EmailFacebookΕπικοινωνία

Ο Όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ και η αναγέννηση της νοεράς προσευχής

Σε μια ταραγμένη εποχή, ένας νεαρός μοναχός εγκατέλειψε τη Θεολογική Σχολή του Κιέβου, γιατί ένιωσε πως η σχολαστική παιδεία ξέραινε την ψυχή του. Λίγα χρόνια αργότερα, αυτός ο ίδιος άνθρωπος θα μετέφραζε στα σλαβικά τη Φιλοκαλία και θα άναβε μια πνευματική φωτιά σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο. Ο Παΐσιος γεννήθηκε στην Πολτάβα της Ουκρανίας, στα τέλη του χίλια επτακόσια είκοσι δύο, μέσα σε μια πολύτεκνη οικογένεια ιερέα.

Ο πατέρας του ήταν εφημέριος της πόλης και τον βάφτισε Πέτρο, προς τιμήν του αγίου Πέτρου Μητροπολίτου Μόσχας. Ήταν παιδί ήρεμο, συγκρατημένο και με ζωηρή νοημοσύνη, που έμαθε γρήγορα να διαβάζει. Από μικρός βυθίστηκε με πάθος στη μελέτη της Αγίας Γραφής, των βίων των αγίων μοναχών και των πατερικών κειμένων.

Τον τραβούσαν ιδιαίτερα όσα μιλούσαν για την άσκηση και τη συντριβή της καρδιάς. Όταν ο πατέρας του πέθανε, η μητέρα του Ειρήνη ανέθρεψε τα παιδιά της με βαθιά πίστη και ευσέβεια. Στα δεκατρία του χρόνια, ο Πέτρος στάλθηκε να σπουδάσει στην Ακαδημία Μογίλα του Κιέβου, για να συνεχίσει τα γράμματά του.

Εκεί όμως απογοητεύτηκε γρήγορα από τη στείρα διδασκαλία και το πνεύμα της εποχής. Μετά από τέσσερα χρόνια σπουδών, ο νεαρός Πέτρος άφησε τον κόσμο και ξεκίνησε ένα μακρύ ταξίδι. Αναζητούσε με δίψα ένα μοναστήρι και έναν πνευματικό πατέρα, που θα τον οδηγούσε στη ζωή της υπακοής.

Επί επτά χρόνια περιπλανήθηκε σε διάφορα μοναστήρια της Ουκρανίας, ανάμεσα στα οποία και η ξακουστή Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου. Καμία όμως μονή δεν ικανοποιούσε τη βαθιά λαχτάρα της ψυχής του για γνήσια καθοδήγηση. Στη μονή του Αγίου Νικολάου Μεντβέντοφσκυ έγινε ρασοφόρος μοναχός και πήρε το όνομα Πλάτων.

Δεν βρήκε όμως ούτε εκεί έμπειρο γέροντα, που να μπορεί να του διδάξει την αληθινή υπακοή. Έτσι, μετά από μία εβδομάδα, έφυγε με την ευλογία του γέροντά του και κατευθύνθηκε ξανά προς το Κίεβο. Εκεί συνάντησε τη χήρα του μεγαλύτερου αδελφού του, η οποία του έφερε νέα από τη μητέρα του.

Η μάνα του βυθίστηκε σε βαθιά θλίψη όταν εκείνος έφυγε, και κινδύνευε να χάσει το λογικό της. Σύμφωνα με την παράδοση, ένας άγγελος της παρουσιάστηκε και της εξήγησε πως αγαπούσε υπερβολικά το πλάσμα του Θεού περισσότερο από τον ίδιο τον Πλάστη. Τότε εκείνη ηρέμησε, αποδέχτηκε το θέλημα του Κυρίου και αργότερα μόνασε με το όνομα Ιουλιανή.

Στο Κίεβο γνώρισε δύο μοναχούς από τη Ρουμανία, που έμελλε να αλλάξουν τον δρόμο του για πάντα. Μαζί τους πέρασε τα σύνορα προς τη Μολδαβία και έφτασε στη σκήτη του Αγίου Νικολάου, που λεγόταν Τραϊστένι. Εκεί υποδέχτηκαν με αγάπη τον νεαρό Πλάτωνα και του παραχώρησαν ένα κελί κοντά στη σκήτη.

Μια νύχτα, καθώς κοιμόταν βαθιά, δεν άκουσε το σήμαντρο που καλούσε τους πατέρες στον Όρθρο της Κυριακής. Όταν ξύπνησε και έτρεξε στην εκκλησία, ήταν ήδη πολύ αργά, αφού είχε διαβαστεί το Ευαγγέλιο. Από τη ντροπή και τη λύπη του δεν τόλμησε να μπει στον ναό, αλλά γύρισε στο κελί του με πικρά δάκρυα.

Από εκείνη τη μέρα δεν ξανακοιμήθηκε ξαπλωμένος σε κρεβάτι, αλλά μόνο καθιστός σε έναν πάγκο. Λίγο αργότερα, επισκέφθηκε τη σκήτη ο γέροντας Ονούφριος του Κυρκούλ και του μίλησε για τον τόπο του. Ο Πλάτων τον ακολούθησε εκεί και έζησε μαζί του ένα διάστημα, ακούγοντας πολύτιμες διδασκαλίες.

Συζητούσαν για τα πάθη, τη μάχη με τους δαίμονες, την αδιάλειπτη προσευχή και άλλα ψυχωφελή θέματα. Αυτός ο σπόρος της πατερικής διδαχής έπεσε σε γόνιμη γη και έμελλε αργότερα να καρποφορήσει εκατονταπλάσια. Στα είκοσι τέσσερα χρόνια του, η ψυχή του Πλάτωνα γέμισε από έναν δυνατό πόθο να γνωρίσει το Άγιον Όρος.

Ζήτησε την ευλογία και τη συγχώρηση των αδελφών της σκήτης, τους ευχαρίστησε από καρδιάς και ξεκίνησε για το ταξίδι του. Έφτασε στη Μεγίστη Λαύρα την παραμονή της εορτής του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη, τον Ιούλιο του χίλια επτακόσια σαράντα έξι. Ο συνοδοιπόρος του, ιερομόναχος Τρύφων, αρρώστησε βαριά και κοιμήθηκε σε λίγες μόλις ημέρες.

Ο ίδιος ο Πλάτων θα είχε πεθάνει από την ίδια αρρώστια, αν δεν τον φρόντιζαν με αγάπη οι Ρώσοι μοναχοί. Αφού συνήλθε, έζησε σε απόλυτη μοναξιά σε ένα κελί που ονομαζόταν Κάπαρης, κοντά στη μονή Παντοκράτορος. Λόγω της τουρκικής κατοχής, η κατάσταση στον Άθωνα δεν ήταν καλή και η αμάθεια κυριαρχούσε ανάμεσα σε πολλούς μοναχούς.

Παρά τις προσπάθειές του, δεν μπορούσε να βρει έναν αληθινό πνευματικό πατέρα. Έτσι έζησε μόνος, με οδηγό το Ευαγγέλιο, τα πατερικά κείμενα και τη μαρτυρία της συνείδησής του. Νήστευε τρώγοντας μία φορά κάθε δύο ημέρες και πολεμούσε σκληρά τους λογισμούς που τον κατέβαλλαν.

Τέσσερα χρόνια αργότερα συνάντησε τον γέροντα Βασίλειο από τη Βλαχία, που τον γνώριζε ήδη από παλιά. Ο γέροντας Βασίλειος τον έκειρε μοναχό και του έδωσε το όνομα Παΐσιος, με το οποίο έμελλε να γίνει γνωστός σε όλο τον κόσμο. Λίγους μήνες μετά, ένας νεαρός μοναχός από τη Βλαχία, ο Βησσαρίων, έφτασε στον Άθωνα ζητώντας έναν δάσκαλο.

Όταν συνάντησε τον Παΐσιο, έπεσε στα πόδια του και τον ικέτευε με δάκρυα να τον δεχτεί ως νέο μαθητή του. Εκείνος όμως θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο να διδάξει άλλους και τον δέχτηκε μόνο ως σύντροφο της άσκησης. Έζησαν μαζί σχεδόν τέσσερα χρόνια, με μία ψυχή και μία καρδιά, σε πλήρη υπακοή ο ένας στον άλλον.

Σύντομα ήρθαν και άλλοι αδελφοί, Ρουμάνοι και Σλάβοι, που γοητεύτηκαν από την ευωδία της ζωής τους. Όταν η συνοδεία έφτασε τους δώδεκα, ξεκίνησαν επίσημα την κοινοβιακή ζωή γύρω από τον κοινό τους πνευματικό πατέρα. Πιεσμένος από τις παρακλήσεις και τα δάκρυα των αδελφών, ο Παΐσιος δέχτηκε τελικά να χειροτονηθεί ιερέας, το χίλια επτακόσια πενήντα οκτώ.

Τους παραχωρήθηκε η σκήτη του Προφήτη Ηλία και προσπάθησαν να δώσουν ζωή στη μονή της Σιμωνόπετρας. Όμως οι Τούρκοι δεν τους άφηναν σε ησυχία και έτσι αναγκάστηκαν να φύγουν από τον Άθωνα. Με εξήντα τέσσερις μαθητές πέρασαν στη Μολδαβία, αναζητώντας ηρεμία και έναν τόπο κατάλληλο για την αδελφότητά τους.

Ο μητροπολίτης της Μολδαβίας τους υποδέχτηκε με χαρά και τους παραχώρησε τη μικρή μονή Δραγομίρνας, αφιερωμένη στον Παράκλητο. Εκεί ο Παΐσιος εγκαθίδρυσε την κοινοβιακή ζωή σύμφωνα με το πρότυπο του Αγίου Όρους και τις παραδόσεις των πατέρων. Δίδασκε πως η υπακοή είναι η σκάλα που οδηγεί από τη γη στον ουρανό και στην απάθεια.

Στο κοινόβιό του εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά οι μέθοδοι της νοεράς προσευχής, που μέχρι τότε ήταν μόνο για ερημίτες. Στον ναό οι ακολουθίες τελούνταν με τάξη, ένας χορός έψαλλε στα σλαβικά και ο άλλος αποκρινόταν στα ρουμανικά. Κάθε βράδυ οι μοναχοί εξομολογούνταν στον γέροντα, ώστε να μη βασιλέψει ο ήλιος πάνω στον θυμό τους.

Αν κάποιος αδελφός είχε πικρία με άλλον, δεν επιτρεπόταν να μπει στην εκκλησία ούτε να πει το «Πάτερ ημών». Παράλληλα, ο όσιος εργαζόταν ακούραστα στη διόρθωση και τη μετάφραση των πατερικών κειμένων από τα ελληνικά στα σλαβικά. Μετάφραζε έργα του αγίου Αντωνίου, του αββά Ισαάκ του Σύρου, του Συμεών του Νέου Θεολόγου και πολλών άλλων πατέρων.

Όταν ξέσπασε ο ρωσοτουρκικός πόλεμος, η αδελφότητα αναγκάστηκε να αφήσει τη Δραγομίρνα και να μεταφερθεί στη μονή Σεκούλ. Αλλά και αυτή η μονή αποδείχθηκε γρήγορα μικρή για τους ολοένα αυξανόμενους μοναχούς της συνοδείας του. Το χίλια επτακόσια εβδομήντα εννέα ο όσιος μεταφέρθηκε στη μεγαλύτερη μονή του Νεάμτς, κέντρο της μοναστικής ζωής της Μολδαβίας.

Πολύ σύντομα ο αριθμός των μοναχών ξεπέρασε τους χίλιους, με επτακόσιους στο Νεάμτς και τριακόσιους στο Σεκούλ. Επισκέπτες έρχονταν από όλη τη Ρωσία και τα Βαλκάνια, για να θαυμάσουν την τάξη, την ειρήνη και την αμοιβαία αγάπη που βασίλευαν εκεί. Πολλοί από αυτούς παρέμεναν για πάντα στην αδελφότητα, αφού γοητεύονταν από τη ζωή που γνώρισαν.

Ο όσιος δεχόταν με αγάπη όποιον του ζητούσε συμβουλή και κρατούσε εκτεταμένη αλληλογραφία με όλο τον σλαβικό κόσμο. Κοιμήθηκε εν ειρήνη στις δεκαπέντε Νοεμβρίου του χίλια επτακόσια ενενήντα τέσσερα, σχεδόν εβδομήντα δύο χρονών. Έναν χρόνο πριν είχε ολοκληρωθεί η σλαβική μετάφραση της Φιλοκαλίας, καρπός κυρίως των δικών του εργασιών και των μαθητών του.

Η ελληνική Φιλοκαλία είχε εκδοθεί δέκα χρόνια νωρίτερα από τον άγιο Μακάριο της Κορίνθου και τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη. Τα ιερά λείψανά του ανακομίστηκαν αργότερα και βρέθηκαν άφθαρτα, μαρτυρώντας την αγιότητα της ζωής του. Οι μαθητές του ταξίδεψαν στη Ρωσία και άναψαν την πνευματική αναγέννηση του δέκατου ένατου αιώνα.

Μέσω του αγίου Γερμανού της Αλάσκας η επιρροή του έφτασε ακόμη και στην Αμερική. %$ Ο Όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ και η αναγέννηση της νοεράς προσευχής $% Το τελικό αρχείο θα παραδοθεί ως:

**11_15_Όσιος_Παΐσιος_Βελιτσκόφσκυ_Ελληνικά_Καθαρά.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 15 Nëntor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Έλπίδιος, Μάρκελλος και Ευστόχιος, οι μάρτυρες της φωτιάς

Στα μάτια του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη στάθηκε ένας ολόκληρος συγκλητικός, ο Έλπίδιος, και ομολόγησε τον Χριστό χωρίς κανέναν δισταγμό. Έξι χιλιάδες ειδωλολάτρες πίστεψαν εκείνη τη μέρα, όταν με την προσευχή του μάρτυρα κατέρρευσαν…

Lexo jetën

Γουρίας, Σαμωνάς και Άβιβος, οι Ομολογητές της Έδεσσας

Στα ερημικά περίχωρα της Έδεσσας, δύο νέοι εγκατέλειψαν τον θόρυβο της πόλης και έγιναν φωτεινοί δάσκαλοι της πίστης μέσα στον σκληρό διωγμό του Διοκλητιανού. Ο Γουρίας και ο Σαμωνάς οδήγησαν πλήθος ειδωλολατρών στον αληθινό…

Lexo jetën

Η Ιερά Εικόνα της Παναγίας της Κουπιάτιτσας

Μια μικρή χάλκινη εικόνα σε σχήμα σταυρού φάνηκε να λάμπει μέσα στα δέντρα ενός δάσους της Λευκορωσίας, εκεί όπου μια βοσκοπούλα έβοσκε τα ζώα της. Η ανακάλυψη εκείνη, που έγινε το χίλια εκατόν ογδόντα…

Lexo jetën
2