EmailFacebookΕπικοινωνία

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ, ο επίσκοπος του Καυκάσου

Ένας λαμπρός αξιωματικός του στρατού του τσάρου Νικολάου εγκατέλειψε αυλή, στολή και σταδιοδρομία για να φορέσει το ράσο. Ο ίδιος άνθρωπος, που σύχναζε στα σαλόνια του Πούσκιν και του Κρίλωφ, έγινε αργότερα επίσκοπος του Καυκάσου και πατέρας της ρωσικής μοναστικής αναγέννησης. Η γέννησή του στις έξι Φεβρουαρίου του χίλια οκτακόσια επτά υπήρξε καρπός των θερμών προσευχών της μητέρας του Σοφίας, που έμεινε στείρα για πολλά χρόνια.

Εκείνη επισκεπτόταν τα ιερά προσκυνήματα της περιοχής και ζητούσε από τον Θεό παιδί. Όταν τελικά γέννησε γιο, του έδωσαν στο άγιο βάπτισμα το όνομα Δημήτριος, προς τιμήν του αγίου Δημητρίου του Πριλούκι. Ο πατέρας του Αλέξανδρος Μπριαντσανίνωφ ήταν εύπορος γαιοκτήμονας στο μεγάλο χωριό Ποκρόφσκογιε της Βολογκντά.

Καταγόταν από παλιά και σεβαστή οικογένεια, διατηρούσε δεσμούς με τα ανάκτορα και προόριζε για τον γιο του λαμπρή στρατιωτική σταδιοδρομία. Ο μικρός Δημήτριος μεγάλωσε μέσα στη φύση της ρωσικής υπαίθρου, ήσυχος, στοχαστικός, αγαπώντας την εκκλησία και τις ακολουθίες. Στον ελεύθερο χρόνο του διάβαζε πνευματικά βιβλία και προσευχόταν με προθυμία.

Μετά τα ιερά Ευαγγέλια, αγαπημένο του ανάγνωσμα ήταν η Πνευματική Σχολή, πεντάτομη παλιά συλλογή βίων και ρητών των αγίων. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών ο πατέρας του τον ενέγραψε στην Αυτοκρατορική Σχολή Στρατιωτικών Μηχανικών της Αγίας Πετρούπολης. Οι εξετάσεις του υπήρξαν τόσο λαμπρές, ώστε τράβηξαν την προσοχή του Μεγάλου Δούκα Νικολάου Παύλοβιτς, του μετέπειτα τσάρου Νικολάου του Πρώτου.

Ο πρίγκιπας τον προσκάλεσε στα ανάκτορα και τον σύστησε στη σύζυγό του, η οποία πρότεινε να του δοθεί υποτροφία. Στη σχολή κέρδισε την αγάπη καθηγητών και διοίκησης, χάρη στους άριστους βαθμούς και στην υποδειγματική του διαγωγή. Έγινε δεκτός στο σπίτι του Αλεξέι Όλενιν, προέδρου της Ακαδημίας Τεχνών, Αρχαιολογίας και Ιστορίας, όπου γνώρισε τους μεγάλους λογοτέχνες της εποχής.

Συναντούσε εκεί τον Μπατιούσκωφ, τον Γκνέντιτς, τον Κρίλωφ και τον ίδιο τον Πούσκιν, που εκτιμούσαν το λογοτεχνικό του τάλαντο. Ωστόσο, η λάμψη της πρωτεύουσας δεν μπόρεσε να σβήσει τη φλόγα που έκαιγε στην ψυχή του νέου. Η σκέψη του γέμιζε αμφιβολίες και η καρδιά του δοκιμαζόταν από πάθη, οπότε κατέφυγε σταθερά στην προσευχή.

Δεν αρκούνταν πλέον να κοινωνεί μία φορά τον χρόνο, όπως συνηθιζόταν στη σχολή. Ο εφημέριος της σχολής όχι μόνο τον εμπόδισε, αλλά πρόδωσε και την εξομολόγησή του στις αρχές, πράγμα ασυγχώρητο. Παρά τις λαμπρές επιδόσεις, ο Δημήτριος βάραινε ολοένα στη σκέψη της στρατιωτικής σταδιοδρομίας και επιθυμούσε διακαώς να γίνει μοναχός.

Με τον φίλο του Μιχαήλ Τσιχατσώφ κατέφυγε στη Λαύρα του Αλεξάνδρου Νέφσκι, όπου ο πνευματικός Αθανάσιος έδειξε κατανόηση και δεν αποθάρρυνε τον πόθο τους. Ο πατέρας του όμως, μόλις πληροφορήθηκε τα νέα, έγραψε στον διευθυντή της σχολής και στον μητροπολίτη Σεραφείμ. Ο μητροπολίτης, φοβούμενος τους ισχυρούς του κόσμου, επέπληξε αυστηρά τον πνευματικό και του απαγόρευσε να δέχεται τους δύο νέους.

Ο Δημήτριος ζήτησε ακρόαση και με την ειλικρινή του εξομολόγηση πήρε την ευλογία να επιστρέψει κοντά στον πνευματικό του. Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του με τον γέροντα Λεωνίδα της Όπτινα, άνθρωπο σοφό και έμπειρο στην ασκητική ζωή. Μετά την πρώτη τους συνομιλία είπε στον φίλο του πως η καρδιά του ανήκε πλέον στον γέροντα.

Όταν τελείωσε τις εξετάσεις, ζήτησε απαλλαγή από τη στρατιωτική θητεία πριν ακόμη την αρχίσει. Ο τσάρος Νικόλαος ο Πρώτος αρνήθηκε και τον έστειλε στο φρούριο του Δίναμπουργκ, όπου ο νέος αξιωματικός αρρώστησε βαριά. Ο Μέγας Δούκας τον επισκέφθηκε στο χίλια οκτακόσια είκοσι επτά και του παραχώρησε επιτέλους την ποθούμενη απόλυση.

Μετά την απόλυσή του, ο Δημήτριος αναχώρησε για τη μονή Σβίρσκ, όπου διέμενε τότε ο γέροντας Λεωνίδας, για να μπει κάτω από την καθοδήγησή του. Έφθασε στην πρωτεύουσα ντυμένος χωρικός και έμεινε στο σπίτι του Τσιχατσώφ, ενώ ο φίλος του δεν κατάφερε να πάρει αμέσως απόλυση. Έφυγε λοιπόν μόνος του και άρχισε την άσκηση της υπακοής στη Σβίρσκ.

Οι γονείς του, οργισμένοι, διέκοψαν κάθε δεσμό μαζί του και του αρνήθηκαν κάθε υλική στήριξη. Στο μοναστήρι διακρίθηκε για την τέλεια υπακοή και τη βαθιά του ταπείνωση. Τον τοποθέτησαν διακονητή στην κουζίνα, όπου μάγειρας έτυχε να είναι παλιός υπηρέτης του πατέρα του.

Όλη η αδελφότητα τον αγάπησε γρήγορα και ο γέροντας Λεωνίδας έγινε ο πραγματικός του πνευματικός πατέρας. Δεν έκανε βήμα χωρίς να ρωτήσει, και κάθε μέρα φανέρωνε όλους τους λογισμούς και τις επιθυμίες του. Όταν ο γέροντας αναγκάστηκε να μεταφερθεί στη σκήτη Πλοστσάνσκ, ο Δημήτριος τον ακολούθησε και εκεί συναντήθηκε ξανά με τον Μιχαήλ.

Μαζί ασκούσαν τη φιλόθεη πολιτεία με την ευλογία του γέροντα. Αργότερα, λόγω διωγμού, ο Λεωνίδας μετοίκησε στην Όπτινα και οι μαθητές διασκορπίστηκαν. Οι δύο φίλοι έφυγαν συγκινημένοι από την αδελφότητα, η οποία τους έδωσε πέντε ρούβλια για τα έξοδα του ταξιδιού.

Δοκιμάστηκαν σε διάφορες μονές, και τελικά ο ηγούμενος Μωυσής της Όπτινα τους δέχθηκε, αναγνωρίζοντας τους δύο πρώην αξιωματικούς που είχαν περιφρονήσει κάθε κοσμική ματαιότητα. Η ζωή τους εκεί υπήρξε δύσκολη, εφόσον η τροφή και το κλίμα έβλαψαν την υγεία του Δημητρίου και ασθένησε σοβαρά. Στο μεταξύ οι γονείς του άρχισαν να μαλακώνουν, καθώς η μητέρα του αρρώστησε και επιθυμούσε να ξαναδεί τον γιο της.

Ο πατέρας ωστόσο εξακολουθούσε να ελπίζει σε λαμπρή σταδιοδρομία και τον υποδέχθηκε ψυχρά. Στις αρχές του χίλια οκτακόσια τριάντα, ο Δημήτριος και ο Μιχαήλ εισήλθαν στη μονή του αγίου Κυρίλλου της Λευκής Λίμνης. Σύντομα η υγρασία του νησιού του προκάλεσε νέο πυρετό και αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Βολογκντά.

Παρηγοριά του στάθηκαν οι συνομιλίες με τον επίσκοπο Στέφανο, ο οποίος αγάπησε τον νεαρό ασκητή και τον φιλοξενούσε συχνά. Όταν συνήλθε, του έδωσε ευλογία να εγκατασταθεί στη σκήτη της Κοιμήσεως στο Σεμιγκόροντ, και αργότερα στη μακρινή μονή Γκλουσίτσα. Στις είκοσι Ιουνίου του χίλια οκτακόσια τριάντα ένα, ο πόθος της καρδιάς του εκπληρώθηκε.

Ο επίσκοπος Στέφανος τον έκειρε μοναχό και του έδωσε το όνομα Ιγνάτιος, προς τιμήν του ιερομάρτυρα Ιγνατίου του Θεοφόρου. Όταν οι συγγενείς του έφτασαν στον καθεδρικό ναό, έμειναν έκπληκτοι από την άγνωστη σ’ αυτούς τελετή και βαθιά λυπημένοι για την επιλογή του παιδιού τους. Στις πέντε Ιουλίου χειροτονήθηκε διάκονος και στις είκοσι του ίδιου μήνα πρεσβύτερος, ενώ αμέσως διορίστηκε ηγούμενος στη μονή Λοπότωφ.

Η μονή βρισκόταν σε ερείπια και ο νέος ηγούμενος ανέλαβε με ζήλο την ανοικοδόμησή της, εξωτερική και πνευματική. Δεν λυπήθηκε καθόλου τον εαυτό του, και τον δύσκολο χειμώνα του χίλια οκτακόσια τριάντα δύο διανυκτέρευε στη φτωχή καλύβα του νεωκόρου. Ωστόσο, ο Θεός δεν τον άφησε χωρίς παρηγοριά.

Ξανασυνάντησε εκεί τον φίλο του Τσιχατσώφ, που έγινε δραστήριος συνεργάτης του, και συμφιλιώθηκε ειρηνικά με τους γονείς του. Η μητέρα του ευχαρίστησε τον Θεό για τον πρωτότοκο γιο της και κοινώνησε από τα χέρια του λίγο πριν την κοίμησή της, σε ηλικία σαράντα έξι ετών. Ο επίσκοπος Στέφανος, βλέποντας τους κόπους του, τον χειροτόνησε ηγούμενο τον Ιανουάριο του χίλια οκτακόσια τριάντα τρία.

Το έλος της Λοπότωφ έβλαψε την ευαίσθητη υγεία του, και χάρη στη μεσιτεία της κόμισσας Άννας Ορλόβα και του μητροπολίτη Μόσχας Φιλαρέτου, του προτάθηκε η ηγουμενία της μονής του αγίου Νικολάου Ουγκρέσσκι. Ο τσάρος όμως τον θυμήθηκε και διέταξε να σταλεί στην Αγία Πετρούπολη για να τον δει αυτοπροσώπως. Όταν συναντήθηκαν, ο τσάρος του είπε με αγάπη πως του χάριζε τη μονή της Αγίας Τριάδας του Αγίου Σεργίου, ώστε να γίνει υπόδειγμα για όλα τα μοναστήρια της πρωτεύουσας.

Ο Ιγνάτιος ανυψώθηκε σε αρχιμανδρίτη και ανέλαβε καθήκοντα στις πέντε Ιανουαρίου του χίλια οκτακόσια τριάντα τέσσερα. Η μονή βρισκόταν σε άθλια κατάσταση, με τριάντα μόνο μοναχούς και χαλαρή πνευματική ζωή. Ο νέος ηγούμενος συνάντησε ζήλειες, συκοφαντίες και εχθρότητες, αλλά ξεπέρασε τα πάντα με τη σιδερένια θέλησή του, που κρυβόταν μέσα σε εξασθενημένο σώμα.

Σύντομα η μονή ανακαινίστηκε, υψώθηκαν νέα κελιά, τράπεζα, αρτοποιείο και εργαστήρια. Ο τσάρος επισκέφθηκε αιφνιδίως τη μονή, επαίνεσε το έργο του και υποσχέθηκε χρηματική ενίσχυση από το δημόσιο ταμείο. Παράλληλα, ο αρχιμανδρίτης φρόντισε για την κατάνυξη των ακολουθιών, σχημάτισε ωραία χορωδία και επέβλεπε προσωπικά την πνευματική ζωή κάθε μοναχού.

Στο μεταξύ ο ίδιος προχωρούσε ακατάπαυστα προς την πνευματική τελείωση, διδάσκοντας περισσότερο με το παράδειγμά του παρά με τα λόγια. Είχε από παιδί μέσα του τη φλόγα των αρχαίων ασκητών της Θηβαΐδας και της Αιγύπτου, και αγωνιζόταν να μοιάσει στη δική τους πνευματική ομορφιά. Οι σκληροί ασκητικοί του αγώνες έβλαψαν την υγεία του και ζήτησε να αποσυρθεί, αλλά πήρε μόνο σύντομη άδεια στη μονή του αγίου Νικολάου Μπαμπάγιεφ.

Ύστερα από έντεκα μήνες ησυχίας επέστρεψε στη μονή του αγίου Σεργίου, χωρίς να σβήσει μέσα του ο πόθος της σκητιωτικής ζωής. Μετά την κοίμηση του τσάρου Νικολάου, ετοίμαζε ήδη κελί στη σκήτη της Όπτινα, όταν ξαφνικά τον εξέλεξαν επίσκοπο Σταυρουπόλεως και Καυκάσου. Χειροτονήθηκε στις είκοσι επτά Οκτωβρίου του χίλια οκτακόσια πενήντα επτά στον καθεδρικό ναό του Καζάν.

Στον δρόμο προς την επαρχία του παραλίγο να χαθεί μέσα σε φοβερή χιονοθύελλα. Έφτασε στη Σταυρούπολη στις αρχές του χίλια οκτακόσια πενήντα οκτώ και βρήκε μητρόπολη φτωχή, κλήρο πτωχό και ναούς που είχαν ανάγκη ανακαίνισης. Ασχολήθηκε με τον τυπικό των ακολουθιών, με τη σχέση κλήρου και λαού και με τις εκκλησιαστικές σχολές, ώστε η νέα γενιά να ανατραφεί με αληθινό χριστιανικό φρόνημα.

Η ευλογιά και ο δυνατός πυρετός εξάντλησαν την υγεία του, που είχε ήδη κλονιστεί από τους ασκητικούς του κόπους και τον φόρτο εργασίας. Ζήτησε από τον τσάρο και τη Σύνοδο να αποσυρθεί, και του δόθηκε σύνταξη μαζί με την ηγουμενία της μονής του αγίου Νικολάου Μπαμπάγιεφ της Κοστρομά. Έφτασε εκεί στις δεκατρείς Οκτωβρίου του χίλια οκτακόσια εξήντα ένα, και αμέσως άρχισε να βελτιώνει τα πάντα, από τις ακολουθίες ως τα κελιά.

Έκτισε όμορφο νέο ναό, φρόντισε για τη σωστή χρήση των κτημάτων και αναζωογόνησε την εσωτερική ζωή των μοναχών. Παρηγοριά του υπήρξαν οι επισκέψεις φίλων, του αδελφού του, και τον Αύγουστο του χίλια οκτακόσια εξήντα έξι του ίδιου του τσάρου Αλεξάνδρου του Δεύτερου. Παράλληλα συνέχιζε ακάματα το συγγραφικό του έργο, ξαναδιάβαζε παλιά κείμενα και έγραφε νέα.

Την Λαμπρή Ημέρα της Αναστάσεως ανήγγειλε ότι κανείς δεν έπρεπε να τον ενοχλεί, καθώς ετοιμαζόταν για τον θάνατο. Στις τριάντα Απριλίου του χίλια οκτακόσια εξήντα επτά κοιμήθηκε ειρηνικά, μόνος, μέσα στην προσευχή. Το πρόσωπό του διατήρησε επί τρεις ημέρες αποτύπωμα ουράνιας γαλήνης και χαράς.

Το χίλια εννιακόσια ογδόντα οκτώ ανακηρύχθηκε άγιος από το Πατριαρχείο Μόσχας, και τα ιερά του λείψανα φυλάσσονται στη μονή Τόλγκα κοντά στο Γιαροσλάβλ.

E njëjta ditë

Shenjtorë të tjerë të 30 Prill

Lexoni edhe jetët e tjera të kësaj dite pa u kthyer pas.

Αγία Αργυρή η Νεομάρτυς της Προύσας

Δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια έμεινε κλεισμένη σε τουρκικό μπουντρούμι, χωρίς ποτέ να αρνηθεί τον Χριστό της. Το άφθαρτο σώμα της ευωδιάζει μέχρι σήμερα μέσα στον ναό της Αγίας Παρασκευής, στην Κωνσταντινούπολη. Η Αγία Αργυρή γεννήθηκε…

Lexo jetën

Ο Άγιος Απόστολος Ιάκωβος ο Ζεβεδαίου

Στο όρος Θαβώρ, ανάμεσα στους τρεις μαθητές που είδαν τη δόξα της Μεταμορφώσεως, στεκόταν κι ένας απλός ψαράς της Γαλιλαίας. Ο ίδιος αυτός μαθητής έγινε αργότερα ο πρώτος από τους δώδεκα Αποστόλους που έχυσε…

Lexo jetën

Ο Άγιος Δονάτος και τα θαύματα της πίστης

Με ένα χτύπημα του ραβδιού του νέκρωσε έναν τεράστιο δράκοντα που δηλητηρίαζε τα νερά μιας ολόκληρης περιοχής της Ηπείρου. Λίγο αργότερα, μέσα στην Κωνσταντινούπολη, σήκωσε έναν νεκρό από το φέρετρο για να ξεσκεπάσει την…

Lexo jetën
1