EmailFacebookΕπικοινωνία

Η Φαύστα της Κυζίκου και τα τρία στεφάνια

Δεκατριών ετών ορφάνεψε στην Κύζικο και κληρονόμησε αμύθητη περιουσία, μα την περιφρόνησε για χάρη του Νυμφίου της Χριστού. Όταν την έριξαν στη φωτιά για να την κάψουν ζωντανή, η φλόγα δεν άγγιξε ούτε μια τρίχα της και το καζάνι κρύωσε μπροστά στα μάτια όλων. Η μικρή αυτή κόρη γεννήθηκε στην Κύζικο της Μικράς Ασίας από γονείς πλούσιους και βαθιά ευσεβείς, που της παρέδωσαν στέρεη χριστιανική ανατροφή.

Όταν εκείνοι έφυγαν από τη ζωή, η Φαύστα έμεινε μόνη μέσα στο μεγάλο σπίτι, χωρίς όμως να λυγίσει η ψυχή της. Παρέμεινε σταθερή στην πίστη και περνούσε τις ώρες της σε νηστεία, προσευχή και μελέτη των Γραφών. Καταφρόνησε τα πλούτη, τις ηδονές και κάθε λαμπρότητα του κόσμου τούτου, βαδίζοντας τον στενό δρόμο που δίδαξε ο Κύριος.

Σύντομα η φήμη της ξεπέρασε τα όρια της πόλης και έφτασε στ' αυτιά του ασεβούς αυτοκράτορα Μαξιμιανού. Εκείνος έστειλε αμέσως στην Κύζικο τον πρώτο ιερέα του, τον Ευϊλάσιο, με την εντολή να την υποτάξει στους ψεύτικους θεούς ή να την πνίξει στα βαθιά νερά. Ο γέροντας Ευϊλάσιος έφτασε στην Κύζικο και κάλεσε μπροστά του την παρθένο για να θυσιάσει στα είδωλα.

Η Φαύστα στάθηκε ατρόμητη και του απάντησε ότι δεν προσκυνά θεούς κουφούς και τυφλούς, έργα ανθρώπινων χεριών. Του φανέρωσε πως έχει στους ουρανούς Πατέρα και Νυμφίο, τον Ιησού Χριστό, και ποτέ δεν θα Τον εγκαταλείψει. Εκείνος, οργισμένος, διέταξε να της κόψουν τα μαλλιά για ντροπή και να την κρεμάσουν σε δέντρο, χτυπώντας την ανελέητα.

Την ώρα που η μάρτυς ύψωσε τα μάτια στον ουρανό και προσευχήθηκε, έσκασε φοβερή αστραπή που σκότωσε πολλούς από τους παρόντες. Έντρομος ο Ευϊλάσιος ζήτησε να μάθει ποια πραγματικά είναι. Εκείνη του ζήτησε να καλέσει ζωγράφο και να αποτυπώσει επάνω σε εικόνα τη μορφή της και όλα τα μαρτύρια.

Όταν η εικόνα έγινε, του είπε πως όπως η ζωγραφιά δεν αισθάνεται κανέναν πόνο, έτσι και το σώμα της δεν νιώθει τίποτε, γιατί η ψυχή της είναι στηριγμένη ολόκληρη στον Κύριο. Διέταξε τότε ο Ευϊλάσιος να την κλείσουν μέσα σε ξύλινο κιβώτιο και να το πριονίσουν με κάθε δύναμη. Οι δούλοι πριόνιζαν από την πρώτη ώρα μέχρι την έκτη, άλλαξαν έξι πριόνια, αλλά καμιά λάμα δεν άγγιξε το σώμα της.

Άναψαν φωτιά για να την κάψουν, μα ούτε το ξύλο σημάδεψε η φλόγα. Μέσα από το κιβώτιο ακουγόταν η φωνή της που έψαλλε τα λόγια του προφήτη Ησαΐα, πως όποιος περνά μέσα από φωτιά δεν καίγεται. Συγκλονισμένος ο γέροντας, ογδόντα χρονών άνθρωπος, ομολόγησε ότι ποτέ δεν είχε δει κάτι παρόμοιο και την παρακάλεσε να του πει την αλήθεια.

Η Φαύστα του μίλησε για τον αιώνιο Θεό, που έγινε άνθρωπος από την Παναγία Παρθένο, σταυρώθηκε για τη σωτηρία μας, αναστήθηκε την τρίτη ημέρα και θα έρθει πάλι ως κριτής ζώντων και νεκρών. Η καρδιά του γέροντα μαλάκωσε βαθιά, έλυσε τα δεσμά της αγίας και την άφησε ελεύθερη, ποθώντας πλέον να γίνει χριστιανός μαζί με όλη του την ψυχή και διάνοια. Η είδηση έφτασε γρήγορα στον Μαξιμιανό από έναν δούλο που πρόδωσε τον κύριό του.

Ο αυτοκράτορας λυπήθηκε πολύ και έστειλε στην Κύζικο τον έπαρχο Μάξιμο, άνδρα γνωστό για τη σκληρότητα και την απανθρωπιά του. Φτάνοντας εκείνος, ανέκρινε με μανία τον Ευϊλάσιο και τον κατηγόρησε ότι εγκατέλειψε τους μεγάλους θεούς για χάρη των ανόητων χριστιανών. Ο μακάριος γέροντας απάντησε με παρρησία πως αν ακούσει την παρθένο Φαύστα, θα γνωρίσει και εκείνος τον αληθινό Θεό και θα γίνει μακάριος.

Οργισμένος ο Μάξιμος διέταξε να τον κρεμάσουν σε δέντρο και να τον χτυπούν αλύπητα. Έπειτα πρόσταξε να καίνε τα πλευρά του με αναμμένα κεριά, ενώ ο μάρτυρας προσευχόταν στον Χριστό να τον ενισχύσει όπως είχε ενισχύσει τη Φαύστα. Η αγία στάθηκε δίπλα του και προσευχήθηκε θερμά, ζητώντας από τον Κύριο να δεχθεί τον Ευϊλάσιο στη μάνδρα των δικαίων Του.

Στη συνέχεια ο έπαρχος έστρεψε την οργή του εναντίον της και την κατηγόρησε ότι παρέσυρε τον επιφανή ιερέα στην πίστη των χριστιανών. Η Φαύστα απάντησε με ηρεμία ότι ελπίζει στον αγαθό Θεό της, ο οποίος κάλεσε τον Ευϊλάσιο στο φως και θα καλέσει σύντομα και τον ίδιο τον έπαρχο σε επίγνωση της αληθείας. Εκείνος, μη υποφέροντας τα λόγια της, διέταξε να της καρφώσουν σιδερένια καρφιά στα πόδια, μα η αγία δεν αισθανόταν κανέναν πόνο.

Στρατιώτης ονόματι Κλαύδιος πρότεινε να την παραδώσουν στα θηρία. Την οδήγησαν γυμνή στον τόπο της θυσίας, αλλά μια λέαινα πλησίασε ήσυχα και έκλινε το κεφάλι μπροστά της. Όσα άγρια ζώα και αν έβγαλαν εναντίον της, όλα προσκυνούσαν τα πόδια της.

Τότε διέταξαν να τη σύρουν δεμένη με σχοινί πάνω στο χώμα και η μάρτυς παρακάλεσε τον Κύριο να σκεπάσει το σώμα της από τα αναίσχυντα βλέμματα. Αμέσως νεφέλη κατέβηκε και την περιέβαλε σαν λαμπρό ένδυμα. Ο στρατιώτης Ευσέβιος ζήτησε τότε να την παραλάβει ο ίδιος και την οδήγησε σε σιδηρουργό, ο οποίος έφτιαξε μακριά καρφιά και τα έμπηξε στο μέτωπο, στα μάτια, στο στήθος και σε ολόκληρο το σώμα της.

Η αγία προσευχόταν με γαλήνια καρδιά και ευχαριστούσε τον Χριστό, ζητώντας μάλιστα να οδηγήσει και τον έπαρχο Μάξιμο στην αγία Του πίστη. Ο Ευσέβιος, βλέποντας ότι η νέα κόρη ούτε αιμορραγούσε επικίνδυνα ούτε αισθανόταν τα μαρτύρια, πρόσταξε να φέρουν μεγάλο καζάνι γεμάτο πίσσα και θειάφι. Άναψαν δυνατή φωτιά από κάτω και έριξαν μέσα τη Φαύστα μαζί με τον Ευϊλάσιο.

Οι δύο μάρτυρες στέκονταν μέσα στο καζάνι σαν να βρίσκονταν σε τόπο δροσερό και έψαλλαν δοξολογίες στον Θεό. Ξαφνικά η φωτιά έσβησε και το χάλκινο σκεύος πάγωσε. Ο έπαρχος Μάξιμος είδε όλα αυτά τα παράδοξα και η καρδιά του ραγίστηκε.

Φώναξε προς τον Κύριο και Τον παρακάλεσε να τον δεχθεί όπως δέχθηκε τον Ευϊλάσιο, να μην θυμηθεί τις αδικίες του και να τον συγχωρήσει όπως τον ληστή επάνω στον Σταυρό. Την ίδια στιγμή σχίστηκαν οι ουρανοί και φάνηκε ο Υιός του Θεού περιστοιχισμένος από αγγέλους και αγίους, λάμποντες σαν φως. Ο Μάξιμος έτρεξε αμέσως προς το καζάνι, σταυροκοπήθηκε με βαθιά συντριβή και φώναξε δυνατά πως στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος βρίσκεται και εκείνος μαζί τους.

Έβγαλε τα ρούχα του, σφράγισε ξανά το σώμα του με το σημείο του σταυρού και ρίχτηκε μέσα στο καζάνι. Τότε η μακαρία Φαύστα γέμισε αγαλλίαση, γιατί ο Κύριος εισάκουσε την προσευχή της και οδήγησε και τον έπαρχο στην πίστη. Αναφώνησε δοξολογώντας τον Χριστό, που δεν θέλει κανέναν να χαθεί αλλά όλους να σωθούν και να γνωρίσουν την αλήθεια.

Παρομοίασε τον εαυτό της με κλήμα αμπέλου που στέκει ανάμεσα σε δύο βλαστούς και με τριπλό σχοινί που δεν λύνεται εύκολα. Εκείνη την ώρα ακούστηκε φωνή από τον ουρανό, που τους καλούσε όλους τους κοπιώντες για το όνομά Του στη βασιλεία την επουράνια. Οι τρεις μάρτυρες πλημμύρισαν από ανέκφραστη χαρά, ευχαρίστησαν τον Κύριο και παρέδωσαν εν ειρήνη τις ψυχές τους την έκτη ημέρα του μηνός Φεβρουαρίου.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 06 Shkurt

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Άγιος Φώτιος ο Μέγας, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Σε μια εποχή που η Δύση βυθιζόταν στους σκοτεινούς αιώνες, ένας λόγιος της Πόλης δίδαξε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Μαγναύρας. Συνέταξε αργότερα από μνήμης την Μυριόβιβλο, μια κριτική επιτομή διακοσίων ογδόντα περίπου βιβλίων, για…

Lexo jetën

Όσιος Αρσένιος ο Ικαλτοέλι, ο φωτιστής της Γεωργίας

Μετέφρασε στη γεωργιανή γλώσσα το ογκώδες εννεάτομο Χρονικό του Γεωργίου Αμαρτωλού, που αφηγείται την ιστορία από τον Αδάμ έως τα μέσα του ένατου αιώνα. Στάθηκε επίσης παρών στην κοίμηση του βασιλιά Δαβίδ του Ανακαινιστή…

Lexo jetën

Όσιος Βουκόλος, ο πρώτος Επίσκοπος Σμύρνης

Στα χέρια του Ιωάννη του Θεολόγου χειροτονήθηκε ο πρώτος Επίσκοπος της Σμύρνης, σε μια εποχή που οι Χριστιανοί διώκονταν με σκληρότητα. Στον τόπο του τάφου του φύτρωσε αργότερα ένα μυρτοδέντρο, το οποίο χάριζε θαυματουργικές…

Lexo jetën

Η Δωροθέα και τα μήλα του Παραδείσου

Μέσα στον βαρύ χειμώνα της Καππαδοκίας, όπου τα δέντρα στέκονταν γυμνά και η γη ήταν παγωμένη, ένας άγγελος έφερε τρία μήλα και τρία ολοκόκκινα τριαντάφυλλα σε έναν ειδωλολάτρη δικηγόρο. Τα είχε υποσχεθεί λίγο πριν…

Lexo jetën

Ο Άγιος Άμανδος, ιεραπόστολος της Βελγικής

Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια ο Άγιος Άμανδος έζησε έγκλειστος μέσα σε ένα μικρό κελί χτισμένο στα τείχη της πόλεως Τουρ. Σε προσκύνημα στους τάφους των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στη Ρώμη, ο κορυφαίος Απόστολος του…

Lexo jetën
1