια.
Πρόσταξε τους δούλους του να του φτιάξουν ένα μικρό κατάλυμα και να τον τρέφουν με τα περισσεύματα του δικού του τραπεζιού. Έζησε λοιπόν ο άνθρωπος του Θεού άλλα δεκαεπτά χρόνια στην είσοδο του πατρικού του σπιτιού, χωρίς κανείς να υποψιαστεί ποιος ήταν. Υπέμενε με χαρά τις βρισιές, τις περιπαίξεις και τα χτυπήματα των δούλων, που τον θεωρούσαν άχρηστο ξένο.
Έδινε το φαγητό του στους φτωχότερους και κρατούσε για τον εαυτό του μόνο λίγο ψωμί και νερό τις Κυριακές. Το κελί του βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το παράθυρο της νύφης του, και ο Όσιος άκουγε νύχτα και μέρα τους θρήνους της μητέρας και της γυναίκας του για τον χαμένο γιο και άντρα. Μόνο η αμέτρητη αγάπη του προς τον Χριστό τού έδινε δύναμη να αντέξει αυτόν τον σιωπηλό μαρτυρικό αγώνα.
Όταν ο Κύριος του φανέρωσε την ημέρα της κοιμήσεώς του, ζήτησε χαρτί και μελάνι και έγραψε όλη την ιστορία της ζωής του. Ανέφερε τα μυστικά εκείνα σημάδια που μόνο οι γονείς και η νύφη του γνώριζαν, καθώς και τα λόγια που είχε πει στον νυφικό θάλαμο. Ζητούσε συγχώρεση για τη θλίψη που τους είχε προξενήσει και παρακαλούσε τον Θεό να τους χαρίσει υπομονή και τη Βασιλεία των Ουρανών.
Την ίδια ώρα τελούνταν Θεία Λειτουργία στη βασιλική του Αγίου Πέτρου, με τον αυτοκράτορα Ονώριο και τον πάπα Ιννοκέντιο και πλήθος πιστών. Ξαφνικά ακούστηκε από το ιερό μια θαυμαστή φωνή που καλούσε όλους τους κουρασμένους και βεβαρημένους να βρουν ανάπαυση στον Χριστό. Έπειτα η φωνή πρόσταξε να αναζητήσουν τον άνθρωπο του Θεού, που θα προσευχόταν για τη σωτηρία της πόλεως, γιατί έφευγε από το σώμα του.
Έγινε αγρυπνία και δέηση σε όλη τη Ρώμη, και την επομένη η φωνή φανέρωσε ότι ο άγιος βρισκόταν στο σπίτι του Ευφημιανού. Όταν ο αυτοκράτορας και ο πάπας έφτασαν στο αρχοντικό, ο υπηρέτης τους διηγήθηκε τη θαυμαστή ζωή του φτωχού εκείνου, που μοίραζε το φαγητό του στους πτωχούς και κοινωνούσε κάθε Κυριακή με ψωμί και νερό. Βρήκαν τον Όσιο νεκρό μέσα στην ταπεινή του καλύβα, με χαρτί κλεισμένο στο χέρι του.
Όταν διάβασαν το γράμμα μπροστά στο πλήθος, οι γονείς και η νύφη του αναγνώρισαν με συντριβή το αγαπημένο τους πρόσωπο. Το πένθος της οικογένειας ράγισε τις καρδιές όλων όσοι παραβρέθηκαν εκεί. Ο αυτοκράτορας και ο πάπας μετέφεραν με τιμή το σκήνωμα στο κέντρο της πόλεως για να το προσκυνήσει όλος ο λαός.
Τυφλοί ξαναβρήκαν το φως τους, κουφοί άκουσαν, άλαλοι δόξασαν τον Θεό με δυνατή φωνή, και τα ακάθαρτα πνεύματα έφευγαν από τους δαιμονισμένους. Ο κόσμος είχε μαζευτεί σε τέτοιο πλήθος, ώστε η πομπή δεν μπορούσε να προχωρήσει προς τον ναό. Ο αυτοκράτορας πρόσταξε να ρίξουν χρυσά νομίσματα στον λαό, ελπίζοντας πως οι άνθρωποι θα ορμούσαν σε αυτά και θα άνοιγε δρόμος.
Όμως οι πιστοί περιφρόνησαν το φθαρτό χρυσάφι και προτίμησαν να αγγίξουν το άγιο σκήνωμα και να πάρουν τη χάρη της αφθαρσίας. Τελικά τοποθέτησαν το τίμιο λείψανο στη βασιλική του Αγίου Βονιφατίου, μέσα σε λάρνακα στολισμένη με χρυσό και πολύτιμους λίθους. Από εκεί άρχισε αμέσως να αναβλύζει ευωδιαστό μύρο, που θεράπευε κάθε λογής αρρώστια στους ασθενείς.
Η Κάρα του Οσίου, αρκετούς αιώνες αργότερα, δωρήθηκε από τον αυτοκράτορα Μανουήλ τον Παλαιολόγο στη Μονή της Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων. Όταν οι Οθωμανοί πυρπόλησαν τη μονή κατά τον δέκατο έκτο αιώνα, δύο μοναχοί διέσωσαν το ιερό κειμήλιο, που φυλάσσεται μέχρι σήμερα ως πολύτιμη παρακαταθήκη της Ορθοδοξίας.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 17 Mars
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Γαβριήλ ο Μικρός, ο Γεωργιανός οσιομάρτυρας του Νταβίτ-Γκαρέτζι
Στο μικρό ραφτάδικό του στην Τιφλίδα μοίραζε σχεδόν όλο το κέρδος της ημέρας στους φτωχούς της γειτονιάς. Δολοφονήθηκε από Νταγκεστανούς ληστές τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, καθώς συνόδευε έναν αρχιδιάκονο πίσω στο σπίτι του. Ο Άγιος…
Lexo jetënΟ Άγιος Μάρτυς Μαρίνος και η φλόγα της ομολογίας
Μπροστά στα μάτια όλων, ένας νέος χριστιανός όρμησε στον βωμό των ειδώλων και τσαλαπάτησε τις θυσίες που μόλις είχαν προσφερθεί στα ψεύτικα θεά. Οι ειδωλολάτρες ιερείς τον άρπαξαν αμέσως, του έσπασαν τα δόντια με…
Lexo jetënΟ Όσιος Μακάριος ο θαυματουργός της Κολγιαζίν
Όταν έσκαψαν τάφρους για να θεμελιώσουν νέο ναό στη μονή της Κολγιαζίν, βρήκαν το λείψανο του ιδρυτή της άφθαρτο μέσα στη γη, ύστερα από τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια ταφής. Την ώρα του θανάτου του,…
Lexo jetënΠατρίκιος, ο φωτιστής της Ιρλανδίας
Σε ηλικία δεκαέξι ετών, ο νεαρός Πατρίκιος αρπάχθηκε από πειρατές και πουλήθηκε ως σκλάβος βοσκός στα άγρια βουνά της Ιρλανδίας. Έξι ολόκληρα χρόνια αιχμαλωσίας μεταμορφώθηκαν για εκείνον σε παράδεισο προσευχής, καθώς η ψυχή του…
Lexo jetën