Γουρίας, Σαμωνάς και Άβιβος, οι Ομολογητές της Έδεσσας
Στα ερημικά περίχωρα της Έδεσσας, δύο νέοι εγκατέλειψαν τον θόρυβο της πόλης και έγιναν φωτεινοί δάσκαλοι της πίστης μέσα στον σκληρό διωγμό του Διοκλητιανού. Ο Γουρίας και ο Σαμωνάς οδήγησαν πλήθος ειδωλολατρών στον αληθινό Θεό, ώσπου η φήμη τους έφτασε στον ηγεμόνα Αντωνίνο. Είχαν αναθρέψει τους εαυτούς τους μέσα στην Έδεσσα, όμως απομακρύνθηκαν από την ματαιότητα και τις παρανομίες που κυριαρχούσαν τότε στην πόλη.
Έφυγαν στην ησυχία και υπηρετούσαν τον Κύριο μέρα και νύχτα, με προσευχή και αδιάκοπη εργασία της ψυχής. Δεν περιορίστηκαν όμως μόνο στον προσωπικό τους αγώνα, αλλά γίνονταν οδηγοί και διδάσκαλοι σε όσους πλησίαζαν την ζωή τους. Με τον λόγο τους ξερίζωναν την άθεη ειδωλολατρία και χάριζαν την γνώση του ζωντανού Θεού στις διψασμένες καρδιές.
Όταν ο εκπρόσωπος των Ρωμαίων αυτοκρατόρων πληροφορήθηκε το έργο τους, διέταξε αμέσως την σύλληψή τους μαζί με πολλούς πιστούς. Τους κράτησαν αρχικά στην φυλακή και τους κάλεσαν να θυσιάσουν στα είδωλα. Κανείς δεν δέχτηκε να γίνει αποστάτης από τον Χριστό, και τότε ο ηγεμόνας έστρεψε όλη την μανία του πάνω στους δύο πνευματικούς αρχηγούς.
Ο Αντωνίνος προσπάθησε με κολακείες και απειλές να λυγίσει τον Γουρία και τον Σαμωνά μπροστά στον βωμό του Δία. Εκείνοι όμως αποκρίθηκαν με γαλήνη πως δεν θα προσκυνήσουν ποτέ έργα χεριών ανθρώπινων. Ο Σαμωνάς μάλιστα τόνισε με παρρησία πως, αν υπακούσουν στους αυτοκράτορες, θα χάσουν την αιώνια ζωή για χάρη μιας πρόσκαιρης ανάπαυσης.
Ο δικαστής τους έκλεισε στην σκοτεινή φυλακή, ώσπου έφτασε στην Έδεσσα ο Μουσώνιος, σταλμένος να εξοντώσει τους χριστιανούς. Τους κρέμασε ενωμένους από τα χέρια, με βαρύ λιθάρι δεμένο στα πόδια τους, και έμειναν έτσι από την τρίτη ώρα ως την όγδοη. Ύστερα τους έριξε σε φυλακή τόσο στενή που δεν έμπαινε ούτε αέρας ούτε φως, με τα πόδια δεμένα σε ξύλο, όπου έμειναν για περισσότερους από τρεις μήνες.
Παρ’ όλα τα φοβερά βάσανα, την πείνα και την δίψα, οι δύο μάρτυρες δεν σταμάτησαν να ευχαριστούν τον Θεό. Ο Σαμωνάς υπέμεινε ακόμη και κρέμασμα ανάποδα, με σιδερένιο βάρος στο πόδι, χωρίς να εγκαταλείψει την πίστη του. Στις δεκαπέντε Νοεμβρίου ο Μουσώνιος έβγαλε τους μάρτυρες ξανά μπροστά στο βήμα του και τους ζήτησε για τελευταία φορά να θυσιάσουν στα είδωλα.
Ο Γουρίας μεταφέρθηκε στα χέρια, γιατί τα πόδια του είχαν γεμίσει πληγές, και ο Σαμωνάς πατούσε με δυσκολία, στηριγμένος σε στρατιώτες. Με μία φωνή απάντησαν πως διάλεξαν τον θάνατο για χάρη του Χριστού και πως δεν λυπούνται καθόλου την πρόσκαιρη ζωή. Τότε ο ηγεμόνας έδωσε εντολή να αποκεφαλιστούν έξω από την πόλη, σε ένα βουνό κοντά στην Έδεσσα.
Οι άγιοι ζήτησαν λίγο χρόνο, προσευχήθηκαν θερμά και παρέδωσαν την ψυχή τους στον Πατέρα του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τα τίμια λείψανά τους τα παρέλαβαν με ευλάβεια οι πιστοί και τα ενταφίασαν με τιμή. Αργότερα, όταν ο Λικίνιος έλυσε την συμφωνία με τον Μέγα Κωνσταντίνο, ξέσπασε νέος διωγμός στις ανατολικές επαρχίες.
Στην Έδεσσα ζούσε τότε ένας θερμός κήρυκας του Ευαγγελίου, ο διάκονος Άβιβος, που γύριζε από σπίτι σε σπίτι και στήριζε τους χριστιανούς, οδηγώντας απίστους στην αλήθεια του Χριστού. Ο διοικητής Λυσανίας πληροφόρησε τον Λικίνιο για την δράση του Αβίβου και έλαβε εντολή να τον θανατώσει χωρίς αναβολή. Όταν οι στρατιώτες άρχισαν να τον αναζητούν, ο διάκονος δεν κρύφτηκε, αλλά βγήκε ο ίδιος να τους συναντήσει με γαλήνη και θάρρος.
Μπροστά στον αξιωματικό Θεότεκνο δήλωσε ποιος είναι και ζήτησε να οδηγηθεί στον δικαστή, για να ομολογήσει τον Χριστό μπροστά σε άρχοντες και βασιλιάδες. Ο Λυσανίας τον υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια, τον κρέμασε και του ξέσχισε τις σάρκες με σιδερένια νύχια, ζητώντας τον να θυμιάσει στα είδωλα. Ο μάρτυρας απάντησε πως καμία δύναμη του κόσμου δεν θα τον χωρίσει από τον Θεό του και θύμισε τον λόγο του Αποστόλου για τη δόξα που μας περιμένει.
Τότε ο τύραννος τον καταδίκασε να καεί ζωντανός έξω από την πόλη. Ο Άβιβος βάδισε χαρούμενος προς τη φωτιά, σαν να πήγαινε σε γιορτή, παρηγορώντας την μητέρα και τους συγγενείς του. Παρέδωσε το πνεύμα του μέσα στις φλόγες, και όταν η πυρά έσβησε, το σώμα του βρέθηκε άθικτο.
Οι δικοί του το άλειψαν με μύρα και το έθαψαν δίπλα στους αγίους Γουρία και Σαμωνά, στις δεκαπέντε Νοεμβρίου. Όταν έπαψε ο διωγμός και η ορθόδοξη πίστη φανερώθηκε ξανά, οι χριστιανοί έχτισαν ναό προς τιμήν των τριών μαρτύρων και κατέθεσαν εκεί τα τίμια λείψανά τους. Από τους τάφους τους ανέβλυζαν θαύματα και ιάσεις, και η Έδεσσα γνώρισε πολλές φορές την προστασία τους σε ώρα κινδύνου.
Σε εκείνη την πόλη ζούσε η ευλαβής χήρα Σοφία, που είχε μοναδικό της παρηγοριά την κόρη της Ευφημία, την οποία φύλαγε σαν κόρη οφθαλμού. Όταν Ελληνικά στρατεύματα έφτασαν στην πόλη για να την υπερασπιστούν από τους Εφθαλίτες, ένας Γότθος στρατιώτης κατέλυσε στο σπίτι της χήρας. Είδε την κόρη, αιχμαλωτίστηκε από την ομορφιά της και ζήτησε να την κάνει γυναίκα του, αν και είχε ήδη σύζυγο στην πατρίδα του.
Η Σοφία δεν τον εμπιστεύτηκε, αλλά εκείνος ορκίστηκε ψεύδος και η μητέρα τον οδήγησε στον ναό των αγίων μαρτύρων. Εκεί, μπροστά στη θήκη των λειψάνων, του ζήτησε να ομολογήσει εγγυητές του τους αγίους Γουρία, Σαμωνά και Άβιβο. Ο Γότθος άγγιξε αδίστακτος την τίμια λάρνακα και υποσχέθηκε στους μάρτυρες πως ποτέ δεν θα λυπήσει την Ευφημία και πως θα την τιμά μέχρι το τέλος της ζωής του.
Έφυγαν μαζί για την πατρίδα του, αλλά μόλις πλησίασαν το σπίτι του φάνηκε η σκληρή του απάτη. Έβγαλε από επάνω της τα δώρα και τα ωραία ρούχα, την έντυσε σαν αιχμάλωτη και την παρέδωσε στη ζηλόφθονη σύζυγό του ως δούλη. Της απαγόρευσε να αποκαλύψει τίποτα, απειλώντας την με το σπαθί του.
Η Ευφημία υπηρετούσε με υπομονή, καλώντας στην καρδιά της τους τρεις μάρτυρες σε κάθε στιγμή δοκιμασίας. Όταν γέννησε ένα αγόρι, ολόιδιο με τον πατέρα του, η σκληρή κυρά κατάλαβε την αλήθεια και δηλητηρίασε το βρέφος, ενώ η μητέρα του βρισκόταν στις εργασίες. Η Ευφημία βρήκε το παιδί νεκρό και είδε το δηλητήριο να τρέχει από τα χείλη του.
Σιωπηλή, σκούπισε το φαρμάκι με λίγο μαλλί και το φύλαξε. Σε δείπνο που ακολούθησε, έβρεξε εκείνο το μαλλί στο ποτό της κυράς της, και η ίδια έπεσε στον λάκκο που είχε σκάψει. Εκείνη ακριβώς τη νύχτα πέθανε ξαφνικά.
Οι συγγενείς της νεκρής κατηγόρησαν την Ευφημία πως προκάλεσε τον θάνατο και αποφάσισαν να την θάψουν ζωντανή μέσα στον ίδιο τάφο. Άνοιξαν τη θήκη και την έβαλαν δίπλα στο πτώμα που μύριζε και σαπίζει, για να πεθάνει με βασανιστικό τρόπο. Μέσα στο σκοτάδι και την φρίκη, η νέα κραύγασε στον Θεό, όπως ο προφήτης Ιωνάς από την κοιλιά του κήτους, και θύμισε στους μάρτυρες πως ο Γότθος τους είχε ορκιστεί στη μητέρα της.
Αμέσως φανερώθηκαν τρεις άνδρες λαμπεροί σαν τον ήλιο, ο Γουρίας, ο Σαμωνάς και ο Άβιβος, και η δυσοσμία αντικαταστάθηκε από ουράνια ευωδία. Της είπαν να μη φοβάται, γιατί σε λίγο θα δει τη σωτηρία της, και την βύθισαν σε γλυκό ύπνο. Μέσα σε μία ώρα μεταφέρθηκε αόρατα στην Έδεσσα και βρέθηκε δίπλα στη θήκη των λειψάνων τους, ενώ τελούνταν ο όρθρος.
Ξύπνησε, αναγνώρισε τον ναό, αγκάλιασε με δάκρυα τους τάφους και ευχαρίστησε τον Θεό. Όταν η μητέρα της κλήθηκε από τον πρεσβύτερο, η συνάντηση των δύο γυναικών συγκλόνισε όλη την πόλη. Λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος Γότθος ξαναστάλθηκε με το στράτευμα στην Έδεσσα, χωρίς να γνωρίζει τίποτα για το θαύμα.
Πέρασε ξανά το κατώφλι της χήρας Σοφίας, νομίζοντας πως η Ευφημία είχε χαθεί στον τάφο. Η μητέρα έκρυψε την κόρη στα ενδότερα και προσποιήθηκε χαρά, ώσπου τον πίεσε να μιλήσει για την κόρη της. Εκείνος είπε με θράσος πως είναι καλά και γέννησε ένα παιδί, και ότι θα ερχόταν σύντομα να την επισκεφθεί.
Τότε η Σοφία έσχισε τα ρούχα της, οδήγησε την Ευφημία μπροστά του και τον ξεσκέπασε ως ψεύτη, επίορκο και φονιά. Ο επίσκοπος Ευλόγιος κατέγραψε ολόκληρο το θαύμα και το παρουσίασε στον στρατηγό της πόλης. Ο Γότθος ομολόγησε την αλήθεια, και ο άρχοντας τον καταδίκασε σε αποκεφαλισμό, παρά την μεσιτεία του φιλάνθρωπου επισκόπου.
Έτσι δικαιώθηκαν οι όρκοι που πατήθηκαν μπροστά στους μάρτυρες, και η πόλη δοξολόγησε τον Θεό για την προστασία τους. Από τότε η Εκκλησία τιμά τους αγίους Γουρία, Σαμωνά και Άβιβο ως ουράνιους προστάτες του τίμιου γάμου και καταφύγιο όσων δοκιμάζονται στη συζυγική τους ζωή.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 15 Nëntor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Έλπίδιος, Μάρκελλος και Ευστόχιος, οι μάρτυρες της φωτιάς
Στα μάτια του αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη στάθηκε ένας ολόκληρος συγκλητικός, ο Έλπίδιος, και ομολόγησε τον Χριστό χωρίς κανέναν δισταγμό. Έξι χιλιάδες ειδωλολάτρες πίστεψαν εκείνη τη μέρα, όταν με την προσευχή του μάρτυρα κατέρρευσαν…
Lexo jetënΗ Ιερά Εικόνα της Παναγίας της Κουπιάτιτσας
Μια μικρή χάλκινη εικόνα σε σχήμα σταυρού φάνηκε να λάμπει μέσα στα δέντρα ενός δάσους της Λευκορωσίας, εκεί όπου μια βοσκοπούλα έβοσκε τα ζώα της. Η ανακάλυψη εκείνη, που έγινε το χίλια εκατόν ογδόντα…
Lexo jetënΟ Όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ και η αναγέννηση της νοεράς προσευχής
Σε μια ταραγμένη εποχή, ένας νεαρός μοναχός εγκατέλειψε τη Θεολογική Σχολή του Κιέβου, γιατί ένιωσε πως η σχολαστική παιδεία ξέραινε την ψυχή του. Λίγα χρόνια αργότερα, αυτός ο ίδιος άνθρωπος θα μετέφραζε στα σλαβικά…
Lexo jetën