EmailFacebookΕπικοινωνία

Οι Μάρτυρες Δάδας, Γοβδελάς και Κασδόα στην Περσία

Ένας πιστός αυλικός του Σαπώρ της Περσίας έσβησε με μόνο το σημείο του σταυρού μια τεράστια πυρά που είχε ανάψει ο ίδιος ο βασιλιάς. Το θαύμα αυτό οδήγησε τον γιο του Σαπώρ, τον Γοβδελά, να ομολογήσει δημόσια τον Χριστό μπροστά σε όλη την αυλή. Ο Δάδας ζούσε στα ανάκτορα ως πρώτος ανάμεσα στους άρχοντες και έχαιρε της αγάπης του βασιλιά.

Ο Σαπώρ τον έστειλε διοικητή σε μια επαρχία, χωρίς να γνωρίζει την πίστη του στον Χριστό. Όταν κάποιοι κατέδωσαν τη χριστιανική του ομολογία, ο βασιλιάς έστειλε τον σκληρό άρχοντα Ανδρομέλιχο για να εξετάσει την κατηγορία. Ο απεσταλμένος βεβαιώθηκε για την αλήθεια και ενημέρωσε με γράμμα τον Σαπώρ.

Τότε ο βασιλιάς παρέδωσε στον Ανδρομέλιχο πλήρη εξουσία πάνω στους χριστιανούς της χώρας. Ο ίδιος ανέκρινε τον Δάδα μαζί με τον γιο του Γοβδελά και διαπίστωσε την αμετακίνητη πίστη του ευγενούς. Έδωσε τότε εντολή να ανάψουν μεγάλη φωτιά, για να ριχτεί μέσα ο μάρτυρας.

Όταν ο Δάδας πλησίασε τις φλόγες, έκανε τον σταυρό του και αμέσως η φωτιά έσβησε και άρχισε να τρέχει νερό μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων. Ο Γοβδελάς, καθώς είδε αυτό το θαυμαστό σημείο, ρώτησε τον μάρτυρα ποιος του δίδαξε τέτοιες δυνάμεις. Ο Δάδας του απάντησε ότι, αν ακολουθούσε την ίδια πίστη, θα μπορούσε να επιτελέσει παρόμοια έργα και να βασιλεύσει αιώνια με τον Χριστό.

Ο νεαρός βασιλόπαις διέταξε αμέσως να ανάψουν άλλη μεγάλη πυρά, επικαλέστηκε το όνομα του Χριστού και η φωτιά έσβησε. Με δάκρυα έπεσε στα πόδια του Δάδα και ομολόγησε ανοιχτά την πίστη του. Ο Ανδρομέλιχος ανέφερε τα πάντα στον βασιλιά, ο οποίος εξοργίστηκε με την στροφή του γιου του.

Διέταξε τέσσερις υπηρέτες να χτυπούν τον Γοβδελά με βαριά ραβδιά μέχρι να εξαντληθούν, και άλλους να συνεχίσουν το βασανιστήριο. Ο νέος μάρτυρας προσευχόταν συνεχώς και ζητούσε τη δύναμη του Θεού. Τότε εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου, τον ενίσχυσε και του είπε με στοργή να μη φοβάται.

Μετά τους ραβδισμούς τον έριξαν στη φυλακή για πέντε ολόκληρες ημέρες χωρίς τροφή. Στη συνέχεια ο Σαπώρ ανέθεσε την δίκη όλων των χριστιανών σε έναν άρχοντα που ονομαζόταν Γάργαλος. Ο Γάργαλος έδωσε εντολή να χτυπούν τον Γοβδελά με λουριά από δέρμα βοδιού, και αργότερα έσχισε από το σώμα του δύο μακριές λωρίδες σαρκός.

Με προσβλητικά λόγια ζητούσε να φανεί ο Χριστός των χριστιανών για να τον θεραπεύσει. Ο μάρτυρας όμως βρέθηκε ξαφνικά εντελώς υγιής μέσα στα δεσμά του. Όταν ο δικαστής τον ξανάκλεισε στη φυλακή, οι αλυσίδες λύθηκαν με τη δύναμη του Θεού.

Πέρασε τότε από το κεφάλι του πυρωμένο σιδερένιο ραβδί, που διαπέρασε τα αυτιά του. Άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε ξανά και χάρισε στον στρατιώτη του Χριστού πλήρη ίαση. Ο μανιασμένος Γάργαλος τρύπησε το σώμα του με αιχμηρές σιδερένιες βελόνες και τον κρέμασε με αυτές περασμένες στους ώμους από τρίτη μέχρι ενάτη ώρα.

Οι δεσμοφύλακες, βλέποντας τα συνεχή θαύματα, αναφώνησαν με φόβο πως μέγας είναι ο Θεός των χριστιανών. Ο βασιλιάς πρόσταξε να γδάρουν το δέρμα από το κεφάλι του Γοβδελά και να σκεπάσουν το πρόσωπό του. Επίσης διέταξε να βγάλουν τα νύχια και τα δόντια του, ενώ απαγόρευσε σε όλους κάθε επίσκεψη στη φυλακή.

Η αδελφή του Γοβδελά, η Κασδόα, μπήκε κρυφά στη φυλακή και του πρόσφερε λίγο νερό, απειλώντας τον φύλακα να μην πει τίποτα. Ο μάρτυρας, μέσα σε τόσα μαρτύρια, χαιρόταν πνευματικά και θεράπευε όσους έρχονταν σε εκείνον αναζητώντας βοήθεια. Στο ίδιο κελί βρισκόταν τότε ένας μάγος, επίσης ονόματι Γάργαλος, που είχε καταδικαστεί για πολλά εγκλήματα.

Βλέποντας την υπομονή και τις θεραπείες του Γοβδελά, έπεσε στα πόδια του και του ζήτησε να τον θυμηθεί ενώπιον του Χριστού. Ο άγιος του είπε να πιστέψει και ο Κύριος θα τον ελευθερώσει από κάθε κακό. Ο μάγος ομολόγησε με δυνατή φωνή την πίστη του και την επόμενη ημέρα οδηγήθηκαν μαζί στο δικαστήριο.

Εκεί τον γύμνωσαν και τον χτυπούσαν με ραβδιά, ενώ εκείνος ατένιζε τον ουρανό προσευχόμενος. Παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Κυρίου με τη μαρτυρική ομολογία του Χριστού. Στη συνέχεια τοποθέτησαν τον Γοβδελά σε περιστρεφόμενο τροχό και του έγδαραν τα πόδια.

Έκαψαν τους μυς των χεριών του με πυρωμένα σιδερένια σφυριά πριν τον ξαναρίξουν στη φυλακή. Οι κρατούμενοι αλείφονταν με το αίμα του Γοβδελά και θεραπεύονταν από κάθε ασθένεια, και όλοι δόξαζαν με ευγνωμοσύνη τον αληθινό Θεό. Όταν ο Γάργαλος έμαθε αυτά τα γεγονότα, αρνήθηκε αρχικά να τα πιστέψει.

Μετά από δεκαπέντε ολόκληρες ημέρες έβγαλαν από τη φυλακή τον μάρτυρα και τον βρήκαν τελείως υγιή. Διέταξε τότε να ριχτεί σε καζάνι γεμάτο πίσσα και θειάφι που έβραζε δυνατά. Ο άγιος βγήκε από εκεί χωρίς το παραμικρό σημάδι στο σώμα του.

Μετά από σύσκεψη με τους αυλικούς του, ο δικαστής διέταξε να σταυρωθεί ο μάρτυρας και να τοξευθεί δημόσια μπροστά σε πλήθος κόσμου. Όμως τα βέλη γύριζαν πίσω και τραυμάτιζαν τους ίδιους τους τοξότες, ενώ ο άγιος παρέμενε αλώβητος. Όλοι όσοι παρακολουθούσαν κυριεύτηκαν από φόβο και θαυμασμό.

Ο βασιλιάς, μαθαίνοντας τα νέα, έστειλε την κόρη του Κασδόα να παρηγορήσει υποτιθέμενα τον αδελφό της. Εκείνη, βλέποντας τα παθήματα και ακούγοντας τα λόγια του, πίστεψε ολόψυχα στον Χριστό. Ομολόγησε ανοιχτά τη νέα της πίστη και έγινε πλέον φανερό σε όλη την αυλή.

Ο Σαπώρ οργίστηκε φοβερά με τη στάση της κόρης του και διέταξε να την τεντώσουν στο χώμα. Την χτύπησαν άγρια με ραβδιά και την έριξαν στη φυλακή, εκεί όπου βρισκόταν και ο αδελφός της. Η Κασδόα, βασανισμένη από τις πληγές, ζήτησε από τον Γοβδελά να προσευχηθεί για τη δύναμή της.

Εκείνος της απάντησε με γαλήνη ότι η πίστη της θα τη στηρίξει και κανένα άλλο μαρτύριο δεν θα την αγγίξει. Ο βασιλιάς πρόσταξε να δεθούν τα χέρια και τα πόδια του μάρτυρα και να ριχτεί στον ιππόδρομο. Όλη τη νύχτα τα άλογα έτρεχαν επάνω του, αλλά η χάρη του Θεού τον φύλαξε εντελώς αλώβητο.

Το πρωί τον βρήκαν λυμένο και υγιή, και όλος ο κόσμος έμεινε άναυλος μπροστά στο θαύμα. Άρχισαν να τον καίνε με αναμμένα δαυλιά, ενώ εκείνος προσευχόταν και δόξαζε ακατάπαυστα τον Κύριο. Δύο κρυφοί χριστιανοί, ο Δάδιος και ο Αβδίος, κατέγραφαν μυστικά τα παθήματα του μάρτυρα.

Ο Γοβδελάς τους ζήτησε νερό και λάδι για να βαπτιστεί ή τουλάχιστον τις προσευχές τους. Τότε ένα μικρό σύννεφο σχηματίστηκε πάνω από το κεφάλι του μάρτυρα και έχυσε νερό και λάδι. Φωνή ακούστηκε από το σύννεφο που τον βεβαίωνε ότι είχε λάβει το άγιο βάπτισμα από τον ίδιο τον Κύριο.

Το πρόσωπό του έλαμψε σαν τον ήλιο και ευωδία απλώθηκε στον αέρα του τόπου εκείνου. Ο Γοβδελάς ευχαρίστησε με δάκρυα χαράς και δόξασε τον Θεό για το μεγάλο αυτό δώρο. Ο Γάργαλος διέταξε αμέσως να τρυπήσουν το σώμα του με αιχμηρά κοντάρια.

Μετά από αρκετές ώρες αγωνίας ο άγιος παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στα χέρια του Κυρίου. Το λείψανό του κόπηκε σε τρία μέρη και σκορπίστηκε σε διαφορετικές κατευθύνσεις του τόπου. Ο Δάδιος και ο Αβδίος, που ήταν πρεσβύτεροι, μαζί με τον διάκονο Αρμαζάτη, μάζεψαν με ευλάβεια τα ιερά λείψανα.

Τα έφεραν στο σπίτι τους, τα άλειψαν με αρώματα και τα ενταφίασαν με μεγάλη τιμή και δοξολογία. Τον ένδοξο Δάδα, τον συγγενή του βασιλιά, μετά από πολλά μαρτύρια τον τεμάχισαν με σπαθί και έτσι παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο. Φιλόθεοι χριστιανοί παρέλαβαν κρυφά το τίμιο σώμα του.

Εκείνη τη νύχτα, ενώ ο Δάδιος, ο Αβδίος και ο Αρμαζάτης έψαλλαν μαζί ύμνους στον Κύριο, εμφανίστηκε ξαφνικά ανάμεσά τους ο άγιος Γοβδελάς. Τους χαιρέτησε με αγάπη και τους είπε να ενδυναμώνονται πάντοτε εν Κυρίω και να μην φοβούνται. Έπειτα έσκυψε το κεφάλι του προς τον Δάδιο και του ανέθεσε μια ξεχωριστή αποστολή για την αδελφή του.

Του είπε να πάρει το κέρας με το άγιο μύρο και τμήμα από το σώμα του Χριστού. Έπρεπε να μπει κρυφά στα ανάκτορα, να αλείψει την Κασδόα με το λάδι και να της μεταδώσει τη θεία κοινωνία. Ο Δάδιος έκανε όλα όσα του είπε ο μάρτυρας με ακρίβεια και ευλάβεια.

Βάπτισε την νεαρή πριγκίπισσα, την κοινώνησε τα άχραντα μυστήρια και της είπε να κοιμηθεί έως την έλευση του Κυρίου. Άγγελος Κυρίου παρέλαβε αμέσως την αγία ψυχή της και την οδήγησε στα ουράνια σκηνώματα. Η μητέρα της βρήκε την κόρη της ήδη νεκρή και ξέσπασε σε θρήνο.

Πήγε στον βασιλιά και τον κατηγόρησε με σκληρά λόγια για την απανθρωπιά απέναντι στα ίδια του τα παιδιά. Ο σκληρόκαρδος Σαπώρ δεν συγκινήθηκε καθόλου από τους θρήνους και τα παράπονα της συζύγου του. Παρέμεινε αμετακίνητος στην παγερή σκληρότητα της εξουσίας του και αδιάφορος μπροστά στον μεγάλο πόνο της μητέρας.

Η βασίλισσα τότε πήρε πολύτιμα αρώματα και θυμίαμα και τίμησε με ευλάβεια το σώμα της κόρης της. Την έντυσε με βασιλική πορφύρα και την τοποθέτησε δίπλα στο σώμα του αδελφού της Γοβδελά. Έκλαιγε σιγανά και απευθυνόταν με σπαρακτικά λόγια στα δύο της παιδιά, τα οποία αγαπούσε με όλη της την καρδιά.

Τους παρακαλούσε να την θυμηθούν ως μητέρα τους κατά την ημέρα της μεγάλης χαράς τους κοντά στον Χριστό. Ζητούσε από εκείνα να μεσιτεύσουν για την άφεση των αμαρτιών της στη δόξα του Θεού. Έτσι τελειώθηκαν με δόξα οι μάρτυρες της Περσίας, ο πιστός Δάδας, ο νεαρός βασιλόπαις Γοβδελάς και η ευγενική Κασδόα.

Στους μαζί με αυτούς αθλήσαντες συγκαταλέγεται και ο συγγενής του βασιλιά Κάσδοος, ο οποίος επίσης γδάρθηκε ζωντανός για την πίστη του στον Χριστό. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη τους στις είκοσι εννέα Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου με βαθιά ευλάβεια. Όλοι μαζί στέκονται ως φωτεινά παραδείγματα ανδρείας μπροστά στις πιο φοβερές δοκιμασίες της πίστης.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 29 Shtator

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Ο Άγιος Ονούφριος της Μονής Νταβίτ Γκαρέτζι

Κάτω από τα πλούσια ενδύματα ενός Γεωργιανού άρχοντα κρυβόταν ένα τραχύ τρίχινο ράσο, σύμβολο μιας μυστικής άσκησης. Ο πλούσιος Οτάρ Ματσουτάτζε εγκατέλειψε τιμές, περιουσία και οικογένεια για να γίνει ταπεινός μοναχός στην έρημο της…

Lexo jetën
1