EmailFacebookΕπικοινωνία
Επίκτητος και Αστίων, οι μάρτυρες της αγάπης
Επίκτητος και Αστίων, οι μάρτυρες της αγάπης

Ένας πρεσβύτερος εξήντα ετών και ένας νέος τριάντα πέντε στάθηκαν μαζί μπροστά στο σπαθί του δημίου, κοντά στις όχθες του Δούναβη. Ο γέροντας παρακάλεσε τον μαθητή του να δεχθεί πρώτος το στεφάνι του μαρτυρίου, για να μη λυγίσει στον φόβο της δικής του εκτέλεσης. Ο Επίκτητος ζούσε ασκητικά σε ένα κελί κοντά σε χωριό της ανατολικής επαρχίας, στα χρόνια του ασεβούς αυτοκράτορα Διοκλητιανού.

Από τη νεότητά του είχε αφιερωθεί στον Χριστό και είχε λάβει το χάρισμα να θεραπεύει κάθε αρρώστια. Τύφλωση, λέπρα, παράλυση και δαιμονικές καταπιέσεις υποχωρούσαν με την προσευχή και το άγιο έλαιο που χρησιμοποιούσε. Κάποτε ένας κόμης έφερε στα πόδια του την παράλυτη δεκαπεντάχρονη κόρη του, ικετεύοντας με δάκρυα τον άνθρωπο του Θεού.

Ο πρεσβύτερος προσευχήθηκε θερμά, άλειψε την κοπέλα με ευλογημένο έλαιο και αμέσως εκείνη σηκώθηκε στα πόδια της δοξάζοντας τον Θεό. Τότε συμβούλεψε τον πατέρα να μεταλαμβάνει με όλο του το σπιτικό κάθε Κυριακή, αφού θα προετοιμάζεται με καθαρή καρδιά. Άλλη φορά κράτησε κοντά του έναν δαιμονισμένο τρεις ημέρες ολόκληρες και ο πονηρός βασανιζόταν από τις προσευχές του γέροντα.

Τελικά διατάχθηκε να φύγει στο όνομα του Κυρίου. Στην ίδια περιοχή έζησε και μια αρχοντική ειδωλολάτρισσα που είχε χάσει το φως της και είχε απογοητευτεί από τους γιατρούς. Πληροφορήθηκε τα θαύματα του Επικτήτου και έτρεξε να τον ικετεύσει με δάκρυα να αγγίξει τα τυφλά μάτια της.

Ο άγιος έθεσε το δεξί του χέρι επάνω τους, επικαλέστηκε το όνομα του Ιησού Χριστού και αμέσως η γυναίκα είδε ξανά καθαρά τον κόσμο γύρω της. Φώναξε με ευγνωμοσύνη ότι αληθινός Θεός είναι μόνον ο Θεός των χριστιανών και πίστεψε μαζί με όλη την οικογένειά της. Κάποια μέρα έφτασε στο κελί ένας νεαρός δεκαοκτώ χρονών, με συνοδεία υπηρετών, σαν να βρέθηκε εκεί τυχαία στον περίπατό του.

Λεγόταν Αστίων και ήταν γιος του τοπικού επάρχου και μιας ευγενούς μητέρας, εγγονής του συγκλητικού Ιουλιανού. Στην πραγματικότητα η πρόνοια του Θεού τον είχε οδηγήσει στον γέροντα για άλλον σκοπό. Ο πρεσβύτερος τον υποδέχτηκε με αγάπη, τον κάθισε κοντά του και τον ρώτησε για την καταγωγή και τους γονείς του.

Όταν άκουσε την απάντηση, μίλησε με θέρμη για τον αληθινό πατέρα όλων και για τον πραγματικό πλούτο της ψυχής. Ο νέος συγκινήθηκε βαθιά αλλά κράτησε τη σιωπή του μπροστά στους υπηρέτες της οικογένειας. Την επόμενη αυγή ο Αστίων έσπευσε μόνος στο κελί, σαν φρόνιμη μέλισσα που γυρίζει στο γλυκό μέλι.

Ομολόγησε στον γέροντα ότι φοβάται να λυπήσει τους γονείς του και τον παρακάλεσε να τον βαπτίσει κρυφά και να τον πάρει σε μακρινή χώρα. Ο Επίκτητος χάρηκε στην ψυχή του, του πρόσταξε νηστεία και προσευχή και σύντομα τον αξίωσε του αγίου βαπτίσματος. Μια νύχτα έφυγαν μαζί από εκείνα τα μέρη και πήραν λίγα χρήματα για το ταξίδι.

Στο λιμάνι βρήκαν πλοίο που έπλεε προς τις σκυθικές χώρες και ταξίδεψαν αρκετές ημέρες πάνω στη θάλασσα. Όταν έφτασαν, εγκαταστάθηκαν σε ήσυχο τόπο κοντά στην πόλη Αλμυρίδα, στις όχθες του Δούναβη. Έχτισαν εκεί μικρό σπίτι και αφοσιώθηκαν στους ασκητικούς αγώνες με νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή.

Στο μεταξύ οι γονείς του Αστίωνα τον αναζητούσαν παντού με σπαρακτικούς θρήνους. Ο πατέρας του φώναζε ότι έχασε το στήριγμα των γηρατειών του και το φως των ματιών του. Η μητέρα του υποπτευόταν πως ο Θεός των χριστιανών είχε στείλει κάποιον για να της απομακρύνει το παιδί.

Έσχιζε τα ρούχα της και έκλαιγε ακατάπαυστα, νιώθοντας έρημη και ορφανή σαν εγκαταλειμμένη πόλη. Στην Αλμυρίδα η αγία ζωή των δύο ασκητών γρήγορα έγινε γνωστή στους κατοίκους. Πλήθος κόσμου άρχισε να συγκεντρώνεται κουβαλώντας ασθενείς, και ο Επίκτητος τους χάριζε πολλές θεραπείες.

Μια αρχόντισσα έφερε τον δεκαπεντάχρονο γιο της, που ήταν κουφός, άλαλος και παράλυτος, ζητώντας βοήθεια από τους μαθητές του Ναζωραίου. Ο γέροντας απαίτησε πίστη με όλη της την καρδιά στον έναν αληθινό Θεό, που έπλασε τον ουρανό και τη γη. Έπειτα έπτυσε τρεις φορές στα βουβά χείλη του παιδιού και το ρώτησε σε ποιον πρέπει να πιστεύει ο άνθρωπος.

Το αγόρι φώναξε δυνατά ότι πρέπει να πιστεύει στον Ιησού Χριστό, που χαρίζει τέτοιες ευεργεσίες στους ανθρώπους. Εκείνη την ημέρα περισσότεροι από χίλιοι κάτοικοι πίστεψαν στον Σωτήρα του κόσμου. Η χάρη του Θεού όμως ενεργούσε θαύματα και μέσα από τον νέο μαθητή.

Μια φορά ο Αστίων κατέβηκε στον Δούναβη για νερό και συνάντησε έναν δαιμονισμένο. Σήκωσε το σημείο του σταυρού επάνω του και ο δαίμονας έφυγε τρομαγμένος, ομολογώντας πως η πίστη και η αγνότητα της καρδιάς του ταπεινού νέου είχαν αποκτήσει μεγάλη δύναμη. Σε άλλη αποστολή, βρήκε στον δρόμο νέο πεσμένο από ψηλό κτίριο και τον ανέστησε με την προσευχή.

Ο πονηρός όμως δεν άντεχε αυτήν την καθαρότητα και ζήτησε ευκαιρία να βλάψει τον νεαρό μοναχό. Μια φορά ο Αστίων βγήκε στον ποταμό χωρίς να πάρει την ευλογία του γέροντα του. Ο εχθρός τον βρήκε ακάλυπτο και του έσπειρε στον νου του πονηρούς λογισμούς, που τον βασάνιζαν τρεις ημέρες ολόκληρες.

Από ντροπή απέφυγε να εξομολογηθεί, παρόλο που νήστευε, έκλαιγε και κατέβαλλε σκληρούς κόπους. Ο Επίκτητος όμως διέκρινε αμέσως τη λύπη του και τον προειδοποίησε για τη θανατηφόρα θλίψη που έχασε τον Αχιτόφελ και τον Ιούδα. Ο νέος τότε άνοιξε την καρδιά του και ομολόγησε την παρακοή του και τους λογισμούς του.

Ο γέροντας τον επέπληξε αυστηρά λέγοντας πως η ευλογία του πνευματικού πατέρα είναι ακαταμάχητο τείχος για τους νέους. Έπειτα ξάπλωσαν σταυρωτά στο χώμα και προσευχήθηκαν μαζί με δάκρυα στον Κύριο. Όταν σηκώθηκαν, ο Αστίων είδε κάποιον μαύρο νέο με αναμμένο κερί να φεύγει μακριά, ομολογώντας πως η εξομολόγηση και η κοινή τους προσευχή τον αφόπλισαν εντελώς.

Έτσι έζησαν εκεί οι όσιοι πατέρες πολλά χρόνια και οδήγησαν αναρίθμητες ψυχές από την ειδωλολατρική πλάνη στον Χριστό. Όμως ο ηγεμόνας της περιοχής, ονόματι Λατρωνιανός, ήρθε στην Αλμυρίδα για κρατικές υποθέσεις. Οι ειδωλολάτρες κατήγγειλαν τους δύο αγίους ως μάγους, που αποτρέπουν τον λαό από τις θυσίες στα είδωλα.

Ο ηγεμόνας τους έριξε στη φυλακή, όπου εκείνοι έψαλλαν συνεχώς τους ψαλμούς του Δαβίδ. Ο γέροντας συμβούλεψε τον μαθητή του να αποκρίνεται μόνο ότι είναι χριστιανοί, και αυτό είναι το όνομα, το γένος και η πατρίδα τους. Στο δικαστήριο ο άρχοντας έμεινε άφωνος μπροστά στο φως που έλαμπε στα πρόσωπά τους, και τους ρώτησε επανειλημμένα για την καταγωγή τους.

Οι μάρτυρες απαντούσαν σταθερά την ίδια ομολογία πίστεως, παρά τα φοβερά βασανιστήρια. Τους έγδαραν με σιδερένια νύχια, τους έκαψαν με φωτιά, τους έβρασαν μέσα σε καζάνι με πίσσα και τους κράτησαν τριάντα ημέρες χωρίς ψωμί και νερό. Παρέμειναν αβλαβείς, τρεφόμενοι από τον λόγο του Θεού και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Ένας υπηρέτης του δημίου, ο Βιγιλάντιος, άκουσε τα λόγια τους και πίστεψε ολόψυχα στον Χριστό. Φώναξε δημόσια ότι είναι χριστιανός και βαπτίστηκε μαζί με όλο το σπιτικό του. Στο τέλος ο ηγεμόνας τους κάλεσε ξανά σε ανάκριση και τους ονόμασε ενσαρκωμένους δαίμονες, επειδή δεν αποκάλυπταν όνομα και γένος.

Οι άγιοι του αποκρίθηκαν πως στο όνομα του Χριστού διώχνουν τους δαίμονες και θα μπορούσαν να ελευθερώσουν και τον ίδιο από τον πονηρό που τον κατείχε. Τότε διέταξε να τους κτυπήσουν με πέτρες στο στόμα και τους καταδίκασε σε αποκεφαλισμό. Όταν τους οδήγησαν έξω από την πόλη, οι μάρτυρες ζήτησαν λίγο χρόνο για προσευχή και στράφηκαν προς την ανατολή με σηκωμένα χέρια.

Ο Επίκτητος επέμεινε να αποκεφαλιστεί πρώτος ο μαθητής του, για να μην τον βλάψει ο εχθρός με τη θέα του θανάτου του γέροντα. Ο Αστίων υποτάχθηκε στο θέλημα του Κυρίου και του πνευματικού πατέρα του, σφράγισε τον εαυτό του με τον τύπο του σταυρού και παρέδωσε το πνεύμα στα χέρια του Θεού. Έπειτα ο πρεσβύτερος έπεσε επάνω στο σώμα του μαθητή του και δέχτηκε και αυτός το ξίφος.

Τα τίμια λείψανά τους έλαμψαν σαν ηλιακές ακτίνες και ευωδίαζαν αρωματικά. Ο Βιγιλάντιος τα παρέλαβε κρυφά τη νύχτα, τα τύλιξε σε καθαρά σάβανα και τα ενταφίασε με τιμή σε εκλεγμένο τόπο. Την ίδια νύχτα δαιμόνιο πονηρό μπήκε στον ηγεμόνα Λατρωνιανό.

Το πρωί στο διοικητήριο άρχισε να μιλάει παράλογα, άρπαξε σπαθί και επιτέθηκε στους συνεργάτες του τραυματίζοντάς τους βαριά. Οι παρόντες τον υπέταξαν, του πήραν το όπλο, τον έδεσαν και τον έκλεισαν σε δωμάτιο, όπου πνίγηκε από τον δαίμονα μετά από δύο ημέρες. Οι γονείς του Αστίωνα έφτασαν με πλοίο στην Αλμυρίδα λίγο μετά το μαρτύριο των αγίων.

Ένας έμπιστος τους είχε δει τον γιο τους με τον γέροντα κατά την ανάκριση και τους έφερε την είδηση. Ο πατέρας Αλέξανδρος και η μητέρα Μαρκελλίνα είχαν δώσει υπόσχεση να ακολουθήσουν τον Χριστό, αν συναντούσαν ξανά το παιδί τους. Ο Βιγιλάντιος τους υποδέχθηκε στο λιμάνι, σύμφωνα με όσα του παρήγγειλε σε όραμα ο μαρτυρικός Αστίων.

Τους ανέπαυσε στο σπίτι του και τους δίδαξε σταδιακά την ευαγγελική πίστη και την ελπίδα της αιώνιας ζωής. Τους οδήγησε στο κελί των αγίων και τους έδειξε τον σταυρό και το ευαγγέλιο των μαρτύρων. Έπειτα τους έφερε στον τάφο των μαρτύρων, όπου εκείνοι θρήνησαν για ώρα πολλή και αγρύπνησαν μαζί του προσευχόμενοι.

Μετά τα μεσάνυχτα ένα φως αστραπιαίο φώτισε τον χώρο και θαυμαστή ευωδιά γέμισε τον αέρα. Οι δύο μάρτυρες παρουσιάστηκαν με κάλλος ανέκφραστο μπροστά στους θλιμμένους γονείς και τον Βιγιλάντιο. Ο Αστίων αγκάλιασε τη μητέρα του Μαρκελλίνα και την ασπάστηκε ονομάζοντάς την μαθήτρια του Χριστού.

Ο Επίκτητος αγκάλιασε τον Αλέξανδρο και του ευχήθηκε να χαίρεται στον Κύριο, αφού αξιώθηκε να συγκαταριθμηθεί με τους πιστούς. Πρόσφεραν λόγια παρηγοριάς γεμάτα πνευματική γλυκύτητα και μετά από λίγο έγιναν αόρατοι. Στη σκυθική χώρα ζούσε ένας χριστιανός επίσκοπος, ο Ευάγγελος, κρυμμένος εξαιτίας του διωγμού.

Όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του Λατρωνιανού, ήρθε στην Αλμυρίδα για να στηρίξει τους πιστούς. Ο Βιγιλάντιος του οδήγησε τους γονείς του Αστίωνα και του διηγήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί. Ο επίσκοπος δόξασε τους αγίους μάρτυρες και βάπτισε με χαρά τους νέους χριστιανούς στο όνομα της Αγίας Τριάδος.

Ο Αλέξανδρος και η Μαρκελλίνα έμειναν αρκετό καιρό κοντά στον τάφο των μαρτύρων με νηστεία και προσευχή. Γύρισαν στην πατρίδα τους, πούλησαν την περιουσία και τη μοίρασαν στους φτωχούς. Έζησαν θεάρεστα μέχρι την κοίμησή τους και αξιώθηκαν τη μακαριότητα των αγίων στη βασιλεία του Χριστού.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 07 Korrik

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Όσιος Πρόσπερος ο Ακυϊτανός, ο Καθαιρέτης των Αιρέσεων

Όσιος Πρόσπερος ο Ακυϊτανός, ο Καθαιρέτης των Αιρέσεων

Ο άγιος Φώτιος τον ονόμασε «καθαιρέτη των αιρέσεων», γιατί κανείς λαϊκός θεολόγος της εποχής του δεν αντιστάθηκε με τόση δύναμη στους ημιπελαγιανούς. Σε ένα συγκλονιστικό ποίημα προς τη σύζυγό του, της ζήτησε να γίνουν…

Lexo jetën
Η Αγία Ευδοκία, Μεγάλη Δούκισσα της Μόσχας

Η Αγία Ευδοκία, Μεγάλη Δούκισσα της Μόσχας

Κάτω από τα λαμπρά βασιλικά της ενδύματα, η μεγάλη δούκισσα της Μόσχας έκρυβε βαριές αλυσίδες ασκητικής μετανοίας κατά τη Σαρακοστή. Με δική της προτροπή μεταφέρθηκε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Βλαντίμιρ στη Μόσχα,…

Lexo jetën
Ο Άγιος Βλάσιος της Ακαρνανίας και το φως μέσα από εννιά αιώνες σιωπής

Ο Άγιος Βλάσιος της Ακαρνανίας και το φως μέσα από εννιά αιώνες σιωπής

Πέντε καρφιά μπήχτηκαν αργά στο σώμα ενός ηγουμένου, πριν οι Αγαρηνοί πειρατές αποκεφαλίσουν εκείνον και πέντε συμμοναστές του στην Ακαρνανία. Όταν προσπάθησαν να κάψουν το ιερό του σώμα, η φωτιά δεν το άγγιξε, και…

Lexo jetën
Ο Όσιος Θωμάς στον βράχο του Μαλεού

Ο Όσιος Θωμάς στον βράχο του Μαλεού

Ένας ένδοξος στρατηγός με πλούτη και νίκες εναντίον των βαρβάρων εγκατέλειψε ξαφνικά τη δόξα και πέρασε στην έρημο του Μαλεού. Εκεί, στην απόκρημνη άκρη της Πελοποννήσου, ο Προφήτης Ηλίας του φανερώθηκε με στύλο πυρός…

Lexo jetën

Οι επτά μάρτυρες του Δυρραχίου

Επτά Ιταλοί ταξιδιώτες έφτασαν στο λιμάνι του Δυρραχίου και αντίκρισαν έναν επίσκοπο κρεμασμένο σε σταυρό, αλειμμένο με μέλι. Σφήκες και μύγες τον κατατρυπούσαν, όμως εκείνοι, αντί να φύγουν τρομαγμένοι, δόξασαν φωναχτά το θάρρος του…

Lexo jetën