EmailFacebookΕπικοινωνία

Μαρτίνος ο Ελεήμων, ο Επίσκοπος της Τουρώνης

Ένας νεαρός Ρωμαίος στρατιώτης έκοψε στα δύο τον μανδύα του και έντυσε έναν μισόγυμνο ζητιάνο στις πύλες της Αμιένης. Την ίδια νύχτα ο Χριστός εμφανίστηκε στον ύπνο του φορώντας εκείνο το μισό ρούχο μπροστά στους αγγέλους. Ο Μαρτίνος καταγόταν από τη Σαβαρία της Παννονίας και ανατράφηκε από ειδωλολάτρες γονείς, με τον πατέρα του να φτάνει στο αξίωμα του χιλίαρχου μέσα από τη στρατιωτική σταδιοδρομία.

Από τα πρώτα παιδικά του χρόνια ξεχώριζε για την πραότητα, την αγνότητα και τη φυσική κλίση του προς τη φιλανθρωπία και την προσευχή. Όταν γνώρισε χριστιανούς, η καρδιά του φλογίστηκε και ζήτησε να γίνει κατηχούμενος μόλις είχε κλείσει τα δέκα του χρόνια. Στα δώδεκα ονειρευόταν την έρημο και τη μοναχική ζωή του Μεγάλου Αντωνίου, όμως ο πατέρας του είχε άλλα σχέδια για τη ζωή του γιου του.

Στα δεκαπέντε ο νεαρός Μαρτίνος σύρθηκε με τη βία και αλυσοδέθηκε, ώσπου αναγκάστηκε να δώσει τον στρατιωτικό όρκο μέσα από πίεση και απειλές. Έγινε αξιωματικός του ιππικού και κέρδισε γρήγορα την εμπιστοσύνη των ανωτέρων του στρατοπέδου. Παρά την υψηλή του θέση, ο Μαρτίνος συνέχισε να ζει με μεγάλη απλότητα και βαθιά ταπείνωση μέσα στο στράτευμα.

Είχε δικαίωμα να κρατά πολλούς υπηρέτες, όμως κράτησε μόνον έναν και τον φερόταν ως αδελφό. Μάλιστα πολλές φορές υπηρετούσε ο ίδιος εκείνον, αντί να δέχεται υπηρεσίες από τον υφιστάμενό του. Στους συστρατιώτες του έδειχνε αληθινή αγάπη και κερδούσε όχι μόνο τη φιλία τους, αλλά και τον σεβασμό τους για την καθαρή του διαγωγή.

Από τον μισθό του κρατούσε μόνο όσα χρειάζονταν για την τροφή του και όλα τα υπόλοιπα τα μοιραζόταν στους φτωχούς της πόλης. Έντυνε γυμνούς, τάιζε πεινασμένους και βοηθούσε όποιον έβλεπε σε ανάγκη, χωρίς να ζητά κανέναν έπαινο για τις πράξεις του. Όταν το στράτευμα στρατοπέδευσε στην Αμιένη της Γαλατίας, ο χειμώνας ήταν εξαιρετικά σκληρός και τα κρύα θανατηφόρα.

Έξω από τις πύλες της πόλης συνάντησε εκείνον τον μισόγυμνο ζητιάνο, μπροστά στον οποίο όλοι περνούσαν αδιάφοροι. Δεν είχε χρήματα μαζί του, γιατί τα είχε ήδη μοιράσει σε άλλους φτωχούς νωρίτερα την ημέρα. Έκοψε λοιπόν στα δύο τον μανδύα του και χάρισε το μισό κομμάτι στον παγωμένο φτωχό άνθρωπο.

Όσοι περνούσαν από εκεί γελούσαν μαζί του βλέποντας την παράξενη και κουρελιασμένη του στολή. Όμως εκείνος δεν ταράχτηκε, γιατί θυμόταν τα λόγια του Χριστού για όσους ντύνουν τους αδελφούς Του. Την ίδια νύχτα, μέσα στον ύπνο του, είδε τον Κύριο Ιησού να φορά εκείνο το μισό ύφασμα και να το δείχνει στους αγγέλους.

Άκουσε τον Χριστό να λέει πως ο Μαρτίνος, αν και κατηχούμενος ακόμη, Τον είχε ντύσει με αυτό το ρούχο. Συγκλονισμένος από την οπτασία, ο νέος βαπτίστηκε αμέσως σε ηλικία δεκαοκτώ ετών και έζησε τη χάρη του μυστηρίου. Ζήτησε να αφήσει τον στρατό, όμως ο χιλίαρχός του τον παρακάλεσε να μείνει μέχρι το τέλος της δικής του θητείας.

Ο Μαρτίνος υποχώρησε και παρέμεινε δύο ακόμη χρόνια, ακολουθώντας τις εκστρατείες του αυτοκράτορα Κωνσταντίου εναντίον των Αλαμανών. Όταν ο Ιουλιανός μοίραζε δώρα στους στρατιώτες πριν από μια μάχη, ο Μαρτίνος αρνήθηκε με παρρησία να δεχθεί οτιδήποτε από τα χέρια του. Δήλωσε ότι από εκείνη τη στιγμή ήταν στρατιώτης του Χριστού και δεν μπορούσε να συνεχίσει να πολεμά για τον αυτοκράτορα.

Ο Ιουλιανός τον κατηγόρησε για δειλία και του είπε ότι ο φόβος της μάχης τον σπρώχνει να αρνηθεί τα δώρα. Ο Μαρτίνος του απάντησε ότι θα έστεκε άοπλος στην πρώτη γραμμή, έχοντας μόνο τον Σταυρό ως όπλο του. Ο αυτοκράτορας τον φυλάκισε μέχρι την επομένη, για να δοκιμάσει το θάρρος και την πίστη του στρατιώτη.

Όμως οι Αλαμανοί ζήτησαν ειρήνη χωρίς να δοθεί μάχη, και ο νεαρός Μαρτίνος ελευθερώθηκε από τον στρατιωτικό όρκο. Πήγε στον επίσκοπο της Πικταβίας Ιλάριο, διάσημο για την αγιότητα και την ορθόδοξη μόρφωσή του. Εκείνος θέλησε να τον χειροτονήσει διάκονο, όμως ο Μαρτίνος αρνήθηκε από βαθιά ταπείνωση και δέχθηκε μόνο τη χαμηλότερη διακονία του εξορκιστή.

Μετά από όραμα ξεκίνησε για την πατρίδα του, για να φέρει στον Χριστό τους ειδωλολάτρες γονείς του. Στα όρη συνελήφθη από ληστές, όμως ένας από αυτούς συγκλονίστηκε από τη γαλήνη του και τον άφησε ελεύθερο. Αργότερα ο πρώην ληστής έγινε μοναχός σε μοναστήρι που έφερε το όνομα του ίδιου του αγίου.

Στη Σαβαρία ο Μαρτίνος οδήγησε τη μητέρα του στην πίστη, ενώ ο πατέρας του παρέμεινε αμετακίνητος στην ειδωλολατρία. Όταν οι αρειανοί απλώθηκαν στην Παννονία, ο Μαρτίνος πολέμησε ανοιχτά εναντίον τους και υπέστη βασανιστήρια και εξορία από την πατρίδα του. Πήγε στο Μεδιόλανο, όμως ο αρειανός επίσκοπος Αυξέντιος τον έδιωξε και από εκεί με νέες ταλαιπωρίες.

Αποσύρθηκε στο έρημο νησί της Καπραρίας, γεμάτο φαρμακερά φίδια, και έζησε εκεί με προσευχή και νηστεία. Όταν ο Ιλάριος επέστρεψε από την εξορία στην Πικταβία, εκείνος ίδρυσε κοντά του την πρώτη μοναστική αδελφότητα της Γαλατίας στο Λιγουζέ. Μαθητές συγκεντρώθηκαν γύρω του και έμαθαν από τη ζωή του την αληθινή μοναχική πορεία.

Ένας κατηχούμενος της μονής πέθανε ξαφνικά από πυρετό προτού προλάβει να βαπτιστεί. Ο Μαρτίνος έδιωξε τους πάντες από το κελί, προσευχήθηκε δύο ώρες και ανέστησε νεκρό τον αδελφό μπροστά στα δάκρυα όλων. Εκείνος βαπτίστηκε αμέσως και διηγήθηκε ότι δύο άγγελοι μεσίτευσαν για χάρη του ενώπιον του φοβερού Κριτή.

Η φήμη του αγίου άπλωσε παντού και τον έκανε γνωστό ως αποστολικό άνδρα με δύναμη ουράνια. Ο διάβολος προσπάθησε να τον πλανήσει εμφανιζόμενος ως Χριστός μέσα σε πορφύρα και χρυσό στέμμα, μέσα σε φως εκτυφλωτικό. Ο άγιος τού απάντησε ότι ο Κύριος δεν θα ξαναέρθει μέσα σε λαμπρή πορφύρα και χρυσά στολίδια.

Είπε ότι θα Τον αναγνωρίσει μόνο όταν φανερωθεί με τα ίδια σημάδια του Σταυρού και των παθών Του. Ο πειρασμός εξαφανίστηκε σαν καπνός αφήνοντας πίσω φοβερή δυσοσμία και αποκαλύπτοντας έτσι την αληθινή του φύση. Όταν χήρεψε ο επισκοπικός θρόνος της Τουρώνης, ο λαός τον τράβηξε με δόλο και τον ανέδειξε ποιμένα τους με ομόφωνη κραυγή.

Ως επίσκοπος έμεινε ο ίδιος ταπεινός μοναχός και ίδρυσε κοντά στην πόλη το μοναστήρι της Μαρμουτιέ. Γύρω του μαζεύτηκαν ογδόντα αδελφοί που ζούσαν σε κοινοβιακή ζωή με νηστεία, σιωπή και αδιάλειπτη προσευχή. Με τον λόγο και τα θαύματά του γκρέμισε ειδωλολατρικούς ναούς σε όλη τη Γαλατία και ίδρυσε χριστιανικές κοινότητες.

Στο χωριό Λεπρόζ δύο φωτεινοί άγγελοι του φανερώθηκαν και τον ενίσχυσαν να συντρίψει τα είδωλα μπροστά στους ειδωλολάτρες. Σε ένα πολυάνθρωπο χωριό ανέστησε νεκρό παιδί στα χέρια της μητέρας του και οδήγησε στο βάπτισμα ολόκληρο τον λαό. Θεράπευσε λεπρό στις πύλες του Παρισιού, λύτρωσε από αρρώστιες δαγκωμένο αγόρι και άνοιξε το στόμα κωφάλαλης κοπέλας.

Η πραότητά του ήταν τέτοια, ώστε ποτέ δεν ανταπέδωσε το κακό σε όσους τον πλήγωσαν ή τον κατηγόρησαν άδικα. Ένας διάκονος του ονόματι Βρίκιος τον έβριζε ανοιχτά και τον αποκαλούσε γέρο απατεώνα μπροστά στους περαστικούς. Όμως ο άγιος τον δέχθηκε με υπομονή, λέγοντας ότι αν ο Χριστός υπέφερε τον Ιούδα, εκείνος μπορούσε να υπομείνει αυτόν τον νεαρό.

Η προφητεία του βγήκε αληθινή, καθώς ο Βρίκιος μετανόησε και έγινε αργότερα διάδοχός του στον επισκοπικό θρόνο. Όταν ο σκληρός κυβερνήτης Αβικιανός έφερε δεσμώτες για εκτέλεση στην πόλη της Τουρώνης, ο άγιος πήγε μέσα στη νύχτα στις πύλες του παλατιού. Ο κυβερνήτης ξύπνησε από φωνή που του φανέρωσε ότι ο δούλος του Θεού βρισκόταν στο κατώφλι του.

Συνετίστηκε από τα λόγια του αγίου και ελευθέρωσε τους αιχμαλώτους, εγκαταλείποντας αμέσως την πόλη. Ο αυτοκράτορας Βαλεντινιανός αρνήθηκε αρχικά να δεχθεί τον άγιο στο παλάτι του στην Τρεβήρα. Όταν όμως ο Μαρτίνος μπήκε με θαυμαστό τρόπο μέσα, ο θρόνος του βασιλιά πήρε φωτιά και τον ανάγκασε να σηκωθεί.

Από εκείνη τη στιγμή ο αυτοκράτορας τον υποδέχθηκε με σεβασμό και του πρόσφερε πλούσια δώρα, τα οποία ο άγιος αρνήθηκε. Στα τέλη της ζωής του πήγε στο χωριό Κάνδη της επισκοπής του, για να ειρηνεύσει διαμάχη ανάμεσα σε κληρικούς. Πριν αναχωρήσει, προείπε στους μοναχούς του την επικείμενη κοίμησή του και τους αποχαιρέτησε με δάκρυα.

Στην Κάνδη αρρώστησε από βαριά πυρετό και ζήτησε να τον ξαπλώσουν στο πάτωμα μέσα σε σάβανο και στάχτη. Είπε ότι έτσι πρέπει να πεθαίνουν οι χριστιανοί, με ταπείνωση και μετάνοια απέναντι στον Κύριό τους. Όταν είδε τον διάβολο κοντά του, τον απομάκρυνε λέγοντας ότι ο κόλπος του Αβραάμ τον περίμενε.

Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του αγίου επισκόπου, και το πρόσωπό του έλαμψε με ουράνια ομορφιά. Δύο χιλιάδες μοναχοί και χορός παρθένων συνόδευσαν το λείψανό του στην πόλη της Τουρώνης. Ο λαός τον υποδέχθηκε με τεράστια συγκίνηση και τον έθαψε με μεγαλοπρέπεια αντάξια του βίου του.

Ο Θεός χάρισε αφθαρσία στο σώμα του και πλήθος θαυμάτων στον τάφο του δοξάζοντας τον δούλο Του. Η μνήμη του τιμάται στις δώδεκα Οκτωβρίου, αν και αρχαίες πηγές τοποθετούν την κοίμησή του στις οκτώ Νοεμβρίου. Το όνομά του παρέμεινε γραμμένο σε ελληνικά και ρωσικά αγιολόγια, και πολλοί ναοί στη Δύση αφιερώθηκαν στη μνήμη του.

cat > /tmp/10_12_Άγιος_Μαρτίνος_Τουρώνης_Ελληνικά_Καθαρά. –output /tmp/10_12_Άγιος_Μαρτίνος_Τουρώνης_Ελληνικά_Καθαρά. **Filename:** `10_12_Άγιος_Μαρτίνος_Τουρώνης_Ελληνικά_Καθαρά.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 12 Tetor

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος

Μια νύχτα προσευχής, ένα άπλετο φως κατέβηκε από τους ουρανούς και τύλιξε ολόκληρο τον νεαρό Συμεών, που ένιωσε σαν να μην είχε καθόλου σώμα. Ο νέος αυτός, γόνος αρχοντικής οικογένειας της Παφλαγονίας, παράτησε αξιώματα…

Lexo jetën

Ο Άγιος Έντουιν, Βασιλιάς και Μάρτυρας της Νορθουμβρίας

Ένας ξένος επισκέπτης άγγιξε κάποτε το κεφάλι ενός εξόριστου πρίγκιπα και του υποσχέθηκε ολόκληρο το βασίλειο της βόρειας Αγγλίας. Χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο επίσκοπος Παυλίνος επανέλαβε την ίδια χειρονομία και οδήγησε τον βασιλιά…

Lexo jetën

Ο Άγιος Κοσμάς ο Μελωδός, Επίσκοπος Μαϊουμά

Ένα ορφανό παιδί από την Ιερουσαλήμ βρήκε στέγη στο αρχοντικό των γονέων του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού και έγινε αδελφός του στη γνώση και στην πίστη. Ο ίδιος αυτός νέος έμελλε αργότερα να στολίσει…

Lexo jetën

Ο βοσκός άγιος της Αρσινόης

Ένας απλός βοσκός των βουνών της Πάφου άφησε τα πρόβατά του να βόσκουν μόνα και μπήκε σε ένα σπήλαιο, για να παραδώσει εκεί την ψυχή του στον Θεό. Ο πιστός του σκύλος, σαν φύλακας…

Lexo jetën

Τάραχος, Πρόβος και Ανδρόνικος, οι αδάμαστοι αθλητές της Κιλικίας

Μια αρκούδα που είχε κατασπαράξει τρεις ανθρώπους πλησίασε τον αιμόφυρτο Ανδρόνικο και άρχισε να γλείφει ήρεμα τις πληγές του. Λίγο πιο πέρα, μια λέαινα από την Αντιόχεια ξάπλωσε στα πόδια του γέροντα Ταράχου σαν…

Lexo jetën
3