EmailFacebookΕπικοινωνία

Λουκιανός ο Πρεσβύτερος της Αντιόχειας

Δεμένος με αλυσίδες μέσα στη φυλακή της Νικομήδειας, ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω σε αιχμηρά κομμάτια κεραμιδιών, τέλεσε τη θεία Λειτουργία πάνω στο ίδιο του το στήθος. Έπειτα από δεκατέσσερις ημέρες χωρίς τροφή, φώναξε τρεις φορές «Είμαι χριστιανός» και παρέδωσε την ψυχή του στον Χριστό. Ο άγιος Λουκιανός γεννήθηκε στα Σαμόσατα της Συρίας, από γονείς ευσεβείς και αξιωματούχους της εποχής.

Όταν στα δώδεκα χρόνια του έμεινε ορφανός, μοίρασε όλη την πατρική περιουσία στους φτωχούς και ξεκίνησε για την Έδεσσα της Συρίας. Εκεί βαπτίστηκε και μπήκε κάτω από την καθοδήγηση του ομολογητή Μακαρίου, μαθαίνοντας με ζήλο τα ιερά γράμματα. Από μικρός ασκούσε τον εαυτό του με αυστηρότητα και προσευχόταν με δάκρυα νύχτα και μέρα.

Ήταν σοβαρός, λιγομίλητος, ολιγαρκής, και νήστευε με μέτρο που ξεπερνούσε τις δυνάμεις των άλλων μοναχών. Τελικά έτρωγε μόνο μία φορά την εβδομάδα και πολλές φορές έμενε ακόμα και χωρίς ξεροκόμματο. Έπινε πάντοτε νερό και απέφευγε τελείως το κρασί, με μοναδική του τροφή τον ξερό άρτο της ερήμου.

Η φήμη της αρετής και της σοφίας του απλώθηκε γρήγορα σε ολόκληρη την Ανατολή και έφτασε ώς την Αντιόχεια. Εκεί τον χειροτόνησαν πρεσβύτερο, και ίδρυσε περίφημη σχολή όπου μάζευε γύρω του πλήθος μαθητών. Τους δίδασκε με υπομονή την κατανόηση των θείων Γραφών και τους οδηγούσε ταυτόχρονα στην ενάρετη ζωή.

Επειδή γνώριζε άριστα την εβραϊκή γλώσσα, καταπιάστηκε με το τεράστιο έργο της διόρθωσης του ελληνικού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης. Οι αιρετικοί είχαν αλλοιώσει συνειδητά πολλά σημεία, για να στηρίξουν τις πλανεμένες διδασκαλίες τους και να παρασύρουν τους απλούς πιστούς. Ο άγιος συμπλήρωσε και τις μεταφράσεις των Εβδομήκοντα, του Ακύλα και του Συμμάχου, δωρίζοντας το έργο του στην εκκλησία της Νικομήδειας.

Όταν ξέσπασε ο διωγμός, έκρυψε όλο το διορθωμένο κείμενο μέσα σε έναν τοίχο για να το προστατέψει. Το πολύτιμο εκείνο χειρόγραφο βρέθηκε αργότερα, στα χρόνια του μεγάλου Κωνσταντίνου. Στους δρόμους της πόλης τον αναγνώριζαν μονάχα όσοι ο ίδιος επιθυμούσε, καθώς ο Θεός τον σκέπαζε από τα μάτια των διωκτών του.

Όταν ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός άρχισε να εξοντώνει τους πιο λαμπρούς διδασκάλους της Εκκλησίας, αναζήτησε και τον άγιο Λουκιανό. Ένας ιερέας στην Αντιόχεια, ο Παγκράτιος, οπαδός της αίρεσης του Σαβελλίου, πρόδωσε σαν άλλος Ιούδας τον κρυμμένο τόπο του δασκάλου. Έτσι τον συνέλαβαν και τον οδηγούσαν αλυσοδεμένο προς τη Νικομήδεια, στη βορειοδυτική Μικρά Ασία.

Στον δρόμο, καθώς περνούσε από την Καππαδοκία, συνάντησε στρατιώτες που από τον φόβο των βασανιστηρίων είχαν αρνηθεί τον Χριστό. Με λόγια θερμά τους θύμισε ότι για επίγειο βασιλιά θυσιάζουν χωρίς δισταγμό τη ζωή τους, ενώ ντρέπονται να σταθούν για τον Βασιλέα των ουρανών. Τους έδειξε πως μικρά παιδιά και αδύνατες γυναίκες αναδείχθηκαν γενναιότερα από εκείνους στο στάδιο της ομολογίας.

Με τα λόγια του συγκλόνισε σχεδόν σαράντα στρατιώτες, που γύρισαν αμέσως πίσω και μαρτύρησαν για το όνομα του Χριστού. Σε όλη του τη ζωή εργάστηκε με πάθος για τη μετάνοια των πεσόντων, στέλνοντας σχεδόν τρεις χιλιάδες επιστολές παρηγοριάς και στηρίζοντας με τον λόγο του αμέτρητες ψυχές. Όταν τον έφεραν τελικά μπροστά στον Μαξιμιανό, ο αυτοκράτορας φοβήθηκε τόσο πολύ τη γοητεία της μορφής και του λόγου του, ώστε δεν τόλμησε να τον αντικρίσει κατά πρόσωπο.

Συνομιλούσε μαζί του από μακριά, πίσω από ένα παραπέτασμα, μέσω τρίτου προσώπου. Στην αρχή του υποσχέθηκε δώρα και τιμές, μα ο άγιος γέλασε με τις κολακείες του και απέρριψε με γαλήνη κάθε δέλεαρ. Τότε άρχισαν τα φρικτά βασανιστήρια μέσα στα σκοτεινά κελιά της φυλακής.

Του στρέβλωσαν τα μέλη πάνω στο ξύλο, τον έδεσαν με σχοινιά και τον ξάπλωσαν ανάσκελα πάνω σε αιχμηρά θραύσματα κεραμιδιών. Δεκατέσσερις ολόκληρες ημέρες έμεινε εκεί νηστικός, χωρίς να γευτεί από τα ειδωλόθυτα που του πρόσφεραν. Όταν ξημέρωσε η μεγάλη γιορτή των Θεοφανείων, ποθούσε να κοινωνήσει μαζί με τους πιστούς που κρατούνταν δίπλα του.

Από αμέλεια των φρουρών μπήκαν κρυφά μερικοί χριστιανοί, φέρνοντας μαζί τους άρτο και οίνο για την αναίμακτη θυσία. Παρακάλεσε τότε τους μαθητές του να σταθούν γύρω του και να αποτελέσουν εκείνοι την ίδια την Εκκλησία του Χριστού. Ξαπλωμένος ανάσκελα και δεμένος, παρακάλεσε να τοποθετήσουν τα τίμια δώρα επάνω στο στήθος του.

Είπε ότι το στήθος του θα γίνει ζωντανή αγία Τράπεζα του ζώντος Θεού, καλύτερη και από κάθε ξύλινο ή πέτρινο θυσιαστήριο. Έτσι μέσα στο σκοτάδι της φυλακής τελέστηκε η θεία Λειτουργία, με όλες τις νόμιμες ευχές και την ιερή τάξη της Εκκλησίας. Όλοι οι παρόντες αξιώθηκαν να μεταλάβουν των αχράντων μυστηρίων από τα χέρια του ίδιου του μάρτυρα.

Το πρωί έστειλε ο αυτοκράτορας να μάθει αν ζούσε ακόμη ο άγιος δούλος του Χριστού. Μόλις είδε τους φρουρούς να μπαίνουν, φώναξε τρεις φορές με δυνατή φωνή «Είμαι χριστιανός». Με τα λόγια αυτά παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Κυρίου, για τον οποίο τόσο πολύ είχε αγωνιστεί.

Κατά την παράδοση, κάποιοι λένε πως ανέπνεε ακόμη όταν τον έριξαν στη θάλασσα. Οι στρατιώτες έδεσαν στο τίμιο σώμα του μια βαριά πέτρα και το βύθισαν στα κύματα, νομίζοντας πως έτσι θα εξαφανιζόταν για πάντα η μνήμη του. Έπειτα από τριάντα ημέρες, ο άγιος Λουκιανός εμφανίστηκε σε έναν από τους μαθητές του, τον Γλυκέριο, και του υπέδειξε με σαφήνεια το μέρος της παραλίας.

Εκείνος έτρεξε μαζί με άλλους πιστούς στην ακτή, ψάχνοντας με αγωνία να βρει το λείψανο του δασκάλου. Τότε αντίκρισαν στο πέλαγος ένα κατάκοπο δελφίνι που μετέφερε στη ράχη του ολόκληρο το άφθαρτο σώμα του μάρτυρα. Το λείψανο μοσχοβολούσε μύρο και έφτασε σώο στη στεριά, ενώ το δελφίνι αμέσως ξεψύχησε στα πόδια τους.

Το δεξί χέρι του αγίου βρέθηκε αργότερα ελεύθερο, ξεδεμένο θαυματουργικά από τη βαριά πέτρα που του είχαν φορτώσει. Οι χριστιανοί παρέλαβαν με ευλάβεια το πανάγιο σώμα και του έδωσαν την πρέπουσα ταφή με δάκρυα χαράς. Πολλά χρόνια αργότερα, η αγία Ελένη, η μητέρα του μεγάλου Κωνσταντίνου, ανήγειρε λαμπρό ναό πάνω στον τάφο του ιερομάρτυρα.

Τον ύμνησε επάξια και ο συμπατριώτης του, ο θείος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, καμαρώνοντας για τον λαμπρό αδελφό του στην πίστη. Το όνομα Λουκιανός σημαίνει στα ελληνικά και στα λατινικά τον φωτεινό και τον λαμπρό άνθρωπο.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 15 Tetor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Όσιος Ευθύμιος ο Νέος ο Θεσσαλονικεύς

Εγκατέλειψε γυναίκα και νεογέννητη κόρη με τη δικαιολογία πως πήγαινε να βρει το χαμένο άλογο της οικογένειας. Έζησε τρία ολόκληρα χρόνια κλεισμένος σε μια σπηλιά του Άθω, τρώγοντας μόνο βελανίδια και κάστανα. Γεννήθηκε στα…

Lexo jetën

Η Παναγία η Σιτοδότρα της Όπτινα

Σε μια χρονιά που όλη η Ρωσία βυθίστηκε στην πείνα από την αποτυχία της σοδειάς, μόνο τα χωράφια της μονής Σαμορντίνο γέμισαν στάχυα και καρπούς. Λίγο αργότερα, μια απλή παράκληση μπροστά σε μια εικόνα…

Lexo jetën

Ο Άγιος Ιωάννης ο Επίσκοπος Σουζδαλίας

Ο μέγας πρίγκιπας Βόρις είδε με τα ίδια του τα μάτια Άγγελο Κυρίου να συλλειτουργεί με τον Άγιο Ιωάννη κατά τη Θεία Λειτουργία. Όταν συκοφάντες τον έδιωξαν από την πόλη με ντροπή και ύβρεις,…

Lexo jetën

Ο υποτακτικός που έγινε μάρτυρας και το σεντούκι που κινούνταν μόνο του

Ένας νέος μοναχός αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα και αποκεφαλίστηκε στην Αλεξάνδρεια για το όνομα του Χριστού. Όμως το σεντούκι με το λείψανό του έβγαινε μόνο του από το Άγιο Βήμα κάθε φορά που…

Lexo jetën
3