Ο Όσιος Ησαΐας και η Εικόνα του Κύκκου
Ένα παράξενο πουλί κελαηδούσε δίπλα στη σπηλιά ενός ερημίτη, προφητεύοντας πως εκεί θα υψωνόταν κάποτε μοναστήρι μιας χρυσής Κυράς. Ο ίδιος ασκητής θα ταξίδευε αργότερα στην Κωνσταντινούπολη για να φέρει στην Κύπρο την εικόνα της Παναγίας, την οποία η παράδοση αποδίδει στον Ευαγγελιστή Λουκά. Πρόκειται για τον Όσιο Ησαΐα, τον κτίτορα της Ιεράς Μονής Κύκκου, που η μνήμη του τιμάται στις δέκα Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου.
Ο τόπος καταγωγής του, οι γονείς του και η μόρφωση που έλαβε παραμένουν άγνωστα στους μεταγενέστερους πιστούς. Γνωρίζουμε όμως πως γύρω στον ενδέκατο αιώνα ασκήτευε μέσα σε μια σπηλιά, εκεί όπου σήμερα στέκει το μεγάλο μοναστήρι. Η ζωή του κυλούσε ανάμεσα στη νηστεία, την προσευχή και την απόλυτη σιωπή των κορυφών της Κύπρου.
Κάθε φορά που γονάτιζε για να προσευχηθεί, άκουγε το ίδιο μυστηριώδες κελάδημα να επαναλαμβάνει τον στίχο για το βουνό του Κύκκου. Ο γέροντας δεν μπορούσε να συλλάβει το νόημα αυτών των λόγων, αλλά τα φύλαγε με ταπείνωση μέσα στην καρδιά του. Η Παναγία ετοίμαζε σιωπηλά τα γεγονότα που θα άλλαζαν για πάντα την πορεία του ταπεινού αναχωρητή.
Την εποχή εκείνη η Κύπρος βρισκόταν κάτω από την προστασία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και διοικητής της ήταν ο δούκας Μανουήλ Βουτομίτης. Όπως συνήθιζαν οι άρχοντες, εγκατέλειπε τη Λευκωσία τους θερινούς μήνες και ανέβαινε στα ορεινά για να αποφύγει τη ζέστη της πρωτεύουσας. Γύρω στο έτος χίλια εκατό μετά Χριστόν βρέθηκε σε ένα χωριό της Μαραθάσας, εκεί όπου ζούσαν πλήθη αναχωρητών μοναχών.
Κάποια ημέρα βγήκε με φίλους του για κυνήγι αγρινών και αποσπάστηκε από τη συντροφιά μέσα στο πυκνό δάσος. Κατάκοπος και στενοχωρημένος περιπλανήθηκε για ώρες, ώσπου αντίκρισε μια σπηλιά στην πλαγιά του βουνού. Πλησίασε και είδε στην είσοδο έναν άνθρωπο με κουρελιασμένα ρούχα, που στεκόταν σιωπηλός μπροστά του.
Κατέβηκε από το άλογο και τον ρώτησε ποιος είναι, αλλά ο ασκητής αρνήθηκε να μιλήσει. Μάλιστα, για να μη γίνει γνωστή η ταυτότητά του, απομακρύνθηκε γρήγορα από εκείνο το σημείο. Ο δούκας θεώρησε τη σιωπή του γέροντα ως βαριά προσβολή προς το αξίωμά του.
Εκνευρισμένος επιτέθηκε εναντίον του, τον ύβρισε άσχημα και τον ξυλοκόπησε με αγριότητα, ρίχνοντάς τον στο χώμα. Παρά τους φοβερούς πόνους στο ξερακιανό σώμα του, ο ταλαίπωρος μοναχός δεν αντέδρασε με θυμό ούτε καταράστηκε τον άρχοντα. Με ήρεμη φωνή και δάκρυα ψυχικής συντριβής του είπε πως είναι δούλος του Χριστού και αμαρτωλός μπροστά στον Κύριο.
Πρόσθεσε πως ο ίδιος ο Θεός θα του ανταποδώσει όπως αρμόζει για το κακό που του έκανε σήμερα. Ο δούκας έφυγε εκνευρισμένος, χωρίς να δώσει την παραμικρή σημασία στα προφητικά λόγια του ταπεινού ερημίτη. Μόλις τελείωσε το καλοκαίρι επέστρεψε στη Λευκωσία και λίγες ημέρες αργότερα αρρώστησε βαριά από ληθαργία.
Τα μέλη του παρέλυσαν εντελώς, ώστε ούτε πόδι ούτε χέρι δεν μπορούσε πια να κινήσει. Μέσα στην απελπιστική αυτή κατάσταση θυμήθηκε ξαφνικά τα λόγια του Οσίου Ησαΐα και την άσπλαχνη συμπεριφορά του. Άρχισε να προσεύχεται με δάκρυα και να ζητά συγχώρεση από τον Θεό για την αμαρτία του.
Ο φιλάνθρωπος Κύριος είδε την ειλικρινή μετάνοιά του και του χάρισε σύντομα πάλι την ποθητή υγεία. Έτσι εκπληρώθηκε στον πονεμένο άρχοντα ο λόγος του Πνεύματος, που υπόσχεται απάντηση σε όποιον επικαλείται τον Θεό στη θλίψη του. Την επόμενη κιόλας ημέρα ο Βουτομίτης ξεκίνησε με τους υπηρέτες του για τα βουνά της Κύπρου.
Ο πόθος του ήταν να φτάσει το συντομότερο στη σπηλιά του γέροντα και να του ζητήσει συγγνώμη για την άσχημη συμπεριφορά. Την ίδια εκείνη βραδιά ο Όσιος Ησαΐας προσευχήθηκε γονατιστός για πολλές ώρες και ύστερα έγειρε να ξεκουραστεί. Πριν τον πάρει ο ύπνος, άκουσε πάλι έξω από τη σπηλιά το γνωστό κελάδημα του παράξενου πουλιού.
Έκλεισε τα μάτια του και αμέσως τον επισκέφθηκε ένα όνειρο που τον συγκλόνισε ως το πρωί. Είδε την Παναγία να μπαίνει στη σπηλιά και να του προαναγγέλλει την επίσκεψη του μετανοημένου δούκα. Του φανέρωσε πως ο άρχοντας θα προθυμοποιηθεί να ικανοποιήσει οποιαδήποτε επιθυμία του, για να επανορθώσει το σφάλμα.
Τότε ο γέροντας έπρεπε να ζητήσει την ιερή εικόνα της Παναγίας, που φυλασσόταν στο παλάτι της Κωνσταντινούπολης. Επρόκειτο για εκείνη που η παράδοση απέδιδε στο ζωγραφικό χέρι του αποστόλου και ευαγγελιστή Λουκά. Έτσι η Θεοτόκος αποκάλυπτε στον πιστό δούλο της το θεϊκό σχέδιο που θα έφερνε την εικόνα στην Κύπρο.
Πριν φέξει ακόμη η ημέρα, ο Ησαΐας σηκώθηκε όπως πάντοτε και άρχισε τις μετάνοιες, την προσευχή και το εργόχειρό του. Κατά το απόγευμα άκουσε θόρυβο και βγήκε από τη σπηλιά για να δει ποιοι πλησίαζαν. Μέσα από τα κλαδιά διέκρινε μια ομάδα ανθρώπων και μπροστά αναγνώρισε αμέσως τον Μανουήλ Βουτομίτη.
Ο άρχοντας με βαθιά συντριβή χαιρέτησε τον ερημίτη και του ζήτησε ταπεινά συγχώρεση για όσα έπραξε. Ο γέροντας έσπευσε χωρίς κανέναν δισταγμό να τον συγχωρήσει με όλη του την καρδιά. Όταν ο δούκας του πρόσφερε οποιοδήποτε δώρο επιθυμούσε ως επανόρθωση του σφάλματος, ο Ησαΐας θυμήθηκε το όνειρο της προηγούμενης νύχτας.
Ζήτησε λοιπόν να μεταφερθεί στην Κύπρο η ιερή εικόνα της Παναγίας από το παλάτι της Κωνσταντινούπολης. Ο Βουτομίτης θεώρησε σχεδόν αδύνατο ένα τέτοιο εγχείρημα, αφού η εικόνα ήταν πολύτιμος θησαυρός του αυτοκράτορα. Υποσχέθηκε ωστόσο να προσπαθήσει, αρκεί ο γέροντας να τον συνόδευε στην Πόλη ως πνευματική στήριξη.
Ο ταπεινός ασκητής δέχθηκε με ευλάβεια και ετοιμάστηκε για το μακρινό και κοπιαστικό αυτό ταξίδι. Όταν έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, ο Όσιος Ησαΐας προτίμησε να μείνει σε ένα γνωστό μοναστήρι, για να μην αλλάξει την ασκητική του ζωή. Ο δούκας Βουτομίτης επισκέφθηκε τον αυτοκράτορα Αλέξιο και του παρουσίασε αναφορά για όλη την κατάσταση της Κύπρου.
Όμως για το θέμα της εικόνας δεν τόλμησε να μιλήσει, γιατί φοβόταν την αυστηρή απάντηση του βασιλιά. Πέρασαν αρκετές μέρες και ο γέροντας δεν άντεξε άλλο τη ζωή στο πολυσύχναστο μοναστήρι της Πόλης. Αποφάσισε λοιπόν να επιστρέψει στην Κύπρο, και ο δούκας λυπήθηκε πολύ για την αποχώρηση αυτή.
Πήγε τότε σε έναν αγιογράφο και του παρήγγειλε δύο εικόνες, μια του Δεσπότη Χριστού και μια της Αγίας Τριάδος. Στην εικόνα της Φιλοξενίας του Αβραάμ ζήτησε να εικονιστούν επίσης η Θεοτόκος, ο γέρο Ησαΐας και ο ίδιος. Όταν ολοκληρώθηκαν, τις παρέδωσε στον ασκητή μαζί με αρκετά χρήματα για την επιστροφή του.
Με δάκρυα τον αποχαιρέτησε και του υποσχέθηκε πως θα έκανε τα αδύνατα δυνατά για την ιερή εικόνα. Με αυτή την υπόσχεση χωρίστηκαν οι δύο συνταξιδιώτες, καθένας με τη δική του αποστολή. Με τη βοήθεια του Θεού ο Γέροντας έφτασε στην Κύπρο και χωρίς ξεκούραση ανέβηκε αμέσως στην αγαπημένη του σπηλιά.
Η χαρά του ήταν μεγάλη που ξαναβρήκε την ησυχία, μα η λύπη του για την εικόνα παρέμενε βαθιά. Από την πρώτη κιόλας νύχτα είδε ξανά το ίδιο όνειρο που τον είχε επισκεφθεί πριν από το ταξίδι του. Άκουσε μια φωνή να τον παρηγορεί και να του βεβαιώνει πως πολύ σύντομα θα ερχόταν κοντά του η πάνσεπτη εικόνα.
Με χαρά ζωγραφισμένη στο σκελετωμένο πρόσωπό του ξύπνησε ο γέροντας και ξεκίνησε αμέσως το έργο. Κάλεσε βοηθούς και άρχισε να κτίζει ναό στο όνομα της Αγίας Τριάδος, σύμφωνα με την εντολή που του δόθηκε. Όταν το οικοδόμημα ολοκληρώθηκε, τοποθέτησε μέσα τις άγιες εικόνες που του χάρισε ο δούκας.
Γύρω από την εκκλησία ανήγειρε κελιά, ώστε να μπορεί να φιλοξενεί τους πρώτους μοναχούς της αδελφότητας. Στο μεταξύ ο Θεός οικονόμησε να αρρωστήσει βαριά η μεγαλύτερη κόρη του αυτοκράτορα Αλέξιου από την ίδια ασθένεια. Ο Βουτομίτης θεώρησε τη στιγμή θεόσταλτη ευκαιρία να μιλήσει επιτέλους για την εικόνα της Κύπρου.
Ο αυτοκράτορας άκουσε με προσοχή τα λόγια του δούκα και υποσχέθηκε να παραδώσει την εικόνα αν θεραπευθεί η κόρη του. Πράγματι, σχεδόν αμέσως η νεαρή πριγκίπισσα θεραπεύθηκε εντελώς από τη βαριά της ασθένεια. Ο βασιλιάς όμως δεν κράτησε την υπόσχεσή του και ο Βουτομίτης είχε ήδη αναχωρήσει για την Κύπρο.
Επειδή λοιπόν δεν υπήρχε κανείς να του υπενθυμίσει τον λόγο του, ο Πανάγαθος επέτρεψε νέα δοκιμασία. Αυτή τη φορά αρρώστησε ο ίδιος ο αυτοκράτορας από την ίδια θανατηφόρα ασθένεια που τον είχε προειδοποιήσει. Στο κρεβάτι του πόνου σκέφτηκε να αναθέσει σε εξαίρετο αγιογράφο να φιλοτεχνήσει μια απαράλλακτη αντιγραφή της εικόνας.
Πίστευε πως με αυτόν τον τρόπο θα ικανοποιούσε τον Βουτομίτη και θα κρατούσε την αυθεντική. Όμως τη νύχτα παρουσιάστηκε ξανά η Παναγία στον ύπνο του και του υπενθύμισε την υπόσχεση που είχε δώσει. Τρομαγμένος ξύπνησε ο βασιλιάς και κάλεσε αμέσως γύρω του τους ανθρώπους του παλατιού.
Διέταξε να ετοιμαστεί το βασιλικό πλοίο, για να φιλοξενήσει τη σεπτή εικόνα και να ταξιδέψει προς την Κύπρο. Μαζί με την εικόνα ο αυτοκράτορας έστειλε έναν ευλαβή ιερομόναχο για καθηγούμενο και άφθονα χρήματα για την οικοδόμηση νέου ναού. Όλα παραδόθηκαν στον δούκα Βουτομίτη με ρητή εντολή να φτάσουν αμέσως στα χέρια του γέροντα Ησαΐα.
Μόλις το καράβι έφτασε στο λιμάνι της Τυλληρίας, ειδοποιήθηκαν τόσο ο διοικητής όσο και ο ταπεινός ερημίτης. Στο άκουσμα της χαρμόσυνης είδησης, ο γέρο Ησαΐας παρά την ηλικία του κατέβηκε με αγαλλίαση στην παραλία. Εκεί τον περίμενε ο Βουτομίτης μαζί με χιλιάδες χριστιανούς, που άφησαν χωριά και εργασίες για να προσκυνήσουν.
Ο δούκας παρέδωσε στον ερημίτη ασκητή την αγία εικόνα και τα χρήματα του αυτοκράτορα. Ο Όσιος Ησαΐας ολοκλήρωσε το μοναστήρι και τοποθέτησε μέσα στον ναό τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Από τότε η Μονή του Κύκκου έγινε προσκύνημα για όλη την Κύπρο και την ορθόδοξη οικουμένη.
Ο όσιος έζησε το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στο αγαπημένο του μοναστήρι, αφιερωμένος στην προσευχή. Εκεί κοιμήθηκε εν ειρήνη, αφήνοντας πίσω του παρακαταθήκη πίστεως, υπομονής και αδιάκοπης αγάπης προς τη Θεοτόκο.
E njëjta ditë
Shenjtorë të tjerë të 10 Shtator
Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.
Απελλής, Λουκάς και Κλήμης, οι τρεις απόστολοι των Εβδομήκοντα
Ο απόστολος Παύλος τον ονόμασε «δόκιμον εν Χριστώ», και αυτή η μικρή φράση έμελλε να σφραγίσει για πάντα τη μνήμη του αγίου Απελλή. Ο ίδιος ο Παύλος ζήτησε από τους χριστιανούς της Ρώμης να…
Lexo jetënΗ Αγία Πουλχερία, η βασίλισσα της αγνότητας
Δεκαέξι μόλις ετών ανέβηκε στον θρόνο του Βυζαντίου και κυβέρνησε μια ολόκληρη αυτοκρατορία με σύνεση που εξέπληξε τον τότε κόσμο. Αρνήθηκε τον γάμο, αφιέρωσε την παρθενία της στον Θεό και στήριξε αυτή την υπόσχεση…
Lexo jetënΗ Παναγία η Σκριπού του Ορχομενού
Μια νύχτα του Σεπτεμβρίου του χίλια εννιακόσια σαράντα τρία, τα γερμανικά τανκς ακινητοποιήθηκαν ανεξήγητα κάτω από τον ναό της Παναγίας στον Ορχομενό. Ο επικεφαλής του αποσπάσματος Χόφμαν διηγήθηκε αργότερα πως η μορφή της Θεοτόκου…
Lexo jetënΟ Άγιος Βαρυψάβας και ο θησαυρός του Τιμίου Αίματος
Ένας ταπεινός ερημίτης φύλαγε μέσα σε ένα κολοκυθόσχημο δοχείο το πολυτιμότερο κειμήλιο της χριστιανοσύνης, το Τίμιο Αίμα του Κυρίου. Από το ίδιο εκείνο δοχείο ο Άγιος Βαρυψάβας θεράπευε αμέτρητες αρρώστιες, ώσπου κακοποιοί όρμησαν τη…
Lexo jetënΟι Τρεις Γυναίκες της Ερήμου
Στην καρδιά μιας απάτητης ερημικής βουνοπλαγιάς, τρεις γυναίκες έζησαν έντεκα ολόκληρα χρόνια χωρίς να αντικρίσουν ανθρώπινο πρόσωπο. Τα πουλιά τους κουβαλούσαν τροφή κάθε μέρα, με εντολή Θεού, στο βαθύ και απόκρημνο φαράγγι όπου είχαν…
Lexo jetënΟι τρεις παρθένες αδελφές της Βιθυνίας
Τρεις αδελφές της σάρκας έγιναν τρεις αδελφές του πνεύματος, και μαζί ανέβηκαν σε έναν έρημο λόφο κοντά στα Πύθια θερμά λουτρά για να ζήσουν μόνο για τον Χριστό. Όταν τις έσυραν μπροστά στον έπαρχο…
Lexo jetën