Οι Άγιοι Ακεψιμάς, Ιωσήφ και Αειθαλάς, μάρτυρες της Περσίας
Ογδόντα χρονών γέροντας, ο επίσκοπος Ακεψιμάς στάθηκε όρθιος μπροστά στον Πέρση δικαστή και αρνήθηκε να προσκυνήσει τον ήλιο και τη φωτιά. Λίγα χρόνια νωρίτερα, ένα παιδί στο σπίτι του τον φίλησε στο κεφάλι και είπε πως αυτή η κεφαλή θα δεχόταν μαρτύριο για τον Χριστό. Ο άγιος ζούσε στην πόλη Ναέσσων της Περσίας και ποίμαινε με αγάπη και αυστηρή άσκηση το ποίμνιό του από τα νεανικά του χρόνια.
Ακόμη και στα γηρατειά διατηρούσε αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή και ζωντανή φροντίδα για κάθε ψυχή της εκκλησίας του. Όταν ο ασεβής βασιλιάς Σαπώρ ξεκίνησε φοβερό διωγμό κατά των χριστιανών της Περσίας, οι μάγοι και οι ιερείς της φωτιάς αναζητούσαν επίμονα τους ποιμένες της Εκκλησίας. Έτσι συνέλαβαν και τον γέροντα επίσκοπο μέσα από το ίδιο του το σπίτι.
Καθώς τον έβγαζαν έξω, κάποιος οικείος του ζήτησε να αφήσει διαθήκη για την περιουσία του. Εκείνος έδειξε το σπίτι με το χέρι και απάντησε ότι αυτό δεν του ανήκει πια, γιατί χωρίς αργοπορία βαδίζει προς τον ουράνιο οίκο. Με αυτή τη βεβαιότητα ξεκίνησε για την Άρβηλα, όπου τον περίμενε ο φοβερός αγώνας της ομολογίας.
Στην Άρβηλα τον οδήγησαν μπροστά στον άρχοντα των μάγων, ονόματι Αδράχ, που τον ρώτησε με ειρωνεία ποιος είναι και τι κηρύσσει. Ο επίσκοπος ομολόγησε με δυνατή φωνή πως είναι χριστιανός και διδάσκει την πίστη στον Έναν Δημιουργό του ουρανού και της γης. Όταν ο δικαστής τον κάλεσε να προσκυνήσει τον ήλιο και τη φωτιά, ο άγιος απάντησε πως βασιλιάς και άρχοντες έχουν χάσει το μυαλό τους, γιατί αφήνουν τον Πλάστη και τιμούν τα κτίσματα.
Δεν θα πούλαγε, είπε, τα αιώνια αγαθά για λίγες μέρες πρόσκαιρης ζωής. Διέταξε τότε ο μάγος να τον γυμνώσουν, να τον απλώσουν στο χώμα και να τον χτυπήσουν με ροζιασμένα ραβδιά σε όλο το σώμα. Η γη βάφτηκε από το αίμα του γέροντα, μα εκείνος δοξολογούσε τον Θεό και ζητούσε υπομονή ώς το τέλος.
Ο μάγος γέλασε σαρκαστικά και τον προκάλεσε να φωνάξει τον Θεό του να τον γλιτώσει από τα χέρια του. Ο άγιος απάντησε πως ο Θεός είναι παντού και έχει δύναμη να τον λυτρώσει, μα εκείνος δεν ζητά απαλλαγή, παρά μόνο υπομονή στα βασανιστήρια. Τελικά τον φόρτωσαν με βαριά σιδερένια δεσμά και τον έριξαν στη φυλακή.
Την επόμενη μέρα οδήγησαν μπροστά στον ίδιο μάγο τον εβδομηντάχρονο πρεσβύτερο Ιωσήφ και τον διάκονο Αειθαλά, δύο σεμνούς και ζηλωτές κληρικούς της περσικής Εκκλησίας. Ο δικαστής τους κατηγόρησε ότι παραπλανούν τον απλό λαό με ψεύτικη διδασκαλία, μα ο πρεσβύτερος αποκρίθηκε ότι οδηγούν τους ανθρώπους από την πλάνη στον αληθινό Θεό, που έπλασε ήλιο, φωτιά και κάθε ορατό και αόρατο κτίσμα. Με σταθερή φωνή απέρριψε την προσκύνηση των στοιχείων και ομολόγησε την πίστη στον Δημιουργό των πάντων.
Διέταξε τότε ο μάγος να τον γυμνώσουν, να τον τεντώσουν στο χώμα και να τον χτυπήσουν με αγκαθωτές βέργες, μέχρι το δέρμα του να ξεσχιστεί και η σάρκα να πέφτει από τα κόκκαλα. Ο μάρτυρας μέσα στα αίματα ευχαριστούσε τον Κύριο που τον αξίωσε να ξεπλυθεί από τις αμαρτίες του με το ίδιο του το αίμα. Σιδηροδέσμιο τον έριξαν δίπλα στον επίσκοπο, ώστε οι δύο γέροντες να παρηγορούν ο ένας τον άλλον.
Έπειτα έφεραν τον διάκονο, του έδεσαν τα χέρια κάτω από τα γόνατα, πέρασαν ξύλο και τον πίεσαν με έξι δήμιους, χτυπώντας τον αλύπητα. Ο Αειθαλάς ομολόγησε ότι θεωρεί τα βασανιστήρια ασήμαντα μπροστά στην αγάπη του Χριστού. Ύστερα από πέντε ημέρες τους έφεραν στον τόπο που λεγόταν Παράδεισος, όπου βρισκόταν ο ναός της φωτιάς.
Ο δικαστής τους ρώτησε αν επιμένουν στην παραφροσύνη τους, και εκείνοι απάντησαν με μία φωνή ότι έναν Θεό γνωρίζουν και έναν προσκυνούν, και ούτε απειλές ούτε δώρα θα αλλάξουν την ομολογία τους. Επινόησε τότε ο μάγος καινούριο βασανιστήριο: έδεσε με σχοινιά τα χέρια, τους μηρούς και τις κνήμες των μαρτύρων, πέρασε ξύλα μέσα από τα σχοινιά και τα γύρισε σαν στριφτάρι. Το σώμα τους συνθλιβόταν, τα κόκκαλα έσπαζαν, και ο τριγμός ακουγόταν μακριά.
Από την τρίτη ώς την έκτη ώρα τους βασάνιζαν, και έπειτα τους κουβάλησαν στη φυλακή σαν βάρη, γιατί δεν μπορούσαν πια να σταθούν. Ο μάγος απαγόρευσε σε κάθε χριστιανό να τους πλησιάσει, με την απειλή της σφαγής. Τρία ολόκληρα χρόνια έμειναν οι άγιοι μέσα στο σκοτάδι, χωρίς τροφή και νερό, με πληγές που σάπιζαν και πόνους αβάστακτους.
Οι ίδιοι οι φύλακες πολλές φορές δάκρυζαν κρυφά και έδιναν λαθραία λίγο ψωμί ή νερό, μα δεν τολμούσαν φανερή ανακούφιση. Έτσι υπόμεναν οι μάρτυρες από αγάπη προς τον Κύριό τους. Μετά τα τρία χρόνια έφτασε στην Άρβηλα ο βασιλιάς Σαπώρ μαζί με τον αρχιμάγο Αρδασαβώρ.
Όταν έμαθαν για τους τρεις φυλακισμένους ομολογητές, διέταξαν να τους φέρουν μπροστά τους. Οι άγιοι έβγαιναν από το κελί τους σαν καλάμια που σαλεύει ο άνεμος, με τα μάτια βαθιά κουφωμένα και τα κόκκαλα σκεπασμένα μόνο από το δέρμα. Ο άρχοντας τούς συμβούλεψε να λυπηθούν τους εαυτούς τους και να προσκυνήσουν τον λαμπρό ήλιο, αλλιώς θα πέθαιναν με φοβερό τρόπο.
Όμως οι μάρτυρες ομολόγησαν με μία ψυχή τον αληθινό Θεό, Δημιουργό κάθε ορατού και αόρατου. Διέταξε τότε να χτυπήσουν πρώτα τον επίσκοπο Ακεψιμά με χοντρό λουρί στην πλάτη και στην κοιλιά, ενώ τριάντα στρατιώτες εναλλάσσονταν στο μαρτύριο. Όταν ο γέροντας απέκαμε από τους πόνους, του απέκοψαν την αγία κεφαλή, και έτσι εκπληρώθηκε η παλιά προφητεία του θεοφορούμενου παιδιού.
Το λείψανο πετάχτηκε στους δρόμους, μα ύστερα από τρεις ημέρες οι χριστιανοί το πήραν κρυφά και το έθαψαν με τιμές. Ο Ιωσήφ χτυπήθηκε ώσπου έπεσε σαν νεκρός και τον πέταξαν στην αγορά, και αργότερα τον γύρισαν στο κελί. Ο Αειθαλάς ομολόγησε με σθένος και δέχτηκε νέα φοβερά χτυπήματα.
Ο άρχοντας παρέδωσε τους δύο μάρτυρες στον φίλο του Αδέσχ, με την παράξενη εντολή να λιθοβοληθούν από τους ίδιους τους χριστιανούς της Άρβηλας. Επειδή δεν μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους, τους έδεσαν πάνω σε ζώα σαν δεμάτια και τους μετέφεραν έτσι ώς την πόλη. Εκεί τους έκλεισαν σε δύσοσμη φυλακή, με τα τραύματα να βγάζουν αίμα και πύον, χωρίς να επιτρέπεται σε κανέναν να τους φροντίσει.
Μία ευσεβής γυναίκα, ονόματι Σνανδουλία, που έτρεφε κρυφά τους φυλακισμένους χριστιανούς, έμαθε γι' αυτούς και πήγε τη νύχτα. Έδωσε χρυσάφι στους φύλακες, μπήκε στο κελί και τους βρήκε σχεδόν αναίσθητους. Με την άδεια των φρουρών τους μετέφερε για λίγο στο σπίτι της, έπλυνε τα τραύματά τους, σκούπισε τα αίματα με καθαρά πανιά, τους άλειψε με πολύτιμο μύρο, φίλησε τα τσακισμένα μέλη τους και έκλαψε πικρά.
Ο Ιωσήφ συνήλθε, την είδε να θρηνεί και της είπε ευγενικά ότι ο κλαυθμός δεν ταιριάζει στην ελπίδα και την πίστη των χριστιανών. Εκείνη ομολόγησε ότι χαίρεται για την ανδρεία τους και θα χαιρόταν ακόμη περισσότερο αν τους έβλεπε να φτάνουν ώς το τέλος. Πριν χαράξει, τους ξανάφερε στο κελί, όπου άρχισε σιγά η ανάρρωση.
Μετά από έξι μήνες έφτασε νέος δικαστής, ονόματι Ζηρώβ, πιο σκληρός από τον προηγούμενο. Οι μάγοι του ναού της φωτιάς τού θύμισαν ότι στο κελί παρέμεναν δύο χριστιανοί διδάσκαλοι, που περίμεναν τον λιθοβολισμό από τους ομοθρήσκους τους. Τους έφερε μπροστά του, αλλά οι μάρτυρες αρνήθηκαν ξανά να θυσιάσουν στη φωτιά και να γευθούν αίμα ειδωλόθυτο.
Ο Ιωσήφ κρεμάστηκε γυμνός με το κεφάλι κάτω και χτυπήθηκε με βούνευρα τρεις ώρες, ώσπου οι κλεισμένες πληγές άνοιξαν και το αίμα έτρεξε σαν πηγή. Όταν τον κατέβασαν, υψώθηκε στη θέση του ο Αειθαλάς και υπέμεινε με γενναιότητα, ομολογώντας αδιάκοπα ότι είναι χριστιανός. Στη συνέχεια κρέμασαν έναν αιρετικό μανιχαίο, που μετά τα πρώτα χτυπήματα αρνήθηκε την πίστη του και υποσχέθηκε να προσκυνήσει τους περσικούς θεούς.
Ο διάκονος γέλασε με τη δειλία του και δόξασε τον Χριστό που στηρίζει τους πιστούς του. Ο δικαστής εξοργίστηκε, διέταξε νέο φοβερό ραβδισμό με αγκαθωτές βέργες και τους πέταξε σχεδόν νεκρούς πίσω στο κελί. Λίγο αργότερα οι σύμβουλοί του προσπαθούσαν με κολακείες να τους πείσουν να γευθούν θυσιαστικό κρέας, μα εκείνοι αποκρίθηκαν ότι δεν θα μολύνουν με τίποτα την άσπιλη πίστη τους.
Έβγαλε τότε ο δικαστής την τελική απόφαση, ώστε ο λιθοβολισμός των αγίων να γίνει από τα χέρια των ίδιων των χριστιανών. Έσυραν δια της βίας πιστούς από τα σπίτια τους και τους ανάγκαζαν να πετάξουν πέτρες στον πρεσβύτερο Ιωσήφ. Έσκαψαν λάκκο ώς τη μέση του, τον τοποθέτησαν μέσα και του έδεσαν τα χέρια πίσω, ενώ έβαζαν λιθάρια στις παλάμες των άλλων.
Έφεραν και την μακαρία Σνανδουλία και της έδωσαν σιδερένιο αιχμηρό κοντάρι, για να τρυπήσει τον μάρτυρα από μακριά. Εκείνη φώναξε ότι θα προτιμούσε να καρφωθεί η ίδια, παρά να αγγίξει άγιο και αθώο σώμα. Σκεπάστηκε ο άγιος από σωρό πετρών, και κάποιος ασεβής σήκωσε μεγάλο λιθάρι και του σύντριψε το κεφάλι.
Έτσι παρέδωσε το πνεύμα του ο γενναίος αθλητής. Μετά από τρεις ημέρες έγινε μεγάλος σεισμός, φωτιά κατέβηκε από τον ουρανό και έκαψε τους φρουρούς, ενώ ο άνεμος σκόρπισε τις πέτρες και το σώμα χάθηκε με τρόπο μυστικό. Ο διάκονος Αειθαλάς οδηγήθηκε στο χωριό Πατριάς και λιθοβολήθηκε με τον ίδιο βίαιο τρόπο.
Μοναχοί της περιοχής πήραν τη νύχτα το λείψανό του και το έθαψαν με ευλάβεια. Στον τόπο εκείνον φύτρωσε δέντρο που θεράπευε κάθε αρρώστια για πέντε ολόκληρα χρόνια.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 03 Nëntor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Η Αγία Σανδουλία η Περσίδα
Μέσα στη νύχτα της Άρβηλας, μια ευσεβής γυναίκα δωροδόκησε τους φρουρούς μιας περσικής φυλακής για να πάρει στο σπίτι της δύο μισοπεθαμένους μάρτυρες. Όταν αργότερα της έδωσαν λόγχη και την πρόσταξαν να σκοτώσει τον…
Lexo jetënΤα εγκαίνια του ναού του Αγίου Γεωργίου στη Λύδδα
Λίγο πριν αποκεφαλιστεί στη Νικομήδεια, ο Άγιος Γεώργιος παρακάλεσε τον πιστό υπηρέτη του να μεταφέρει το σώμα του στην αγαπημένη Παλαιστίνη. Εκείνος τήρησε την υπόσχεση και έθαψε με τιμές το ακέφαλο λείψανο του μάρτυρα…
Lexo jetën