Όσιος Ευθύμιος ο Νέος ο Θεσσαλονικεύς
Εγκατέλειψε γυναίκα και νεογέννητη κόρη με τη δικαιολογία πως πήγαινε να βρει το χαμένο άλογο της οικογένειας. Έζησε τρία ολόκληρα χρόνια κλεισμένος σε μια σπηλιά του Άθω, τρώγοντας μόνο βελανίδια και κάστανα. Γεννήθηκε στα χρόνια του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντα του Πέμπτου του Αρμενίου, σε ένα χωριό της Γαλατίας κοντά στην Άγκυρα, και στο άγιο βάπτισμα έλαβε το όνομα Νικήτας.
Οι γονείς του, ο Επιφάνιος και η Άννα, ήταν άνθρωποι πλούσιοι και ευσεβείς, που σκόρπιζαν ελεημοσύνη και φιλοξενούσαν τους ξένους με μεγάλη απλότητα. Όταν ο Νικήτας έγινε επτά χρονών, έχασε τον πατέρα του και έμεινε στήριγμα της μητέρας και των δύο αδελφών του. Υπηρέτησε στον στρατό και με την επιμονή της μητέρας του παντρεύτηκε μια ενάρετη κοπέλα, την Ευφροσύνη, από την οποία απέκτησε μια κόρη, την Αναστασώ.
Όμως μέσα του έκαιγε από παιδί ο πόθος της μοναχικής ζωής. Όταν είδε πως η οικογένειά του είχε αρκετή παρηγοριά από το μικρό κορίτσι, αποφάσισε να φύγει κρυφά και να αφιερωθεί ολόκληρος στον Χριστό. Έφυγε λοιπόν από το πατρικό σπίτι την επομένη της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, την ημέρα του ομώνυμού του μάρτυρα Νικήτα.
Περπάτησε από πόλη σε πόλη και έφτασε τελικά στον Όλυμπο της Βιθυνίας, που ήταν τότε ένα από τα μεγαλύτερα μοναστικά κέντρα της αυτοκρατορίας. Εκεί λάμπρυναν τον τόπο με τους αγώνες τους ο όσιος Ιωαννίκιος ο Μέγας, ο όσιος Πέτρος ο Ατρώας και άλλοι θεοφόροι πατέρες. Ο νεαρός Νικήτας πόθησε πάνω από όλα να πάρει την ευλογία του μεγάλου Ιωαννικίου και να καταταγεί στους μαθητές του.
Ο διορατικός γέροντας είδε αμέσως την αρετή που έκρυβε ο νέος και θέλησε να τη φανερώσει με μια δοκιμασία. Φώναξε λοιπόν στους μοναχούς πως ο επισκέπτης ήταν φονιάς και ζήτησε να τον δέσουν. Ο Νικήτας έσκυψε ταπεινά το κεφάλι, δέχτηκε την κατηγορία χωρίς λέξη και ομολόγησε τον εαυτό του άξιο κάθε τιμωρίας.
Όλοι έμειναν έκπληκτοι από τη βαθιά του ταπείνωση. Αμέσως μετά αναχώρησε από εκεί για να αποφύγει τους επαίνους και την ανθρώπινη δόξα. Παραδόθηκε τότε στην καθοδήγηση ενός άλλου ενάρετου γέροντα, του Ιωάννου, που ζούσε σε ησυχία και αγαπούσε βαθιά τον Θεό.
Εκείνος τον έκειρε μοναχό της Μικράς Σχήμας με το νέο όνομα Ευθύμιος, το έτος οκτακόσια σαράντα δύο. Στη συνέχεια τον έστειλε στο κοινόβιο των Πισσαδινών, για να μάθει την υπακοή και την καθημερινή άρνηση του ιδίου θελήματος. Ο ηγούμενος Νικόλαος τού ανέθεσε τα πιο ταπεινά διακονήματα και ο Ευθύμιος τα δέχτηκε με χαρά σαν φάρμακο για τη νεανική του σάρκα.
Θεωρούσε τον εαυτό του τελευταίο και ανάξιο όλων, και υπάκουε όχι μόνο στον ηγούμενο αλλά σε κάθε αδελφό σαν να άκουγε από αυτόν τον λόγο του Θεού. Στα δεκαπέντε χρόνια που έμεινε στον Όλυμπο, οι λογισμοί για τη γυναίκα και την κόρη του τον πολέμησαν πολλές φορές. Τους αντιμετώπιζε όμως με τα λόγια του Κυρίου περί όσων αφήνουν τα πάντα για χάρη του ονόματός του.
Έτσι σιγά σιγά μαράθηκαν μέσα του όλα τα πάθη και έλαμψε ο εσωτερικός άνθρωπος της χάριτος. Όταν ωρίμασε στις αρετές, αποφάσισε να αναζητήσει βαθύτερη ησυχία στο Άγιον Όρος. Ο γέροντας Θεόδωρος, μεγάλος ασκητής του Ολύμπου, τον ευλόγησε και τον ένδυσε το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα.
Συντροφιά του ξεκίνησε ο μοναχός Θεοστήρικτος και πορεύτηκαν προς τη χερσόνησο. Περνώντας από τη Νικομήδεια, ο Ευθύμιος έμαθε πως ζούσαν ακόμα οι δικοί του, και τους έστειλε έναν τίμιο σταυρό με μήνυμα να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Όλοι τους, εκτός από την κόρη που είχε ήδη παντρευτεί, έγιναν μοναχοί.
Στον Άθω βρήκε συναγωνιστή τον ενάρετο Ιωσήφ, έναν Αρμένιο μοναχό, με τον οποίο έκλεισαν τους εαυτούς τους σε σπηλιά για τρία ολόκληρα χρόνια. Ζούσαν με όσα έδινε η γη, αγρυπνούσαν, νήστευαν, έκαναν αμέτρητες μετάνοιες και κοιμόντουσαν στο γυμνό χώμα. Έπειτα από έναν χρόνο τα ρούχα τους είχαν λιώσει και τους βασάνιζαν τα έντομα σαν αληθινούς μάρτυρες χωρίς διωγμούς.
Ο Ιωσήφ τελικά λύγισε από τους κόπους και αναχώρησε, αφήνοντας μόνο τον Ευθύμιο να ολοκληρώσει τον αγώνα. Μετά τη συμπλήρωση της τριετίας, ο όσιος βγήκε από τη σπηλιά και βρήκε πολλούς ασκητές που τον περίμεναν για να διδαχθούν από εκείνον. Επέστρεψε για λίγο στον Όλυμπο, όπου ο γέροντας Θεόδωρος, εξαντλημένος από αρρώστιες και γηρατειά, ζητούσε να πάει μαζί του στον Άθω.
Ο Ευθύμιος τον φρόντισε με τρυφερότητα μέχρι που εκείνος αναγκάστηκε να κατέβει στη Θεσσαλονίκη για θεραπεία, όπου και κοιμήθηκε εν Κυρίω. Από αγάπη προς τον γέροντα ο όσιος κατέβηκε στην πόλη να προσκυνήσει τον τάφο του, αλλά ο κόσμος τον υποδέχτηκε σαν ουράνιο επισκέπτη. Για να αποφύγει τη δόξα ανέβηκε σε έναν στύλο κοντά στην πόλη, μιμούμενος τον άγιο Συμεών τον Στυλίτη.
Από εκεί παρηγορούσε τους πονεμένους και θεράπευε ασθένειες ανίατες με τη δύναμη της προσευχής. Χειροτονήθηκε διάκονος και αργότερα πρεσβύτερος, ύστερα από συμβουλή του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Θεοδώρου, ώστε να μπορεί να κοινωνεί και ο ίδιος και οι αδελφοί στην έρημο. Έπειτα επέστρεψε ξανά στο αγαπημένο του Άγιον Όρος, διψασμένος για βαθύτερη σιωπή.
Επειδή όμως οι επισκέπτες πλήθαιναν ακόμα και εκεί, αποσύρθηκε σε ένα νησί που λεγόταν των Νέων, μαζί με τους μοναχούς Συμεών και Ιωάννη τον Κολοβό. Σύντομα όμως έπεσαν επάνω τους Σαρακηνοί πειρατές και τους αιχμαλώτισαν. Το πλοίο των βαρβάρων στάθηκε ξαφνικά ακίνητο μέσα στη θάλασσα, ώσπου εκείνοι κατάλαβαν την αιτία, ζήτησαν συγχώρηση και ελευθέρωσαν τους ασκητές.
Επιστρέφοντας στον Άθω, οι τρεις πατέρες αναγκάστηκαν να σκορπιστούν σε ασφαλέστερους τόπους εξαιτίας των συνεχών πειρατικών επιδρομών. Ο Ευθύμιος εγκαταστάθηκε στα Βραστά της Χαλκιδικής μαζί με τον Ιωσήφ τον Αρμένιο και ορισμένους μαθητές τους, ζώντας σε χωριστά κελιά μια αγγελική πολιτεία. Κάποτε άκουσε φωνή θεϊκή που του φανέρωσε να αναστηλώσει έναν ερειπωμένο ναό σε ένα βουνό κοντά στη Θεσσαλονίκη, στην τοποθεσία Περιστερά.
Πήρε μαζί του τους μαθητές του Ιγνάτιο και Εφραίμ και ξεκίνησε για το έργο. Παρά τις φοβερές επιθέσεις του πονηρού, που γκρέμιζε τα σκαλωσιές και τους τοίχους, ο ναός του αποστόλου Ανδρέου τελείωσε γύρω στο έτος οκτακόσια εβδομήντα ένα. Γύρω από τον αγιασμένο γέροντα μαζεύτηκαν πλήθος μαθητών από τη Θεσσαλονίκη και τα γύρω μέρη.
Ο όσιος τους δίδασκε με λόγια απλά και ζεστά για την πάλη με τον διάβολο, για την αξία της εργασίας των χεριών, για την υπακοή και την εμπιστοσύνη στον πνευματικό πατέρα. Τους θύμιζε πάντοτε πως, αν αρνήθηκαν τον κόσμο, οφείλουν να ζουν σαν άγγελοι και να φυλάσσουν τις εντολές του Κυρίου με όλη τους την ψυχή. Ανάμεσα στους μαθητές του ήταν και ο Βασίλειος, μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, στον οποίο ο όσιος προφήτευσε από τις πρώτες ημέρες της κουράς το επισκοπικό αξίωμα.
Έπειτα από καιρό ίδρυσε λίγο πιο μακριά και γυναικείο μοναστήρι, στην ηγουμενία του οποίου τοποθέτησε την αδελφή του Ευθυμία, που είχε γίνει και εκείνη μοναχή. Στο ίδιο κοινόβιο εκάρησαν μοναχές και η μητέρα και η γυναίκα του, που από καιρό είχαν αφιερωθεί στον Θεό. Σαράντα δύο ολόκληρα χρόνια μετά τη φυγή του από το πατρικό, ο όσιος ξανασυναντούσε τους δικούς του ως πνευματικός τους πατέρας και οδηγός προς τη βασιλεία των ουρανών.
Όταν προαισθάνθηκε το τέλος του, μάζεψε τους μαθητές του τη μνήμη της ανακομιδής του οσίου Ευθυμίου του Μεγάλου σε εορταστική τράπεζα, στα γύρω μοναστήρια του Άθω. Τους ευλόγησε, τους έδωσε τις τελευταίες πατρικές συμβουλές και αποχαιρέτησε τον καθένα ξεχωριστά. Την επομένη πήρε μαζί του μόνο τον υποτακτικό του Γεώργιο και αποσύρθηκε στο λεγόμενο Ιερό Νησί, για να συναντήσει τον Θεό μέσα σε απόλυτη σιωπή.
Έζησε εκεί σχεδόν τέσσερις μήνες μέσα σε μια σπηλιά, προσευχόμενος ακατάπαυστα και ετοιμάζοντας την ψυχή του για την έξοδο. Στις δεκαπέντε Οκτωβρίου του έτους οκτακόσια ογδόντα εννέα κοιμήθηκε εν ειρήνη, παρουσία αγγέλων και αγίων που ήλθαν να παραλάβουν την καθαρή ψυχή του. Δύο χρόνια αργότερα οι αδελφοί της μονής Περιστεράς έστειλαν τον ιερομόναχο Βλάσιο και τον μοναχό Παύλο για να μεταφέρουν το ιερό λείψανο.
Το βρήκαν εντελώς άφθαρτο μέσα στην ίδια σπηλιά, λαμπρό μάρτυρα της αγιότητάς του. Στις δεκατρείς Ιανουαρίου του επόμενου έτους τα τίμια λείψανα μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπου αναπαύονται μέχρι σήμερα προσφέροντας πλούσιες ιάσεις και χάριτες.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 15 Tetor
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Η Παναγία η Σιτοδότρα της Όπτινα
Σε μια χρονιά που όλη η Ρωσία βυθίστηκε στην πείνα από την αποτυχία της σοδειάς, μόνο τα χωράφια της μονής Σαμορντίνο γέμισαν στάχυα και καρπούς. Λίγο αργότερα, μια απλή παράκληση μπροστά σε μια εικόνα…
Lexo jetënΛουκιανός ο Πρεσβύτερος της Αντιόχειας
Δεμένος με αλυσίδες μέσα στη φυλακή της Νικομήδειας, ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω σε αιχμηρά κομμάτια κεραμιδιών, τέλεσε τη θεία Λειτουργία πάνω στο ίδιο του το στήθος. Έπειτα από δεκατέσσερις ημέρες χωρίς τροφή, φώναξε τρεις φορές…
Lexo jetënΟ Άγιος Ιωάννης ο Επίσκοπος Σουζδαλίας
Ο μέγας πρίγκιπας Βόρις είδε με τα ίδια του τα μάτια Άγγελο Κυρίου να συλλειτουργεί με τον Άγιο Ιωάννη κατά τη Θεία Λειτουργία. Όταν συκοφάντες τον έδιωξαν από την πόλη με ντροπή και ύβρεις,…
Lexo jetënΟ υποτακτικός που έγινε μάρτυρας και το σεντούκι που κινούνταν μόνο του
Ένας νέος μοναχός αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα και αποκεφαλίστηκε στην Αλεξάνδρεια για το όνομα του Χριστού. Όμως το σεντούκι με το λείψανό του έβγαινε μόνο του από το Άγιο Βήμα κάθε φορά που…
Lexo jetën